Εκκληση στις ευπαθείς ομάδες – δηλαδή στους ηλικιωμένους και σε όσους έχουν χρόνια νοσήματα όπως είναι οι καρδιοπάθειες και ο σακχαρώδης διαβήτης – απευθύνουν οι ειδικοί στη χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως, καθώς αποτελούν τις ομάδες υψηλού κίνδυνου για σοβαρή νόσηση από τον SARS-CoV-2.

Και καθώς αποτελεί βεβαιότητα ότι τα κρούσματα στη χώρα μας θα αυξηθούν σημαντικά το επόμενο διάστημα – δεδομένου ότι ο νέος κορωνοϊός συνεχίζει την επέλαση του (και) στη Γηραιά Ηπειρο – γίνεται σαφές ότι οι πολίτες που ανήκουν στις ομάδες αυτές οφείλουν να λαμβάνουν έξτρα μέτρα αυτοπροστασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας για το νέο κορωνοϊό και καθηγητής Παθολογίας – Λοιμώξεων Σωτήρης Τσιόδρας σημειώνει ότι εκείνοι που αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο «θα πρέπει να αποφεύγουν τα ταξίδια σε χώρες οι οποίες έχουν κρούσματα, σε χώρες οι οποίες έχουν μεγάλη διάδοση στον πληθυσμό και αυτές οι χώρες – όπως βλέπετε – όλο και αυξάνονται. Οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να προστατεύουν περισσότερο την υγεία τους, να είναι λιγότερο εκτεθειμένοι αυτήν την εποχή».

Το προφίλ του ιού

Εν τω μεταξύ, παράλληλα με την άνιση μάχη που δίδει η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις για την αναχαίτιση της ραγδαίας εξάπλωσης του COVID-19, δίδεται και μία δεύτερη που επιχειρεί να «ξεκλειδώσει» το προφίλ του νέου κορωνοϊού ώστε μεταξύ άλλων να αποσαφηνιστεί με ποιον τρόπο απειλεί τον ανθρώπινο οργανισμό.

Επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσει τον μηχανισμό του SARS-CoV-2 (και) ο πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας – ομότιμος καθηγητής Παθολογίας και διευθυντής της Β’ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής, Μονάδας Ερευνας και Διαβητολογικού Κέντρου ΕΚΠΑ, ΠΓΝΑ «Αττικόν», Γεώργιος Δ. Δημητριάδης σημειώνει ότι η εξήγηση πιθανόν να βρίσκεται στον ήδη εξασθενημένο οργανισμό των χρονίως πασχόντων.

«Σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή χρόνια νοσήματα (όπως ο σακχαρώδης διαβήτης – ΣΔ) ενδέχεται να προκληθεί σοβαρότερη λοίμωξη στο κατώτερο αναπνευστικό (βρογχίτιδα ή πνευμονία) ή και νεφρική ανεπάρκεια» εξηγεί ο ειδικός.

Και συνεχίζει: «Τα άτομα με ΣΔ είναι πιο ευάλωτα στις λοιμώξεις. Πρόσφατη μελέτη στο Diabetes Care σε άτομα με ΣΔ και χωρίς ΣΔ έδειξε ότι ο κίνδυνος για ανάπτυξη λοιμώξεων στα άτομα με ΣΔ ήταν 3-4 φορές μεγαλύτερος, ενώ οι πιθανότητες να χρειαστούν νοσηλεία στο νοσοκομείο ήταν 2 φορές μεγαλύτερες. Η αυξημένη ευαισθησία των ατόμων με ΣΔ στις λοιμώξεις οφείλεται στην αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού τους συστήματος να αμύνεται σε «εισβολείς» (ιούς ή μικρόβια)».

Διαβάστε επίσης: Κοροναϊός : Η αποφυγή του πανικού, η στατιστική και η σύνεση

Ειδικότερα και σύμφωνα με τον ειδικό, οι λόγοι είναι δύο: Η κακή μεταβολική ρύθμιση και η χρόνια υπεργλυκαιμία αποδιοργανώνουν τη λειτουργία των κυττάρων που είναι υπεύθυνα για την άμυνα (πολυμορφοπυρήνων, λεμφοκυττάρων) ενώ οι χρόνιες επιπλοκές του ΣΔ (κυρίως οι βλάβες των αγγείων και η νευροπάθεια) δημιουργούν προϋποθέσεις κακής αιμάτωσης και λειτουργίας των οργάνων του σώματος, με αποτέλεσμα να ευνοείται η επέκταση της λοίμωξης και να αυξάνονται οι πιθανότητες για κακή έκβαση.

Σε ό,τι δε αφορά τους καρδιοπαθείς, ο ομότιμος καθηγητής Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτρης Θ. Κρεμαστινός επισημαίνει ότι οι καρδιοαγγειοπάθειες αποτελούν την πρώτη αιτία νοσηρότητας και θνητότητας του πληθυσμού, κατά συνέπεια είναι ανάλογη και η συμμετοχή τους σε μία πανδημία.

Διαφοροποίηση κινδύνου 

Εντούτοις, ο ειδικός διευκρινίζει ότι δεν απειλούνται όλοι οι ασθενείς το ίδιο. «Υπάρχει διαφοροποίηση του κινδύνου από καρδιοπάθεια σε καρδιοπάθεια. Εκείνοι που κινδυνεύουν περισσότερο είναι οι άρρωστοι με καρδιακή ανεπάρκεια, οπότε η καρδιά αδυνατεί να λειτουργήσει σαν αντλία αναρροφητική και εξωθητική. Ετσι η στάση και η συμφόρηση στους πνεύμονες είναι δεδομένη».

Γενικότερα, συμπληρώνει ο κ. Κρεμαστινός, η καρδιακή ανεπάρκεια είναι το τελικό στάδιο σχεδόν όλων των καρδιακών παθήσεων «με τη διαφορά ότι κάθε καρδιακή πάθηση έχει διαφορετικό λανθάνοντα χρόνο έως ότου φτάσει στο στάδιο της καρδιακής ανεπάρκειας. Μέχρι τότε ο καρδιοπαθής άρρωστος συμπεριφέρεται προς τις ιώσεις όπως ο γενικός πληθυσμός».

Εν τω μεταξύ, ο ομότιμος καθηγητής Λοιμωδών Νοσημάτων στην Ιατρική Σχολή του Brighton και του Sussex, John Cohen, προσθέτει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι στο παζλ που αφορά τη συμπεριφορά του SARS-CoV-2 όταν εντοπίζει τον κοινό παρονομαστή, που εξηγεί γιατί οι δύο αυτές κατηγορίες ασθενών είναι πιο ευάλωτοι για σοβαρές επιπλοκές.

Ειδικότερα και σύμφωνα με τον ίδιο ο νέος κορωνοϊός προκαλεί πνευμονία. «Οταν οι πνεύμονες υποστούν λοίμωξη – πνευμονία κάθε τύπου και όχι μόνον αυτή που προκαλείται από τον κορωνοϊό – συσσωρεύεται υγρό. Ετσι το σώμα πρέπει να εργαστεί πιο σκληρά για να λάβει οξυγόνο στο αίμα».

Ομως, η καρδιά και οι πνεύμονες «λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία», με αποτέλεσμα «όταν κάποιος εκδηλώσει πνευμονία, η καρδιά του πρέπει να εργαστεί πιο σκληρά».

Επιπρόσθετα και σύμφωνα με τον καθηγητή και πρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) Θάνο Δημόπουλο, «οι ασθενείς που πάσχουν από συμπαγή νεοπλάσματα και αιματολογικές κακοήθειες και πολλοί από αυτούς βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών, όπως και με κάθε άλλη ιογενή λοίμωξη».

Μάλιστα και υπό τα δεδομένα αυτά, το υπουργείο Υγείας έχει εκδώσει ειδικές οδηγίες για αυτή την κατηγορία ασθενών και θέτει αυστηρότατους περιορισμούς ως προς τον περιορισμό των επισκέψεων και τη μετακίνηση των συνοδών.

Επιπλοκές και λοιμώξεις

Εν τω μεταξύ, ο καθηγητής, επικαλούμενος στοιχεία από πρόσφατη δημοσίευση της ιατρικής επιθεώρησης «Lancet», επισημαίνει ότι «οι ογκολογικοί ασθενείς που ταυτοχρόνως πάσχουν από COVID-19 έχουν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν επιπλοκή μετά τη λοίμωξη αυτή. Από την άλλη πλευρά όμως, σε μια ακόμη πρόσφατη δημοσίευση στο ίδιο περιοδικό, σημειώνεται ότι από τα έως σήμερα δεδομένα δεν τεκμαίρεται υψηλότερος κίνδυνος νόσησης από τον νέο κορωνοϊό, σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Επομένως, οι ογκολογικοί ασθενείς δεν έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο νόσησης από κορωνοϊό, αλλά αν νοσήσουν εμφανίζουν συχνότερα επιπλοκές.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μια ακόμη έρευνα στο «Journal of Medical Virology», αρκετοί ασθενείς με COVID-19 παρότι εμφάνισαν δύσπνοια δεν είχαν σημαντικά αντικειμενικά ή ακτινολογικά ευρήματα από τους πνεύμονες. Επιπλέον, μερικοί ασθενείς εμφάνισαν νευρολογική συμπτωματολογία όπως πονοκέφαλο, ναυτία και εμέτους.

«Είναι γνωστό ότι ο ιός SARS είχε ανιχνευτεί σε εγκεφάλους τόσο ανθρώπων όσο και πειραματόζωων. Το στέλεχος του εγκεφάλου όπου βρίσκεται ο πυρήνας που ρυθμίζει την αυτόματη αναπνοή, παρουσίαζε σημαντικές βλάβες. Επιπλέον, μερικοί κορωνοϊοί έχουν την ικανότητα να μεταναστεύουν στο καρδιοαναπνευστικό κέντρο του νωτιαίου μυελού μέσω μηχανοϋποδοχέων και χημειοϋποδοχέων στους πνεύμονες και στις κατώτερες αεροφόρους οδούς. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, καθώς και τη φυλογενετική συγγένεια μεταξύ του SARS και του COVID-19, η προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος από τον νέο κορωνοϊό είναι πιθανή και αναμένεται να επιβεβαιωθεί σε μελλοντικές μελέτες» καταλήγει ο κ. Δημόπουλος.

Πάντως, δεν λείπουν και εκείνες οι περιπτώσεις που προκαλούν αισιοδοξία για την πορεία των ασθενών που πληρούν τα κριτήρια για σοβαρή νόσηση. Πριν από λίγες ημέρες έγινε γνωστό ότι ένας κινέζος συνταξιούχος, 101 ετών, πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο καθώς… νίκησε τον SARS-CoV-2.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Γράψτε το σχόλιό σας