Έχουν δοθεί οι απαραίτητες διευκρινίσεις και απαντήσεις στη Βουλή των Ελλήνων σε εννέα (9) διαφορετικές ερωτήσεις και αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων στο πλαίσιο της άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου τονίζει ο Στέλιος Πέτσας απαντώντας στο ΣΥΡΙΖΑ που χαρακτήρισε ομολογία ενοχής τη μη δημοσιοποίηση της λίστας με τα ΜΜΕ και τα ποσά που πήραν από το κονδύλι των 20 εκ. ευρώ σχετικά με την καμπάνια για τον κοροναϊό.

Οι πληρωμές των Μέσων γίνονται βάση τιμολογίων

Αναλυτικά η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Στέλιου Πέτσα έχει ως εξής:

«Από την πρώτη στιγμή της πανδημίας του κορονοϊού, η Κυβέρνηση κινήθηκε γρήγορα προκειμένου να αντιμετωπίσει τις υγειονομικές και οικονομικές συνέπειες της απρόβλεπτης, εξωγενούς και παγκόσμιας αυτής κρίσης.

Τα καλά, μέχρι στιγμής, αποτελέσματα της χώρας μας στην αντιμετώπιση της πανδημίας, σε σχέση με άλλες χώρες, οφείλονται στην ατομική ευθύνη και τη συλλογική ωριμότητα, την πειθαρχία και ομοψυχία των Ελλήνων, απέναντι στον κοινό εχθρό, τον κοροναϊό και στις γρήγορες και ορθές αποφάσεις της Κυβέρνησης με βάση τις εισηγήσεις των ειδικών.

Στην εθνική αυτή επιτυχία συνέβαλε καθοριστικά η έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση των πολιτών. Η έκτακτη και επείγουσα συνθήκη που διαμορφώθηκε λόγω του κοροναϊού επέβαλε την άμεση ενεργοποίηση ενός μηχανισμού ενημέρωσης που υλοποιήθηκε τόσο με την μετάδοση δωρεάν μηνυμάτων από τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, όσο και με την επαγγελματική, οργανωμένη και συνεκτική εκστρατεία επικοινωνίας και ενημέρωσης που ξεδιπλώθηκε σε όλες τις κατηγορίες των Μέσων, την οποία είχαμε ευθύνη ως οργανωμένη Πολιτεία να διαμορφώσουμε.

Και η έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση έσωσε κυριολεκτικά ζωές.

Η εκπόνηση του σχεδίου της επικοινωνιακής εκστρατείας ανατέθηκε σε ανάδοχο που διέθετε, τις ειδικές γνώσεις, την εμπειρία και το εξειδικευμένο προσωπικό να το υλοποιήσει έγκαιρα και αποτελεσματικά, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα εργαλεία και την απαιτούμενη τεχνογνωσία ως προς την απήχηση των Μέσων Ενημέρωσης στο ευρύ κοινό, όπως αυτή εκφράζεται με όρους τηλεθέασης ή ακροαματικότητας ή κυκλοφορίας ή επισκεψιμότητας, αλλά και την απήχηση σε συγκεκριμένες κατηγορίες κοινού.

Σκοπός της εκστρατείας ήταν τα στοχευμένα μηνύματα αυτής να απευθύνονται και να αφορούν διαφορετικές κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες, διαφορετικούς κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας (γενική κοινή γνώμη, ευπαθείς ομάδες, εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, ελεύθεροι επαγγελματίες, εκπαιδευτική κοινότητα κ.λπ.).

Η καμπάνια αυτή ξεδιπλώθηκε μέχρι την 31η Μαΐου 2020 στο σύνολο των κατηγοριών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με σκοπό η διάχυση και διείσδυση των μηνυμάτων της εκστρατείας να
είναι η κατά το δυνατόν ευρύτερη και αποτελεσματικότερη, με την προϋπόθεση ότι τα Μέσα αυτά λειτουργούν πληρώντας κριτήρια αντικειμενικότητας και αμεροληψίας και τηρώντας τις αρχές της ηθικής και δεοντολογίας, συνεκτιμώμενης της αξιοπιστίας τους αναφορικά με τη μη αναπαραγωγή ψευδών ειδήσεων (fake news) και τη μη πρόκληση σύγχυσης στο κοινό.

Τα ΜΜΕ που συμμετείχαν στην εκστρατεία καθορίστηκαν με την εφαρμογή τέτοιων αντικειμενικών, ποιοτικών και ποσοτικών κριτηρίων, και πάντα σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, με γνώμονα τη διαφύλαξη της εγκυρότητας της εκστρατείας και την προστασία της ασφάλειας των πολιτών. Στην εκστρατεία αυτή λήφθηκε ειδική μέριμνα για τις επιχειρήσεις των τοπικών και περιφερειακών Μέσων Ενημέρωσης και προβλέφθηκε ρητά η συμμετοχή τους στην κατανομή της συνολικής δαπάνης, ανά κατηγορία μέσου (έντυπος Τύπος, τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοφωνικοί σταθμοί, ιστότοποι (sites) και μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Ουδέποτε τέθηκε ως κριτήριο αποκλεισμού από την εκστρατεία η πολιτική τοποθέτηση ενός Μέσου. Αντίθετα, συμμετείχαν Μέσα Ενημέρωσης που ασκούν έντονη κριτική στο έργο της
Κυβέρνησης, όπως για παράδειγμα, η “Αυγή”, η “Εφημερίδα των Συντακτών”, ο “Ριζοσπάστης”, ο “Δρόμος της Αριστεράς”, ο ραδιοφωνικός σταθμός “ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ” κ.α., όπως φάνηκε από
τον σχετικό Πίνακα που κατέθεσα στη Βουλή των Ελλήνων με τα 1.232 Μέσα που συμμετείχαν στην εκστρατεία ενημέρωσης.

Στο πλαίσιο της διαφάνειας, της χρηστής διαχείρισης και σεβασμού στα χρήματα των φορολογούμενων πολιτών, προβλέφθηκε ρητά ότι οι πληρωμές των μέσων που συμμετείχαν στην εκστρατεία ενημέρωσης πραγματοποιούνται από το Υπουργείο Οικονομικών, βάσει τιμολογίων, χωρίς φυσικά επιστροφές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει καλά

Όλα αυτά τα έχω διευκρινίσει κατ’ επανάληψη όχι μόνο με ανακοινώσεις, αλλά και με απαντήσεις μου στη Βουλή των Ελλήνων σε εννέα (9) διαφορετικές ερωτήσεις και αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων στο πλαίσιο της άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, με τελευταία την υπ’ αριθμ. 6052/29-4-2020 Ερώτηση και 287/29-4-2020 Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων αντίστοιχα από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

Επιπρόσθετα, στην από 10 Απριλίου 2020 ειδική συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, παρουσίασα αναλυτικά τις πτυχές της εκστρατείας, απάντησα διεξοδικά στα ερωτήματα των εκπροσώπων όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και κατέθεσα τα σχετικά έγγραφα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει, λοιπόν, καλά ότι με τις συνήθεις διαδικασίες δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών για τον κοροναϊό, πριν παρέλθουν πολλοί μήνες και

αφού προηγουμένως θα είχαμε θρηνήσει την απώλεια χιλιάδων συνανθρώπων μας. Για αυτό κινηθήκαμε γρήγορα και διαμορφώσαμε τη νομική βάση για το πλαίσιο της ενημέρωσης για
τον κοροναϊό με τα άρθρα 30 και 31 της από 14 Μαρτίου 2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020 (Α’ 76).

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει, επίσης, εδώ και μήνες, ότι υπάρχει πλήρης διαφάνεια. Κι αυτό γιατί δεν πληρώνει ο ανάδοχος τα Μέσα που συμμετείχαν στην εκστρατεία ενημέρωσης, αλλά το Υπουργείο Οικονομικών. Και πληρώνει με βάση τα τιμολόγια που εκδίδονται και σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για κάθε πληρωμή. Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι δεν γίνονται επιστροφές, γιατί κάθε Μέσο πληρώνεται με βάση το τιμολόγιό του, απευθείας από το Υπουργείο Οικονομικών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει καλά, ότι έγινε μια τεράστια προσπάθεια σε ασφυκτικό χρονικό περιθώριο,  για να φτάσει το μήνυμα σε όλους τους πολίτες. Γιατί λοιπόν δεν ρωτάει για την άποψη των
επίσημων ενώσεων των τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών, διαδικτυακών και έντυπων Μέσων Ενημέρωσης;  Ή, μήπως, ξεκίνησε να τις ρωτάει και επειδή δεν λάμβανε την απάντηση που
επιθυμούσε για να εξυπηρετήσει την στείρα μικροπολιτική του, αποχώρησε από συσκέψεις που έγιναν;

Το συμπέρασμα είναι ένα: Υπάρχει ταύτιση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης με ένα Μέσο Ενημέρωσης του οποίου τα δημοσιεύματα υιοθετεί και αναπαράγει. Και δεν είναι η πρώτη, αλλά πολλοστή φορά. Με κορυφαία περίπτωση την πολιτική σκευωρία του παραδικαστικού κυκλώματος που διερευνά η Προανακριτική Επιτροπή της Βουλής.

Οι πολίτες αναγνωρίζουν ότι στα δύσκολα έχουν, ευτυχώς, στο τιμόνι της χώρας την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι μια Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ
και Αλέξη Τσίπρα. Και αυτή την εμπιστοσύνη τους θα συνεχίσουμε να τιμούμε στο ακέραιο».

Φαγοπότι

Νωρίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ είχε παρέμβει ξανά για το θέμα κάνοντας λόγο για «σκανδαλώδη υπόθεση» που δεν θα ξεχαστεί εύκολα.

Σε ανακοίνωσή της η Κουμουνδούρου ανέφερε:

«Τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες μέρες για τις χρηματοδοτήσεις των ΜΜΕ είναι εξόχως αποκαλυπτικά. Στη λίστα με τα ΜΜΕ που εισέπραξαν χρήματα από το κονδύλι των 20 εκατ. ευρώ, υπάρχουν περισσότερα από 200 παντελώς ανυπόληπτα sites και blogs που δεν είναι καν εγγεγραμμένα στο Μητρώο Online Μedia, όπως προβλέπει ο νόμος. Κάποια από αυτά έχουν χρόνια να ανανεωθούν, ανήκουν σε βουλευτές και πολιτευτές της Ν.Δ. ή συγγενείς τους, ενώ άλλα δεν υφίστανται καν.

Το φαγοπότι που δεν πρόλαβε να υλοποιήσει η κυβέρνηση με το σκάνδαλο των vouchers, το κάνει τώρα πράξη μοιράζοντας δημόσιο χρήμα σε ανύπαρκτα Μέσα, σε βάρος τόσο των φορολογουμένων όσο και των πραγματικών Μέσων Ενημέρωσης.

Μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να κρύφτηκε στη Βουλή, ωστόσο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πρέπει να καταλάβει πως οι ευθύνες του στη συγκεκριμένη υπόθεση ενδεχομένως να μην είναι μόνο πολιτικές.

Έστω και τώρα, η κυβέρνηση οφείλει να δώσει στη δημοσιότητα τη λίστα με τα ποσά που πήρε κάθε Μέσο. Αν δεν το πράξει, πρόκειται για ομολογία ενοχής. Οι πολίτες, αλλά και ο ίδιος ο κλάδος των ΜΜΕ, δικαιούνται να γνωρίζουν:

1. Τι ποσό πήρε κάθε Μέσο;

2. Βάσει ποιων κριτηρίων σε σχέση με τον αριθμό εργαζομένων και την επισκεψιμότητα/αναγνωσιμότητα δόθηκε αυτή η ενίσχυση;

3. Διατέθηκε τελικά ολόκληρο το ποσό των 20 εκατ. ευρώ; Αληθεύουν οι πληροφορίες περί «επιστροφών» προς την εταιρία που τα μοίρασε;

4. Ισχύουν, τέλος, οι πληροφορίες ότι δόθηκαν 800.000 ευρώ σε ένα και μόνο Μέσο;

Οι πολίτες απαιτούν απαντήσεις. Στην κυβέρνηση πρέπει να καταλάβουν ότι τα δημόσια ταμεία δεν είναι κουμπαράς τους. Αν θεωρούν ότι η συγκεκριμένη σκανδαλώδης υπόθεση θα ξεχαστεί έτσι εύκολα, είναι γελασμένοι».

Γράψτε το σχόλιο σας