Με αυτό τον τρόπο «χαιρέτησε» το συγκεντρωμένο πλήθος ο ένας από τους κατηγορουμένους για τον βιασμό και τον φόνο της νεαρής φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη. Γνωστή και μη εξαιρετέα η σημειολογία της χειρονομίας αυτής. Το υψωμένο μεσοδάχτυλο είναι ο φαλλός και τα διπλωμένα δάχτυλα οι όρχεις. Μας το είπε και κοτζάμ επιστήμων σε συνέντευξή του στο BBC, ο ανθρωπολόγος Desmond Morris, συγγραφέας του «The Naked Ape». Η φαλλική αυτή κίνηση υποδηλώνει την ασέβεια, την περιφρόνηση και τον εκφοβισμό στην πιο ακραία τους μορφή.

Αυτό που δεν γνώριζα – και γιατί να το γνωρίζω, άλλωστε; – είναι ότι η χειρονομία αυτή χρονολογείται τουλάχιστον μια χιλιετία πίσω. Ηταν προσφιλεστάτη τόσο στους αρχαίους Ελληνες όσο και στους Ρωμαίους. «Κατάπυγον» είναι μαθαίνω η αρχαία ονομασία και για πρώτη φορά τη συναντάμε στις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, στη σκηνή Στρεψιάδη – Σωκράτη.

Αμφιβάλλω αν το κατάπυγον του νεαρού ροδίτη αποτελούσε ένα είδος φόρου τιμής στην Αρχαία Κωμωδία. Το πιθανότερο είναι πως μας είπε όλους να πα’ να πηδηχτούμε. Μας ξεκαθάρισε το παλικάρι ότι μας έχει χεσμένους. Και εμάς και την αποστροφή μας για το στυγερό του έγκλημα. Δεν τον νοιάζει. Για κάποιον διαστροφικό λόγο θεωρεί ότι θα τη σκαπουλάρει. Δεν είναι τυχαίο πως μέσα στη φυλακή απείλησε σωφρονιστικό υπάλληλο λέγοντάς του «θα σε γ@@σω όταν βγω από δω μέσα». Αυτός πιστεύει ειλικρινά πως θα βγει έξω. Εξω, ρε παιδί μου, να γλεντήσει τη ζωή του, όπως εκείνος εννοεί το «γλέντι».

Δεν ξέρουμε αν η μεταφορά του νεαρού από τις φυλακές Γρεβενών στην ψυχιατρική πτέρυγα του Κορυδαλλού έγινε για να πέσει στα μαλακά ή γιατί υπάρχει όντως πρόβλημα. Γεγονός είναι πως πέντε μήνες πριν πάει στον Κορυδαλλό, αυτός και ο συνεργός του είχαν εξεταστεί από ψυχίατρο που διαπίστωσε πως έχουν σώας τας φρένας. Οπως και να ‘χει, κανείς από μας δεν θα υποδείξει στους συνηγόρους τού όποιου κατηγορουμένου με ποιον τρόπο θα υπερασπιστούν τους πελάτες τους.

Από τις καταθέσεις μαρτύρων προκύπτει πως ο άνθρωπος αυτός, από παιδί ακόμα, ήταν μια ωρολογιακή βόμβα εν κινήσει. Εδερνε, απειλούσε, βασάνιζε, τρομοκρατούσε. Ελα όμως που δεν άνοιγε ρουθούνι. Είχε πλάτες, λένε. Καθάριζαν οι γονείς του, λένε. Κι είναι πιθανόν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως, ενώ η δολοφονία έγινε στον πάνω όροφο του σπιτιού, η γιαγιά του νεαρού δεν «άκουσε» τις κραυγές και τα ουρλιαχτά της Ελένης που πάλευε για τη ζωή της.

Είναι προφανές πως φταίνε και οι γονείς. Δεν είναι δυνατόν να μεγαλώνεις έναν μικροσκοπικό τραμπούκο και να κάθεσαι να τον καμαρώνεις. Δεν είναι δυνατόν να κουκουλώνεις στο χαλί τα κακά της γάτας, αντί να δεις τι συμβαίνει και να σηκώσεις τα μανίκια, κατά προτίμησιν πριν το παιδί σου γίνει φονιάς.

Ομως από την άλλη μεριά, εμείς όλοι οι εθνικοί εισαγγελείς εύκολα ρίχνουμε το ανάθεμα. Εύκολα κρίνουμε και κατακρίνουμε όταν δεν ξέρουμε ή δεν θέλουμε να μάθουμε τα μυστικά της κλειδωμένης πόρτας. Εδώ ο άλλος σάπιζε στο ξύλο τα πέντε παιδιά του κι η γειτονιά πάλι δεν άκουγε τίποτα. Καθόμαστε σαν τις κότες, παρακολουθούμε, κι όταν γίνει η τραγωδία, εκ του ασφαλούς δικάζουμε.

Αλήθεια, πού ήταν μια κοινωνία ολόκληρη όταν ο νεαρός αυτάρεσκα επεδείκνυε την παραβατικότητά του; Ακόμα κι αν οι γονείς «καθάριζαν» και «κουκούλωναν», οι υπόλοιποι γύρω του τι έκαναν; Τουμπεκί – αυτό έκαναν. Τον έβλεπαν κι άλλαζαν δρόμο. Οταν κάποιος βιάζει, βασανίζει, δολοφονεί και σου υψώνει και μεσοδάχτυλο από πάνω, φταις κι εσύ που τον ανέχτηκες. Λίγο-πολύ φταίμε όλοι. Ολοι, εκτός από το κορίτσι που έφυγε από κοντά μας…

Γράψτε το σχόλιό σας