ΒΟΥΛΙΑΖΟΥΜΕ. Όλο και πιο βαθιά βουλιάζουμε. Κι ωστόσο, δείχνουμε αμέριμνοι. Είμαστε αμέριμνοι. Λες και πρόσωπα όπως ο Κουν, ο Τσαρούχης, ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος, πιο πριν ο Τσιτσάνης και τώρα ο Γκάτσος, υπάρχουν πολλά σε τούτο τον τόπο, όπου κυριαρχούν οι Κούβελες… Μετρημένοι στα δάχτυλα, πια, οι ξεχωριστοί Έλληνες. Ως το 1970, ως το 1980, ούτε ένας ούτε δύο. Πολλοί. Τους βλέπαμε στους δρόμους, τους συναντούσαμε στα θέατρα, στις εκθέσεις, στα βιβλιοπωλεία, διαβάζαμε γραπτά τους σε εφημερίδες, τους ακούγαμε να λένε τις απόψεις τους στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Τώρα, ερημιά σχεδόν… (Θυμάμαι τον Τσίρκα, που έγραφε σ’ ένα «κομμάτι» του, πως του ήταν αρκετό να κάνει μια βόλτα στα τετράγωνα Αμερικής Σταδίου, Πανεπιστημίου, Όθωνος, Β. Σοφίας, για να πει «καλημέρα» με τον Σεφέρη, τον Μόραλη, τον Γκίκα, τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο…)

Έσκυψα σε όσα γράφτηκαν χθες και προχθές για τον Νίκο Γκάτσο. Σελίδες επί σελίδων. Κείμενα, αντιγραμμένα από άλλα κείμενα: του Χατζιδάκι, του Λιγνάδη, του Ξαρχάκου και, βέβαια, του Ελύτη. Μερικές φορές, κάποιοι στίχοι από την «Αμοργό». Κι άλλες, δυο-τρία δίστιχα από τα τραγούδια…. Θέλω να πω: ελάχιστα απ’ αυτά τα ρεπορτάζ μύριζαν γνώση. Επιδέξια -ή και αδέξια- κολάζ, μόνο. Κι όμως, ο ποιητής έχει αφήσει μεγάλο έργο. Κι ας ήταν, πρωτίστως, της παρέας και της κουβέντας. Μεγάλο έργο, που πολύ λίγοι και, φοβάμαι, όχι δημοσιογράφοι, θέλησαν ποτέ να προσεγγίσουν. Αυτή είναι η μίζερη εποχή μας.

Γιατί παλιά, τα πράγματα ήταν αλλιώς. Ο Πηλιχός έφευγε από τα «ΝΕΑ» και πήγαινε στου «Φλόκα» και καθόταν ώρες ολόκληρες σε μια καρέκλα, δίπλα στον Γκάτσο, για να τον ακούει. Το ίδιο και ο Λιγνάδης, στο «Πικαντίλλυ». Ποιοι πήγαν από μας, τα τελευταία χρόνια, στο «Τζι Μπι Κόρνερ», όπου σύχναζε -και ήταν πασίγνωστο- ο ποιητής, κάθε μέρα, για να τον γνωρίσουν;

Σκέφτομαι τον Γκάτσο και τις παρέες του κι ο νους μου τρέχει σε μια άλλη ιστορική παρέα: Μπουνιουέλ, Μπρετόν, Λόρκα, Νταλί, ξενύχτια, κουβέντες, φασαρίες, ποιήματα, ζωγραφιές, ωραία πράγματα. Αλήθεια, πώς ξεφτάει η ζωή μας, πώς ψευτίζει, πώς χάνει, μέρα-μέρα, την ομορφιά της….

Ο ΓΚΑΤΣΟΣ…. Συντριπτική η απώλεια! Με την «Αμοργό» ταρακούνησε την ελληνική ποίηση. Με τα τραγούδια του, μας έμαθε να τραγουδάμε. Ο πιο σοφός άνθρωπος στην Ελλάδα. Κι έξυπνος, με χιούμορ, με τρυφερότητα, με αγάπη, με αφοσίωση. Και εκατό χρόνια μπροστά απ’ όλους μας! Πώς το λέει ο Λόρκα;
«Νόμισμα που δεν θα ξανακοπεί»…

Άρθρο του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 15/5/1992

 

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στα Χάνια Φραγκόβρυσης της Αρκαδίας στις 8 Δεκεμβρίου 1911 (κατ’ άλλη εκδοχή, στις 8 Δεκεμβρίου 1914).

Τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Τρίπολη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και την αδελφή του στην Αθήνα, όπου σπούδασε στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου.

Την περίοδο 1935-1936 ταξίδεψε στη νότια Γαλλία και το Παρίσι.

Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έκανε το 1931 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Της μοναξιάς» στο περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ την ίδια περίοδο εισήλθε στον κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα», με το οποίο συνεργάστηκε και ως κριτικός λογοτεχνίας, δραστηριότητα που ανέπτυξε και σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας.

Το 1943 ο Γκάτσος εξέδωσε την «Αμοργό», ποιητική συλλογή που θεωρήθηκε ορόσημο στην ιστορία της ελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης και επηρέασε σύγχρονους αλλά και μεταγενέστερους ποιητές.

Μετά την «Αμοργό«», ωστόσο, δε δημοσίευσε παρά τρία ποιήματα στον περιοδικό Τύπο.

Στη μεταπολεμική περίοδο συνεργάστηκε με το περιοδικό του Κ.Γ. Κατσίμπαλη «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας.

Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική μετάφραση (Λόρκα, Στρίντμπεργκ, Ο’Νηλ, Λόπε ντε Βέγκα, Τενεσσή Ουΐλλιαμς κ.ά.), σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και άλλων αθηναϊκών θιάσων, και από τη δεκαετία του ’50 με τη στιχουργική.

Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο και άλλους έλληνες συνθέτες.

Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του (1987) και εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας της Βαρκελώνης για τη συμβολή του (μέσω των μεταφράσεών του) στην προώθηση της ισπανικής λογοτεχνίας (1991).

Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 1992.

Γράψτε το σχόλιο σας