Τις απαντήσεις στα θέματα των Αρχαίων Ελληνικών, στα οποία εξετάστηκαν στο πλαίσιο των Πανελλαδικών, σήμερα Τετάρτη, οι υποψήφιοι από τα Γενικά Λύκεια παρουσιάζει το in.gr σε συνεργασία με το Φροντιστήριο Ορόσημο Πειραιά.

Οι απαντήσεις για όσους εξετάστηκαν με το νέο σύστημα

Δείτε τις ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Διδαγμένο κείμενο

ΠΛΑΤΩΝΟΣ Πολιτεία 518b-519a (ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 9)

Α1.α. 1. Λάθος, 2. Σωστό, 3. Σωστό.

Μονάδες 6

Α1.β. 1. Με την προσωπική αντωνυμία «σφεῖς» ο Σωκράτης με δριμύτητα εκφράζεται εναντίον όσων έχουν την εκπαίδευση για επάγγελμα, ισχυριζόμενοι πως μέσα στην ψυχή δεν υπάρχει γνώση και υποσχόμενοι να βάλουν τη γνώση μέσα στην ψυχή (τινὲς ἐπαγγελλόμενοί / οὐκ ἐνούσης ἐν τῇ ψυχῇ σφεῖς ἐντιθέναι), σαν να έβαζαν όραση σε μάτια τυφλών (οἷον τυφλοῖς ὀφθαλμοῖς ὄψιν ἐντιθέντες). Η συγκεκριμένη στάση του οφείλεται στο γεγονός ότι έντονα διαφοροποιεί την εκπαίδευση από την παιδεία (τὴν παιδείαν οὐχ οἵαν τινὲς … τοιαύτην καὶ εἶναι).

2. Η αναφορική αντωνυμία «ᾧ» προσδιορίζει τη λέξη «τὸ ὄργανον», δηλαδή το κατάλληλο για τη μάθηση εργαλείο και τη γνώση που ήδη κλείνει μέσα της η ψυχή (ταύτην τὴν ἐνοῦσαν δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ), την οποία απλά έχει λησμονήσει και καλείται μέσω της παιδείας να ανακαλέσει. Η ανθρώπινη σκέψη, λοιπόν, θα κατευθύνει την ολική περιστροφή της ψυχής (Ὁ δὲ γε νῦν λόγος, …, σημαίνει) και η παιδεία θα λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη.

Μονάδες 4

Β1. Η ουσιαστικοποιημένη μετοχή του υπαρκτικού εδώ ρήματος «εἰμὶ» δηλώνει το αληθινά υπαρκτό. Το λεγόμενο οντολογικό πρόβλημα ήταν πάντοτε βασικό θέμα για διερεύνηση στο φιλοσοφικό στοχασμό : «τὸ πάλαι τε καὶ νῦν καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον , τί τὸ ὄν», Αριστοτέλης Μετὰ τὰ φυσικά, 1028b 2-4. Για τον

Πλάτωνα αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχει μόνο στις Ιδέες, οι οποίες έχουν τα πρωτεία απέναντι στην υλική ύπαρξη : είναι άφθαρτες, αμετάβλητες, αιώνιες και οι μόνες αυθεντικές. Κατά τον Φ. Σατελέ «τα χαρακτηριστικά της Ιδέας είναι ακριβώς αντίθετα από εκείνα του αισθητού πράγματος. Το τελευταίο είναι μεταβλητό, η Ιδέα όμως είναι αμετακίνητη και ξεφεύγει από την αποσύνθεση που συνεπιφέρει το γίγνεσθαι· το αισθητό πράγμα είναι συγκεχυμένο, ενώ η Ιδέα είναι διακεκριμένη και ταυτόχρονα μπορούμε να της δώσουμε ένα αυστηρό ορισμό· το αισθητό πράγμα είναι θαμπό, η Ιδέα είναι διάφανη· το αισθητό πράγμα διαφοροποιείται σε πολλαπλά περιεχόμενα, η Ιδέα έχει μορφική καθαρότητα· το πράγμα που γίνεται αντιληπτό εξαρτάται από την κατάσταση εκείνου που το αντιλαμβάνεται, η Ιδέα είναι καθεαυτή· το αισθητό πράγμα αντιτάσσει στη γνώση τις ασάφειές του, ενώ η Ιδέα προσφέρει στο ελευθερωμένο Πνεύμα την πλήρη διαφάνεια του νοητού της χαρακτήρα· το αισθητό πράγμα είναι χάος, η Ιδέα είναι διάταξη· οι σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα είναι σκοτεινές και αβέβαιες, ενώ οι ιδέες σχηματίζουν ένα σύστημα, το οποίο ανακαλύπτει η διαλεκτική και το αντανακλά η φιλοσοφική γνώση». Στον υπερβατικό χώρο της γνώσης δεσπόζει το Ἀγαθὸν, «τοῦ ὄντος τὸ φανότατον» : είναι η Ιδέα των Ιδεών, η υπέρτατη Ιδέα του νοητού κόσμου, αυτή που ενεργοποιεί όλες τις άλλες, αυτή που κάνει τα όντα να υπάρχουν (όπως ο φωτοδότης και ζωοδότης ήλιος κάνει τα αισθητά να υπάρχουν και να αναπτύσσονται). Είναι η έσχατη αρχή της απόλυτης γνώσης. Στο συγκεκριμένο σημείο το Αγαθό ταυτίζεται με τη θεϊκή υπόσταση.

Οι φιλόσοφοι είναι οι μόνοι που κατορθώνουν να κοιτάξουν κατάματα τον ίδιο τον ήλιο, τη φωτοπηγή και να φθάσουν στην καθαρή νόηση και στη θέαση του Αγαθού, που αποτελεί τὸ μέγιστον μάθημα, το τέρμα, τον έσχατο αναβαθμό της ύπαρξης. Έχουν, επομένως, χρέος να ξεπεράσουν την ιδιοτέλεια της προσωπικής τους ευδαιμονίας και να αξιοποιήσουν το θεωρητικό εξοπλισμό που διαθέτουν στο στίβο του πρακτικού πολιτικού βίου. Οφείλουν να στρατευτούν στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου με πόνους και

θυσίες. Το ηθικό χρέος προκύπτει από το γεγονός ότι μόνον αυτοί είναι προικισμένοι με εξαιρετικό νου και ικανότητες, και άρα είναι πλασμένοι για μια ανώτερη αποστολή. Οφείλουν λοιπόν να συνειδητοποιήσουν – με την πειθώ ή τη βία – το ρόλο τους ως πνευματικών ανθρώπων : να διαφωτίσουν τους απαίδευτους, να ξεσκεπάσουν τους διεφθαρμένους πολιτικούς.

Απαιτείται, επομένως, μια ολική περιστροφή (περιαγωγὴ) της ψυχής από τα αισθητά στα νοητά, από τη φύση στις Ιδέες· μόνον έτσι η ψυχή – που ήδη γνωρίζει την αλήθεια από την προηγούμενη ζωή της στον κόσμο των Ιδεών – θα καταφέρει να ατενίσει, δίχως να υποφέρει, την Ιδέα των Ιδεών, το Αγαθό. Ο ρόλος της παιδείας επικεντρώνεται στο φιλοσοφικό βάρος του όρου περιαγωγὴ, δηλαδή στη μεταστροφή της ψυχής από τον κόσμο των αισθητών στον υπερβατικό χώρο του Νου : η ψυχή ήδη διαθέτει τη δύναμη προς τη γνώση, αλλά έχει στραμμένο το βλέμμα της σε λάθος κατεύθυνση, στα αισθητά. Η παιδεία, καθώς στρέφεται στον κόσμο, οφείλει να μην εξαντλείται σε προσέγγιση από μία επιμέρους οπτική γωνία, αλλά να έχει πάντοτε γενικό και καθολικό χαρακτήρα, να στρέψει όλη την ύπαρξη στη σωστή κατεύθυνση, στον «ήλιο». Τη δύσκολη και ανοδική πορεία της ψυχής προς το όντως Ον ο ίδιος ο Πλάτωνας στο ίδιο έργο (521d) θα ονομάσει «μεταστροφή / επιστροφή της ψυχής από μια νυχτερινή μέρα στην αληθινή μέρα». Αυτή είναι άλλωστε η «αληθινή φιλοσοφία».

Μονάδες 10

Β2. Για τον Σωκράτη η ψυχή μας έχει ήδη μέσα της (ταύτην τὴν ἐνοῦσαν ἑκάστου δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ) και τη γνώση και το κατάλληλο για τη μάθηση εργαλείο. Θεωρεί τη γνώση έμφυτη στον άνθρωπο (γι’ αυτό και επαναλαμβάνει εμφατικά την πρόθεση «ἐν») ως ανάμνηση της αθάνατης ψυχής στην περιπλάνησή της από σώμα σε σώμα κατά την προΰπαρξή της στον άφθαρτο και αναλλοίωτο κόσμο των Ιδεών. Δίνει επομένως γνωσιολογικό περιεχόμενο στον όρο ἀνάμνησιν, περιγράφοντας έτσι ως έντονα βιωματική τη γνωστική διαδικασία. Γι’ αυτό, ισχυρίζεται, ακόμη κι ένας

αγράμματος μπορεί να ανακαλύψει γνώσεις με τη σωστή καθοδήγηση.

Τον Πλάτωνα ωστόσο δεν τον ενδιαφέρουν οι διάφορες βέβαιες γνώσεις που ενδεχομένως δεν βρίσκονται σε καμία συνάρτηση μεταξύ τους. Ἐπιστήμη, φρόνησις ή νόησις σημαίνουν ένα σύνολο γνώσεων που βρίσκονται σε αιτιολογική συνάρτηση μεταξύ τους. Επειδή στην ἐπιστήμην συλλαμβάνουμε το ὄν όπως αποκαλύπτεται στη σκέψη μας, μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε ως εξής: Αν η ἐπιστήμη είναι ένα σύνολο γνώσεων σε συνάρτηση μεταξύ τους, το ίδιο συμβαίνει και στα αντικείμενά της. Αν υπάρχει μια τέτοια συνάρτηση μέσα σε ό,τι συγκροτεί την φύσιν, τότε δεν χρειάζεται παρά να ξαναθυμηθεί κανείς ένα μόνο, για να μπορέσει να βρει όλα τ’ άλλα (Μένων, 81 c-d). Τελικά φθάνουμε στη γνώση με το να ξαναθυμηθούμε κάποια από τις γνώσεις που φέρει εντός της ασυνείδητα η ψυχή. Αλλά στη συνέχεια αποκτάμε τις άλλες γνώσεις όχι με την ἀνάμνησιν, αλλά με την ερευνητική αναζήτηση.

Η κατανόηση της ίδιας μας της άγνοιας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση για να μπορέσουμε να ξαναθυμηθούμε· μόνον όποιος κατανοήσει την άγνοιά του είναι έτοιμος να μάθει. Στο ρήμα «μαθαίνω» αντιστοιχεί το αρχαιοελληνικό «μανθάνω». Η λέξη αυτή μπορεί φυσικά να χρησιμοποιηθεί και για να δηλώσει τη γνώση εμπειρικά επαληθεύσιμων γεγονότων. Αλλά στην πλατωνική θεωρία της ἀναμνήσεως «μανθάνω» σημαίνει φθάνω στη γνώση, αίρομαι πάνω από τα αντικείμενα της αντίληψης και προχωρώ προς το αμετάβλητο ὄν. Μια τέτοια ώθηση, η επαναφορά της μνήμης, μπορεί να εκκινεί από το ανόμοιο, το όμοιο ή και από τη φιλοσοφική συζήτηση: η σκέψη συνειδητοποιεί ξαφνικά μια κατάσταση η οποία δεν μπορεί να επαληθευτεί με ακρίβεια στην εμπειρία, είναι όμως προφανής. Αυτή η μία προφανής κατάσταση παραπέμπει αμέσως σε κάτι άλλο, με το οποίο βρίσκεται σε αναγκαία συνάρτηση.

Από εδώ και πέρα αποκαλύπτεται το όλο πεδίο της γνώσης. Ακριβώς σ’ αυτό θέλει να επιστήσει την προσοχή μας ο Πλάτων: όποιος έχει προχωρήσει σ’ ένα αντικείμενο της γνώσης και ερευνά

παραπέρα, φθάνει από το ένα αντικείμενο σ’ ολόκληρο το σύστημα που συσχετίζεται μ’ αυτό. Και ρόλος της παιδείας είναι να βρει τον κατάλληλο τρόπο με τον οποίο η ψυχή θα μεταστραφεί όσο το δυνατόν πιο εύκολα και αποτελεσματικά. Δεν θα της βάλει μέσα τη δύναμη να βλέπει – γιατί αυτή τη δύναμη την διαθέτει ήδη – αλλά θα διορθώσει την κατεύθυνση που είχε στραμμένο το βλέμμα, για να κοιτάζει εκεί που πρέπει.

Τέλος, ο Σωκράτης δέχεται πως οι άλλες αρετές, που γενικώς χαρακτηρίζονται ως αρετές της ψυχής, φαίνεται πως δεν διαφοροποιούνται πολύ από τις αρετές του σώματος (εξ αναλογίας), καθώς δεν υπήρχαν πρωτύτερα στην ψυχή, αλλά εμφυτεύονται αργότερα σ’ αυτή μέσω του εθισμού και της άσκησης. Ωστόσο, η αρετή της φρόνησης δεν χάνει ποτέ τη δύναμή της κι ανάλογα με τη μεταστροφή της άλλοτε γίνεται χρήσιμη κι άλλοτε πάλι άχρηστη· έχει, λοιπόν, ρίζες σε κάτι θεϊκότερο απ’ όλα τ’ άλλα.

Μονάδες 10

Β3. 1. α, 2. γ, 3. β, 4. β, 5. γ.

Μονάδες 10

Β5. Σε έναν κόσμο απατηλό, όπου η άγνοια ή η ημιμάθεια συχνά ταυτίζονται με τη γνώση, τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Δελμούζος πιστεύουν στην παιδεία ως καταλυτικά σωτήριο παράγοντα. Ο αποπροσανατολισμός των αισθήσεων και η στροφή της ψυχής σε εικόνες και είδωλα καθιστούν το ανθρώπινο πνεύμα δέσμιο των απομιμήσεων σε ένα πλασματικό περιβάλλον. Ωστόσο, δεν έχουν χαθεί τα πάντα, επειδή, μολονότι ο άνθρωπος είναι αλυσοδεμένος, η παιδεία και το ταξίδι στον υπερβατικό χώρο του Νου μπορεί να τον ελευθερώσει. Μόνον αν η ψυχή στρέψει το βλέμμα στη γνώση, η ανθρώπινη ζωή αποκτά νόημα και αξία, γίνεται καλύτερη και αυτή την ποιότητα συνεχώς επιδιώκει.

Κι αν η ορθή παιδεία είναι ο κινητήριος μοχλός και ο φιλόσοφος – δάσκαλος είναι καθοδηγητής, παραμένει ωστόσο αυστηρά προσωπική υπόθεση και ευθύνη η πραγμάτωση αυτής της ευδαιμονίας. Και στα δύο κείμενα, λοιπόν, η γνωστική διαδικασία φέρει τη σφραγίδα του καθενός ξεχωριστά, αναλόγως των δυνατοτήτων του, και γίνεται έντονα βιωματική. Τότε ο πρώην απαίδευτος «οὐδεὶς ἑκὼν κακὸς» του Πλάτωνα «ποτίζεται με την αγάπη και την καλοσύνη», όπως απλά και ουσιαστικά αναφέρει ο Δελμούζος.

 Αδίδακτο κείμενο 

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Πόροι V΄ 11-13

Γ1. Κι αν κάποιος με ρωτήσει: «αλήθεια, αν κάποιος αδικεί την πόλη, ισχυρίζεσαι ότι κατά τη γνώμη σου είναι ανάγκη να παραμένουμε ειρηνικοί και απέναντί του (δηλαδή του αδίκου);» Δεν θα το υποστήριζα· αλλά προπάντων ισχυρίζομαι ότι πολύ πιο γρήγορα θα τιμωρούσαμε αυτούς (δηλαδή τους αδίκους), εάν δεν είμαστε άδικοι σε βάρος κανενός· γιατί τότε δεν θα είχαν κανέναν ως σύμμαχο.

Γ2. Τόσο τα οφέλη της ειρήνης όσο και τα μειονεκτήματα του πολέμου στο παραπάνω απόσπασμα περιορίζονται στον οικονομικό τομέα (εἰς χρήματα). Πιο συγκεκριμένα, ο Ξενοφών αναφέρει ότι κατά το παρελθόν η πόλη αποταμίευσε πολλά χρήματα σε περίοδο ειρήνης (τό τε παλαιὸν ἐν εἰρήνῃ μὲν πάνυ πολλὰ χρήματα εἰς τὴν πόλιν ἀπενεχθέντα), τα οποία, όμως, δαπανήθηκαν σε περίοδο πολέμου (ἐν πολέμῳ δὲ πάντα ταῦτα καταδαπανηθέντα). Επίσης, τη δεδομένη χρονική στιγμή εξαιτίας του πολέμου, αφενός το δημόσιο ταμείο δεν εισπράττει έσοδα κι αφετέρου πολλά από τα ήδη υπάρχοντα έχουν κατασπαταληθεί σε κάθε είδους δαπάνες (ἐν τῷ νῦν χρόνῳ … καταδαπανηθείσας). Αντιθέτως, όταν επήλθε ειρήνη στη θάλασσα (ἐπεὶ δὲ εἰρήνη κατὰ θάλατταν γεγένηται), οι οικονομικοί πόροι της πόλης αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αποκτήσουν τη δυνατότητα να τους αξιοποιήσουν κατά βούληση (ηὐξημένας τε τὰς προσόδους … ὅ τι βούλονται).

Γ3.α. ἐκλιπούσας: ἐξέλειπες

εἰσελθούσας: εἰσῄεις / εἰσῄεισθα

καταδαπανηθείσας: κατεδαπανῶ

Γ3.β.

μᾶλλον : ΘΕΤΙΚΟΣ: μάλα, ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΟΣ: μάλιστα

θᾶττον : ΘΕΤΙΚΟΣ: ταχέως/τάχα/ταχὺ, ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΟΣ: τάχιστα

Γ3.β.

τις: τισι (τισὶ)

προσόδους: πρόσοδοι

πολίταις: πολῖτα

Γ4.α.

ἤ εἰρήνην: είναι υποκείμενο στο απαρέμφατο «εἶναι» (ετεροπροσωπία), β΄ όρος σύγκρισης από το «κερδαλεώτερον» (με α΄ όρο το «πόλεμον»).

ταῦτα: είναι υποκείμενο στο ρήμα «κριθείη», αττική σύνταξη.

τῶν προσόδων: είναι γενική διαιρετική στο «πολλὰς».

ἄγειν: είναι υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα «χρὴ», τελικό απαρέμφατο.

Γ4.β. ἀπενεχθέντα : είναι κατηγορηματική μετοχή από το ρήμα «εὑρήσει», συνημμένη στο αντικείμενό του «χρήματα». Λειτουργεί ως κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «χρήματα».

Γ4.γ.

– πῶς ἂν ἄμεινον ταῦτα κριθείη : Δευτερεύουσα ονοματική πλάγια ερωτηματική πρόταση μερικής αγνοίας. Λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα «οὐκ οἶδα».

– ὡς χρὴ καὶ πρὸς τοῦτον εἰρήνην ἄγειν : Δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση (υποκειμενικής κρίσης). Λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα «λέγεις».

Δείτε εδώ τα θέματα των Αρχαίων Ελληνικών για το νέο σύστημα

Οι απαντήσεις για όσους εξετάστηκαν με το παλιό σύστημα

Δείτε εδώ τις ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΛΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Διδαγμένο κείμενο

Α1.

1. Σωστό, 2. Σωστό, 3. Σωστό, 4. Λάθος, 5. Λάθος.

Β1.

Στα πλαίσια της αναζήτησης του τρόπου πραγμάτωσης της ηθικής αρετής ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι κάθε μορφή αρετής, είτε δημιουργείται είτε καταστρέφεται (καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται), έχει πάντα τα ίδια αίτια (ἐκ τῶν αὐτῶν) και τα ίδια μέσα (διὰ τῶν αὐτῶν), το ἔθος, δηλαδή τη συνειδητή επανάληψη όμοιων ενεργειών. Η επαναλαμβανόμενη χρήση του ρήματος «γίνομαι» (γίνεται, γίνονται, ἄν ἐγίνοντο) σε Ενεστώτα δείχνει τη συνεχή άσκηση ως παράγοντα απόκτησης της αρετής. Με το ΑΝΤΙΘΕΤΙΚΟ ΖΕΥΓΟΣ γένεσις – φθορά (σημαντικό στη φιλοσοφική σκέψη γενικά και αντικείμενο του έργου του «Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς» ειδικότερα) και με σχήμα ΠΟΛΥΣΥΝΔΕΤΟ διατυπώνει την άποψη πως η άσκηση και ο εθισμός δεν οδηγούν πάντοτε σε θετικά αποτελέσματα. Αυτό εκ πρώτης όψεως φαίνεται ΠΑΡΑΔΟΞΟ. Είναι ποτέ δυνατόν με τις ίδιες διαδικασίες, και συγκεκριμένα με την άσκηση και τον εθισμό στην αρετή, να γίνονται άλλοι πολίτες αγαθοί και άλλοι φαύλοι, όπως άλλοι κιθαριστές γίνονται καλοί και άλλοι κακοί με την επίδοση στην κιθάρα; Και αν αυτό που διατείνεται ο φιλόσοφος ισχύει στ’ αλήθεια, τότε με ποιες προϋποθέσεις εξασφαλίζεται κάθε φορά η επιτυχία και αποφεύγεται η αποτυχία;

Την απάντηση δίνει ο ίδιος ο Αριστοτέλης, επικαλούμενος το εμπειρικό ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ που χρησιμοποίησε στην προηγούμενη ενότητα (ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ) και εμπλουτίζοντάς το με το στοιχείο της ποιότητας του εθισμού (ἀγαθοί καὶ κακοί / εὖ, κακῶς), παρατηρώντας ότι το ίδιο κάνουν («Ἀνάλογον … καὶ οἱ λοιποὶ πάντες») (ΑΝΑΛΟΓΙΑ), για να αποδείξει πως η καλή ή η κακή εξάσκηση οδηγεί στην κατάκτηση ή όχι του επιδιωκόμενου στόχου. Αν ο οικοδόμος μαθαίνει την τέχνη του οικοδομώντας, η δραστηριότητά του αυτή επιδέχεται σαφείς ποιοτικές διαφοροποιήσεις, δηλαδή μπορεί να ασκείται είτε με σωστό και εύστοχο τρόπο, είτε με τρόπο λανθασμένο και άστοχο, οπότε, αντίστοιχα, γίνεται κανείς καλός ή κακός οικοδόμος.

Β2.

O Αριστοτέλης στο συλλογισμό του που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρετή μπορεί να έχει στόχο τη μεσότητα, συγκρίνει την αρετή (και τη φύση) με την τέχνη με το σκεπτικό ότι η αρετή είναι ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε τέχνη, όπως και η φύση (ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις). Αφού για ένα έργο τέχνης, δηλαδή για κάτι που αναφέρεται στον κόσμο των παραστάσεών μας και αποτελεί αντικείμενο της εποπτείας μας, η μεσότητα σημαίνει αναμφισβήτητη τελειότητα (Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη … ἄγουσα τὰ ἔργα) και αφού η αρετή πραγματώνει τη μεσότητα ουσιαστικότερα και τελειότερα απ’ όσο η τέχνη, έπεται πως η αρετή είναι η κατεξοχήν μεσότητα, πως η μεσότητα βρίσκει στην αρετή την αυθεντικότερη έκφραση και συγκεκριμενοποίησή της. Επομένως, η υπογράμμιση της υπεροχής της αρετής απέναντι στην τέχνη αποσκοπεί, ακριβώς, στο να αποδείξει πως όσα ισχύουν για την τέχνη σε σχέση με τη μεσότητα ισχύουν σε μεγαλύτερο βαθμό για την αρετή, άρα η αρετή αποτελεί την κατεξοχήν πραγμάτωση της μεσότητας, δηλαδή την υπέρτατη τελειότητα.

Αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος διατύπωσης του συγκεκριμένου συμπεράσματος. Με τη δυνητική ευκτική (ἄν εἴη) στη θέση μιας οριστικής (ἐστὶ) ο Αριστοτέλης εκφράζει απλά μία από τις σκέψεις του που θα μπορούσαν να διατυπωθούν για το συγκεκριμένο θέμα. Δείχνει έτσι πως δεν θεωρεί τη δική του σκέψη ως τη μοναδική και κάθε άλλη άποψη περιττή ή λανθασμένη. Είναι προφανές πως τέτοιους εκφραστικούς τρόπους διαλέγει για το τέλος του λόγου του ένα άτομο χωρίς εγωισμό, με μετριοπάθεια, με σεβασμό στην προσωπικότητα και τη θέση του άλλου, αν δεχτούμε ότι «το ύφος είναι ο άνθρωπος» (Buffon). Από την άλλη, ο στοχαστής Αριστοτέλης δηλώνει έτσι εμμέσως πως δεν είναι ακόμη σε θέση να διατυπώσει ένα οριστικό συμπέρασμα, πως το ζήτημα χρήζει περαιτέρω διερεύνησης εκ μέρους του. Τέλος, ο δάσκαλος Αριστοτέλης αφήνει έτσι το χώρο στους μαθητές του να σκεφτούν, να αμφισβητήσουν, να προχωρήσουν ή ακόμη και να απορρίψουν τη θέση του δασκάλου τους.

Β3.

α. Λάθος, β. Λάθος, γ. Σωστό, δ. Λάθος, ε. Σωστό.

Β4.

θέμα : νομοθέται / νομοθέτου

συνήθεια : ἐθίζοντες / εἰώθασιν

ψυχοφθόρος : φθείρεται

ανούσιος : ἐστίν / ἔσονται / ἔστιν / εἴη

ανεκτός : εἶχεν / ἔχουσιν

αβλεψία : βλέπουσα / βλέποντες

ασωτία : σῳζούσης

αφαίρεση : ἀφελεῖν

βολίδα : ὑπερβολῆς / ὑπερβολὴ

Β5.

Στο τέλος της πρώτης από τις παραπάνω πρωτότυπες ενότητες αναφέρεται ο ρόλος του δασκάλου, εκείνου δηλαδή που θα παρακολουθεί και θα συμβουλεύει όσους ασκούνται σε μια τέχνη ή στην αρετή κατά τη διαδικασία του εθισμού τους σ’ αυτή. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει πως είναι ανάγκη η άσκηση να συνυπάρχει με τη γνώση και την εφαρμογή των κατάλληλων μεθόδων. Επιδιώκει, συνεπώς, την παροχή πρακτικών κανόνων και την προβολή του τρόπου εφαρμογής τους. Η γνώση προϋποθέτει διδασκαλία και διδάσκοντες (κάτι που ανέφερε προηγουμένως, όταν έκανε λόγο για τη διανοητική αρετή : ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν). Ο ρόλος του διδάσκοντος είναι παράλληλος με αυτόν του νομοθέτη (οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθοὺς). Ο Σταγειρίτης βέβαια εστιάζει στο ἔθος, δηλαδή τη συνειδητή και ελεύθερη επανάληψη όμοιων ποιοτικά ενεργειών, ως αίτιο και μέσο απόκτησης της ηθικής αρετής, η οποία είναι μέρος της πολιτικής αρετής. Ο ωφελιμιστικός χαρακτήρας της αριστοτελικής ηθικής βλέπει την αρετή ως προϋπόθεση της ευδαιμονίας και έχει σαφώς πολιτικό χαρακτήρα· ο ενάρετος είναι πολίτης και μέσα στην πολιτική κοινότητα πρέπει να σταθμίσει τη μεσότητα.

Ο Πρωταγόρας, από την άλλη, θέλοντας να τονίσει τη σπουδαιότητα της πολιτικής αρετής ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την πολιτική οργάνωση και την αναγκαιότητα συμμετοχής όλων των ανθρώπων σ’ αυτήν προβάλλει τη θέσπιση, εκ μέρους της πολιτείας, αυστηρών ποινών σε βάρος όσων δεν έχουν μερίδιο στην αρετή, όσων δεν σωφρονίστηκαν από την προηγούμενη εφαρμογή ηπιότερων τιμωριών και επανέλαβαν την αδικία. Συγκεκριμένα, ο Πρωταγόρας αναφέρει τις εξοντωτικές τιμωρίες που επιβάλλονταν σε όποιον διέπραττε πολιτικά κυρίως αδικήματα : θανάτωση, εξορία, δήμευση περιουσίας, κατεδάφιση σπιτιού (οἴκων ἀνατροπαί). Ο σοφιστής προβάλλει λοιπόν την τιμωρία ως μέσο βελτίωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ως μάθημα πολιτικής συμπεριφοράς, με στόχο την ευδαιμονία και την εύρυθμη πολιτική ζωή και δράση

Αδίδακτο κείμενο 

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Πόροι V΄ 11-13

Γ1. Κι αν κάποιος με ρωτήσει: «αλήθεια, αν κάποιος αδικεί την πόλη, ισχυρίζεσαι ότι κατά τη γνώμη σου είναι ανάγκη να παραμένουμε ειρηνικοί και απέναντί του (δηλαδή του αδίκου);» Δεν θα το υποστήριζα· αλλά προπάντων ισχυρίζομαι ότι πολύ πιο γρήγορα θα τιμωρούσαμε αυτούς (δηλαδή τους αδίκους), εάν δεν είμαστε άδικοι σε βάρος κανενός· γιατί τότε δεν θα είχαν κανέναν ως σύμμαχο.

Μονάδες 10

Γ2. Τόσο τα οφέλη της ειρήνης όσο και τα μειονεκτήματα του πολέμου στο παραπάνω απόσπασμα περιορίζονται στον οικονομικό τομέα (εἰς χρήματα). Πιο συγκεκριμένα, ο Ξενοφών αναφέρει ότι κατά το παρελθόν η πόλη αποταμίευσε πολλά χρήματα σε περίοδο ειρήνης (τό τε παλαιὸν ἐν εἰρήνῃ μὲν πάνυ πολλὰ χρήματα εἰς τὴν πόλιν ἀπενεχθέντα), τα οποία, όμως, δαπανήθηκαν σε περίοδο πολέμου (ἐν πολέμῳ δὲ πάντα ταῦτα καταδαπανηθέντα). Επίσης, τη δεδομένη χρονική στιγμή εξαιτίας του πολέμου, αφενός το δημόσιο ταμείο δεν εισπράττει έσοδα κι αφετέρου πολλά από τα ήδη υπάρχοντα έχουν κατασπαταληθεί σε κάθε είδους δαπάνες (ἐν τῷ νῦν χρόνῳ … καταδαπανηθείσας). Αντιθέτως, όταν επήλθε ειρήνη στη θάλασσα (ἐπεὶ δὲ εἰρήνη κατὰ θάλατταν γεγένηται), οι οικονομικοί πόροι της πόλης αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αποκτήσουν τη δυνατότητα να τους αξιοποιήσουν κατά βούληση (ηὐξημένας τε τὰς προσόδους … ὅ τι βούλονται).

Μονάδες 10

Γ3.α. ἐκλιπούσας: ἐξέλειπες

εἰσελθούσας: εἰσῄεις / εἰσῄεισθα

καταδαπανηθείσας: κατεδαπανῶ

Μονάδες 3

Γ3.β.

μᾶλλον : ΘΕΤΙΚΟΣ: μάλα, ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΟΣ: μάλιστα

θᾶττον : ΘΕΤΙΚΟΣ: ταχέως/τάχα/ταχὺ, ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΟΣ: τάχιστα

Μονάδες 4

Γ3.β.

τις: τισι (τισὶ)

προσόδους: πρόσοδοι

πολίταις: πολίτου

Μονάδες 3

Γ4.α.

ἤ εἰρήνην: είναι υποκείμενο στο απαρέμφατο «εἶναι» (ετεροπροσωπία), β΄ όρος σύγκρισης από το «κερδαλεώτερον» (με α΄ όρο το «πόλεμον»).

ταῦτα: είναι υποκείμενο στο ρήμα «κριθείη», αττική σύνταξη.

τῶν προσόδων: είναι γενική διαιρετική στο «πολλὰς».

ἄγειν: είναι υποκείμενο στο απρόσωπο ρήμα «χρὴ», τελικό απαρέμφατο.

Μονάδες 4

Γ4.β. ἀπενεχθέντα : είναι κατηγορηματική μετοχή από το ρήμα «εὑρήσει», συνημμένη στο αντικείμενό του «χρήματα». Λειτουργεί ως κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «χρήματα».

Μονάδες 2

Γ4.γ.

ΥΠΟΘΕΣΗ : εἰ μηδένα ὑπάρχοιμεν ἀδικοῦντες (εἰ + εύκτική)

ΑΠΟΔΟΣΗ : ὅτι πολὺ θᾶττον ἄν τιμωροίμεθα αὐτοὺς (δευτερεύουσα ειδική πρόταση)

ß

ΠΛΑΓΙΟΣ ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

που δηλώνει ΑΠΛΗ ΣΚΕΨΗ του ΛΕΓΟΝΤΟΣ

¯

ΕΥΘΥΣ ΛΟΓΟΣ

ΥΠΟΘΕΣΗ : εἰ μηδένα ὑπάρχοιμεν ἀδικοῦντες (εἰ + εύκτική)

ΑΠΟΔΟΣΗ : πολὺ θᾶττον ἄν τιμωροίμεθα αὐτοὺς (κύρια πρόταση κρίσεως)

ΑΠΛΗ ΣΚΕΨΗ του ΛΕΓΟΝΤΟΣ

¯

ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

ΥΠΟΘΕΣΗ : εἰ μηδένα ὑπήρχομεν ἀδικοῦντες (εἰ + εύκτική)

ΑΠΟΔΟΣΗ : πολὺ θᾶττον ἄν ἐτιμωρούμεθα αὐτοὺς (κύρια πρόταση κρίσεως)

Μονάδες 4

Δείτε εδώ τα θέματα των Αρχαίων Ελληνικών για το παλαιό σύστημα

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο