Η διαφαινόμενη απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να μην υπερψηφίσει τη συμφωνία για την αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας της Ελλάδας και των ΗΠΑ, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αυτονόητη αντιπολιτευτική πρακτική ενός κόμματος που έχει προέλευση από την ελληνική κομμουνιστική αριστερά, εάν δεν υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια: τη συμφωνία αυτή την είχε σε σημαντικό βαθμό διαπραγματευθεί η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Μάλιστα ήταν ο Γιώργος Κατρούγκαλος, ως αναπληρωτής ΥΠΕΞ, που ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας που τον Δεκέμβριο του 2018 συμμετείχε στην έναρξη του «στρατηγικού διαλόγου ΗΠΑ και Ελλάδας» με όλες τις δηλώσεις και τις «διαρροές» που έγιναν γύρω από αυτές τις συζητήσεις να αναφέρονται σε «εξαιρετικό κλίμα», ενώ ο τότε Α/ΓΕΕΘΑ κ. Ευάγγελος Αποστολάκης είχε επιμείνει στις δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας.

Και ήδη από τότε η διαπραγμάτευση ήταν ακριβώς για την ακόμη μεγαλύτερη αξιοποίηση της Σούδας αλλά για τη αξιοποίηση και άλλων βάσεων από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Άλλωστε, είχε προηγηθεί ο Πάνος Καμμένος, όταν ήταν ακόμη υπουργός Εθνικής Άμυνας, που είχε υποστηρίξει ότι έπρεπε η Ελλάδα να παραχωρήσει περισσότερες βάσεις στις ΗΠΑ.

Το ίδιο ισχύει και για τις επικριτικές δηλώσεις που κάνουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, στις οποίες υποστηρίζουν ότι ο έλληνας πρωθυπουργός δεν εξασφάλισε κάποια ξεκάθαρα καταδικαστική τοποθέτηση από τη μεριά του Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με τις πρόσφατες τουρκικές επιθετικές κινήσεις. Όμως, μια ματιά στις δηλώσεις που είχε κάνει ο αμερικανός πρόεδρος κατά τη συνάντησή του με τον Αλέξη Τσίπρα το 2017 θα διαπιστώσει ότι ούτε και εκεί είχε υπάρξει κάποια επικριτική δήλωση για την Τουρκία.

Αντίθετα, παρουσία ενός ιδιαίτερα χαμογελαστού Αλέξη Τσίπρα ο Ντόναλντ Τραμπ είχε τονίσει το πόσο καλές είναι κατά τη γνώμη του οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις: «Η Ελλάδα παίζει σημαντικό ρόλο για την σταθερότητα στην περιοχή και έχω την αίσθηση ότι όταν ξεπεράσει το οικονομικό εμπόδιο θα είναι πιο δυνατή.

Σε αμυντικό επίπεδο η Ελλάδα είναι σημαντικός εταίρος για τις ΗΠΑ. Έχουμε τεράστια εμπιστοσύνη στην Ελλάδα και ξέρουμε ότι θα είναι σύμμαχός μας για πολλά χρόνια. Η σταθερότητα είναι πολύ σημαντική και ελπίζουμε αυτό να γίνει με την Ελλάδα σε ρόλο κλειδί.

Εκτιμούμε τη συμβολή της Ελλάδας στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, την υποστήριξη που παρέχει στο έργο του ΤΑΠ του αγωγού Ελλάδας Βουλγαρίας και του αγωγού υγροποιημένου αερίου. Είμαι πολύ υπερήφανος που οι ΗΠΑ θα είναι η τιμώμενη χώρα στην ΔΕΘ τον επόμενο χρόνο. Θα οικοδομήσουμε πάνω στις κοινές μας αξίες και στην κοινή μας ιστορία για να οικοδομήσουμε ένα περιβάλλον ασφαλείας και για τα δύο έθνη μας».

Αντίστοιχα, όπως τώρα η αμερικανική πλευρά εξασφάλισε ότι η Ελλάδα θα εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς των μαχητικών αεροσκαφών F-35, παρά το υψηλό κόστος τους, έτσι και τότε στη επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στις ΗΠΑ είναι κλείσει η συμφωνία για την αναβάθμιση των F-16, την οποία ο αμερικανός πρόεδρος είχε χαιρετήσει με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό τρόπο: «Έχω επίσης ενημερωθεί ότι υπάρχει μια συμφωνία για την αναβάθμιση των ελληνικών F16 και αυτή η συμφωνία θα ενισχύσει τις θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ και τις σχέσεις μας».

Η φιλοαμερικανική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ

Η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να υψώσει τους αντιπολιτευτικούς τόνους έρχεται σε ένα βασικό στοιχείο που χαρακτήρισε την πολιτική του από τη στιγμή που μετεξελίχτηκε σε «κόμμα εξουσίας»: τον φιλοαμερικανισμό του.

Παρότι τώρα δείχνουν να θέλουν τα στελέχη του να το παραβλέψουν, όμως ο ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση μετατοπίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις παραδοσιακές θέσεις της ελληνικές αριστεράς ως προς την εξωτερική πολιτική. Αποδέχτηκε πλήρως το «ατλαντικό» πλαίσιο προσανατολισμού, απέφυγε συστηματικά κινήσεις που θα έρχονταν σε σύγκρουση με τα αμερικανικά συμφέροντα, με αποκορύφωμα την επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων το 2018, ενίσχυσε την αμυντική, πολιτική και οικονομική συνεργασίας με το Ισραήλ και στράφηκε αποφασιστικά στη διπλωματία των «τριμερών και τετραμερών», με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Μάλιστα, ο φιλοαμερικανισμός του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαίτερα έντονος και στην περίοδο Ομπάμα, όταν υπήρχαν και αυταπάτες ότι οι ΗΠΑ (που έχουν ιδιαίτερη επιρροή στο ΔΝΤ) θα βοηθούσαν στην τροποποίηση των συσχετισμών εντός της Τρόικας.

Η δε ρητορική των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ δεν διέφερε από αυτή που σήμερα χρησιμοποιεί και η κυβέρνηση τα ΝΔ, αποτελώντας μάλιστα ένα ιδιότυπο στοιχείο «συνέχειας» ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Και τότε το επιχείρημα ήταν ότι οι ΗΠΑ μπορούν να εγγυηθούν τις ελληνικές θέσεις και να αποτελέσουν ανάχωμα έναντι των τουρκικών προκλήσεων, ενώ όλα αυτά σε συνδυασμό με την εντονότερη συνεργασία με την Αίγυπτο και ιδίως το Ισραήλ αναβαθμίζουν τη  θέση της Ελλάδας στην περιοχή.

Αντίστοιχα, ήταν επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ που προωθήθηκαν ενεργειακές πολιτικές που είχαν τη σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ, όπως ήταν η προώθηση του αγωγού TAP ή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων υποδοχής υγροποιημένου φυσικού αερίου. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε ότι το σχέδιο για τον αγωγό East Med είχε επίσης ξεκινήσει επί των ημερών της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό φάνηκε όχι μόνο από τη διεκδίκηση της πατρότητας του σχεδίου αλλά και τις επιθέσεις που δέχτηκαν από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ όσοι αμφισβήτησαν τη χρησιμότητα του σχεδίου όπως π.χ. ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος.

Αντιπολιτευτικές ακροβασίες

Στη βάση των παραπάνω η τρέχουσα κριτική του ΣΥΡΙΖΑ στους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης ως προς τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας ακροβασίας.

Από τη μια, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να υπερασπίζεται τον πυρήνα της πολιτικής του στα εξωτερικά, δεν τον περιέλαβε ποτέ στα προς αυτοκριτική ή κριτική επανεξέταση ζητήματα και σε γενικές γραμμές δεν έχει κάνει κάποια μετατόπιση από τον πυρήνα της «ευρωατλαντικής»  εξωτερικής πολιτικής. Δεν έχουμε, δηλαδή, κάποια επιστροφή σε κάποια πιο αντιαμερικανική πολιτική από τις παραδόσεις της ελληνικής αριστεράς.

Από την άλλη, υποστηρίζει την ανάγκη να μην αναβαθμιστεί τώρα η αμυντική συνεργασία εφόσον οι ΗΠΑ δεν παίρνουν θέση πλήρως υπέρ των ελληνικών θέσεων. Το παρακάτω απόσπασμα από τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο «Βήμα» στις 5 Ιανουαρίου είναι πολύ χαρακτηριστικό: ««Θεωρώ λάθος το ότι η κυβέρνηση κατέθεσε το νομοσχέδιο για αναβάθμιση της αμυντικής μας συνεργασίας με τις ΗΠΑ σε τέσσερις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωρίς να είναι σαφές ποια στάση θα τηρήσει ο Πρόεδρος Τραμπ έναντι των τουρκικών απειλών.

Και στην επικείμενη συνάντηση και κυρίως στη συνέντευξη Τύπου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό οφείλει αυτό να το ξεκαθαρίσει. Και η ελληνική πλευρά οφείλει να πιέσει για να το ξεκαθαρίσει. Και πίεση δεν υπάρχει αν η ελληνική στάση θεωρείται δεδομένη.

Υπενθυμίζω ότι ο Πρόεδρος Τραμπ εξέφρασε ενστάσεις στο αμερικανικό νομοσχέδιο το οποίο αναφερόταν στις τουρκικές παραβιάσεις και στη στήριξη του σχήματος 3+1. Εάν οι δηλώσεις κατά της τουρκικής προκλητικότητας και υπέρ του σχήματος 3+1 και του αγωγού EastMed δεν είναι σαφείς- πόσο δε μάλλον αν δεν υπάρξουν καν -, νομίζω ότι πρέπει να επανεξετάσουμε πτυχές αυτής της συνεργασίας».

Η ανακολουθία ήταν εμφανής. Ήταν ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ που εκκίνησε αυτή την αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας και προχώρησε την αμυντική συνεργασία σε μια περίοδο που είχαμε επιθετικές κινήσεις της Άγκυρας.

Για παράδειγμα, ο γύρος διαπραγμάτευσης στην Ουάσιγκτον τον Δεκέμβριο του 2018, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, έγινε αφού είχαν προηγηθεί οι προκλήσεις της Τουρκίας με την αποστολή του ερευνητικού σκάφους Barbaros στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας την οποία είχε παρεμποδίσει η φρεγάτα «Νικηφόρος Φωκάς» του Πολεμικού Ναυτικού.

Είναι προφανές ότι και η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα είχε κάνει την ίδια επιλογή να προχωρήσει στην αναβάθμιση της συνεργασία με τις ΗΠΑ, ως στρατηγική επένδυση ακόμη και εάν η Ουάσιγκτον φαίνεται κατά καιρούς να επιλέγει πολιτική «ίσων αποστάσεων».

Η ανάγκη πολιτικής αντιπαράθεσης με όρους στρατηγικών

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε μια περίοδο μεταβατική, με βασικό χαρακτηριστικό την όξυνση αντιπαραθέσεων, την αναδιαπραγμάτευση συμμαχιών και αξόνων και την έντονη μεταβλητότητα των συσχετισμών, η εντονότερη φιλοαμερικανική στροφή όλων των ελληνικών κυβερνήσεων από το 2010 και μετά μπορεί και πρέπει να τεθεί στη βάσανο της κριτικής, να αποτιμηθεί και να αξιολογηθεί.

Όμως, αυτό προϋποθέτει μια συζήτηση που να στηρίζεται στην άρθρωση στρατηγικών τοποθετήσεων και σε μια ορισμένη αντιστοιχία λόγων και έργων, ιδίως όταν μιλάμε για πολιτικούς χώρους που διαχειρίστηκαν την εξωτερική πολιτική.

Διαφορετικά, η εύκολη αναζήτηση με κάθε τρόπο αντιπολιτευτικών ευρημάτων χωρίς βάθος και συνέπεια, απλώς επιτείνει μια εικόνα ότι στην πολιτική σκηνή γίνεται αντιπαράθεση για την αντιπαράθεση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο