Υπάρχουν δυο σχολές αντιμετώπισης μιας κρίσης:

α) Αυτή που υποστηρίζει ότι σε μια «μάχη» χρησιμοποιείς τον κύριο όγκο των διαθέσιμων δυνάμεων εμπροσθοβαρώς για να πετύχεις το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ώστε να επέλθει όσο το δυνατόν πιο άμεση βελτίωση της κατάστασης.

β) Εκείνη που θεωρεί ότι ωφελιμότερος είναι ένας καταμερισμός δυνάμεων, ώστε να χτυπάς κατά κύματα, με απώτερο σκοπό να εξαλείψεις κάθε ενδεχόμενο αναζωπύρωσης του προβλήματος και των αιτιών που το προκαλούν.

Το ποια από τις δυο θα υιοθετήσεις έχει να κάνει με τις συνθήκες που εξελίσσονται ανά περίπτωση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίσης, αλλά και τον χαρακτήρα αυτού που λαμβάνει τις αποφάσεις. Είναι περισσότερο ή λιγότερο συντηρητικός, ποιες είναι οι επιρροές του και κυρίως ποια η αφετηρία απ’ όπου ξεκινά.

Στην περίπτωση της τρέχουσας κρίσης που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού, ισχύουν όλα τα παραπάνω, συν μια επιπλέον παράμετρος. Στην Ελλάδα, το περιεχόμενο μιας πρότασης έχει να κάνει και με το αν αυτός που κάνει την επιλογή της σχολής βρίσκεται στην αντιπολίτευση ή στη συμπολίτευση. Και, μεταξύ μας, αυτή η διαχωριστική γραμμή εξηγεί και τις περισσότερες από τις κακοδαιμονίες του νεότερου ελληνικού κράτους.

Στην πρώτη περίπτωση, όταν το κόμμα βρίσκεται στην αντιπολίτευση, τα σχέδια είναι μαξιμαλιστικά, το ίδιο και οι στόχοι. Τα ποσά που διατίθενται «στο μιλητό» είναι άπειρα, οι δικαιούχοι αντιστοιχούν στο διπλάσιο του πληθυσμού κι όλα είναι – εννοείται – κοστολογημένα, με έναν ασαφή και απροσδιόριστο τρόπο, που στην καθομιλουμένη περιγράφεται με δυο λέξεις: στο περίπου.

Στην άλλη περίπτωση, όταν το κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση, όπου τα λεφτά είναι εκ των πραγμάτων συγκεκριμένα, αφού βρίσκονται μέσα στο ταμείο και όχι στη φαντασία εκείνου που κάνει τις εξαγγελίες, η δεύτερη σχολή σκέψης είναι η επικρατούσα. Γιατί, ακόμα κι αν η κυβέρνηση μπει στον πειρασμό να τα μοιράσει όλα με το «καλημέρα», για να κερδίσει (προσωρινά) τις εντυπώσεις, ζει με το άγχος ότι η κρίση κάποια στιγμή θα αναζωπυρωθεί και τότε θα την καταπιεί.

Υπό κανονικές συνθήκες, η κρίση του 2008 θα έπρεπε να αποτελεί το μεγαλύτερο σχολείο κυβερνητικών και εκκολαπτόμενων κυβερνητικών στελεχών. Οι λαϊκίστικες κι ανεύθυνες πλειοδοσίες που έγιναν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών από όλους ανεξαιρέτως συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε η χώρα να ταλαιπωρηθεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και να βρεθεί «ν» φορές στα πρόθυρα της πτώχευσης.

Τελικά, δεν μας έγινε τίποτα μάθημα;

Γράψτε το σχόλιο σας