Οταν, προ πενταετίας, ένας φίλος τραγουδιστής μού αφιέρωσε από το πάλκο τον «Πενηντάρη», πειράχτηκα. Ενιωσα αδικημένος. «Εγώ είμαι μόλις σαράντα οκτώ!» διαμαρτυρήθηκα όταν ήρθε στο τραπέζι μας, έτοιμος – διά του λόγου το αληθές – να επιδείξω την αστυνομική μου ταυτότητα. «Ο Ζαμπέτας το έγραψε πριν κλείσει τα σαράντα πέντε…» μου επεσήμανε, με απολογητικό δήθεν χαμόγελο. «Ο Ζαμπέτας, ως γνωστόν, μεγαλόδειχνε» επέμεινα. «Οι στίχοι του υμνούν τον πενηντάρη» άλλαξε τροπάριο. «Τον ονομάζουν «νέο της εποχής»». «Ποιας εποχής; Του 1970! Εχει προοδεύσει ο κόσμος, έχει παραταθεί η νεότητα. Ο «Εξηντάρης» θα ‘πρεπε να λέτε στις μέρες μας!». Εάν υπήρχε νομική διαδικασία μετονομασίας τραγουδιών κι έπινα λίγο παραπάνω, σίγουρα θα έσπευδα στη σχετική υπηρεσία και θα περίμενα στωικά να ξημερώσει για να υποβάλω αίτηση.

Τρίχες, φίλες και φίλοι! Το ξέρουμε κι εσείς κι εγώ πως στα πενήντα μπορεί να μη θεωρείσαι πλέον χούφταλο, μορμολύκειο – όπως στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η «Ακρόπολις» έγραψε «…άμαξα ελαύνουσα παρέσυρε τεσσαρακοντούτη γέροντα…». Εχεις ωστόσο μπει για τα καλά στη μέση ηλικία.

Ακόμα και αν η κεφαλή σου δεν θυμίζει αλπικό τοπίο ή καλογυαλισμένο καθρέφτη. Ακόμα κι αν από το στήθος σου δεν κρέμονται γυαλιά πρεσβυωπίας – την ξεγελάς προσώρας τεντώνοντας τα χέρια σου που κρατούν την εφημερίδα ή τον κατάλογο του εστιατορίου.

Το βλέπεις στη συμπεριφορά των πιτσιρικάδων. Σου απευθύνονται απαρεγκλίτως στον πληθυντικό. Σοβαρεύουν όταν κάθεσαι στην παρέα τους. Σου ζητούν, έτσι και τους κινήσεις το ενδιαφέρον, να διηγηθείς ιστορίες από τον καιρό που εσύ τελείωνες το Πανεπιστήμιο ενώ εκείνοι δεν είχαν καν γεννηθεί. Αν κάνεις το λάθος να τους πεις ότι είχες πιει κάποτε καφέ με τον Κάρολο Κουν, είναι ικανοί να σε ρωτήσουν για τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ίσως και για τον Ιωνα Δραγούμη, εφόσον βέβαια γνωρίζουν τα παραπάνω ονόματα. Αποτελείς, εν ολίγοις, κομμάτι ενός παρελθόντος το οποίο φαντάζει απώτατο.

Στις συναναστροφές των συνομηλίκων σου μελαγχολείς χειρότερα. Και ας μην κυριαρχούν εισέτι τα ιατρικά (ορισμένοι βεβαίως κοκορεύονται ότι πραγματοποίησαν την πρώτη τους κολονοσκόπηση) ούτε το μέτρημα των ενσήμων για τη σύνταξη, την οποία κουτσουρεμένη-ξεκουτσουρεμένη πολλοί επιμένουν να τη λαχταρούν όπως οι σταυροφόροι το ιερό δισκοπότηρο. Οι συζητήσεις μετά τα πενήντα έχουν ταυτόχρονα ένα βάρος και μια ελαφρότητα.

Τοποθετούνται άπαντες σχεδόν εχθρικά απέναντι στις καινούργιες τάσεις, ήθη, ιδέες. Κατακεραυνώνουν τους νέους «οι οποίοι ξοδεύουν τη ζωή τους κολλημένοι σε οθόνες», «που έχουν ξενερώσει από την υπερβολική πολιτική ορθότητα», «που δεν ερωτεύονται πια στις ακρογιαλιές, παρά μονάχα στο Διαδίκτυο». Εξιδανικεύουν παράλληλα, πλαστογραφώντας τα, τα δικά τους νιάτα. Ακούγοντάς τους πείθεσαι προς στιγμήν ότι έχουν ζήσει ανεξαιρέτως καταπληκτικές περιπέτειες στα μποέμικα χρόνια των 90ς και των 00ς. «Και πότε πήρατε την κάτω βόλτα;» σου  ‘ρχεται να τους ρωτήσεις. Γνωρίζεις την απάντηση. Θα τα ρίξουν στην κρίση.

Πράγματι, άμα δεν είχε φαλιρίσει το κράτος το 2010, δεν θα ‘χαν σταματήσει να ποζάρουν πάνω από αστακομακαρονάδες, να ταξιδεύουν με διακοποδάνεια σε εξωτικά νησιά. Δεν θα άλλαζε στην ουσία τίποτα – ένα μάτσο μεσήλικες θα ήταν που θα περιέφεραν τα φουσκωμένα πορτοφόλια, τα μπότοξ και τις αναμνήσεις τους. Που αδίστακτα θα οικειοποιούνταν τις επιτυχίες και τα βάσανα των παιδιών τους – «η Λήδα κέρδισε μετάλλιο στην κολύμβηση», «στον Στέλιο διαγνώστηκε δυσλεξία». Που θα παρίσταναν τους καλλιεργημένους και τους κοινωνικά ευαίσθητους. Που θα ‘χαν σιωπηλά παραιτηθεί από το φλερτ – αν βαριόντουσαν ή ασφυκτιούσαν στους γάμους τους θα απιστούσαν στα μουλωχτά, φροντίζοντας να μη δεθούν συναισθηματικά με το «τρίτο πρόσωπο» ώστε να μην απειληθούν οι ισορροπίες, η ακριβοπληρωμένη τους καθημερινότητα.

Γκρινιάζω; Εννοείται! Τι μεσήλικας θα ήμουν αν δεν γκρίνιαζα;

Η μέση ηλικία μοιάζει με την πάλαι ποτέ μεσαία τάξη. Καμαρώνει για τα κεκτημένα της ασχέτως αν τα απολαμβάνει αληθινά. Τρέμει τις αλλαγές καθώς το ξέρει ότι κατά κανόνα εγκυμονούν το χειρότερο. Απεχθάνεται τις ακρότητες. Οποιος, γυναίκα ή άνδρας, την αρνείται, όποιος προκλητικά νεάζει – το ρίχνει στα γυμναστήρια, συναναστρέφεται με την επόμενη γενιά, γκομενίζει – φαντάζει γελοίος. Δικαίως ίσως. Το να νομίζεις πως θα ξεγελάσεις τον χρόνο συνιστά το άκρον άωτον του δονκιχωτισμού.

Στις πλατείες, στις πλαζ δεν κοιτάω πλέον τα κορίτσια αλλά τα αγόρια. Ταυτίζομαι μαζί τους. Αναλαμβάνω νοερά ρόλο προπονητή. «Ψήσε την τη μικρή! Μην τη παραφλομώνεις βρε στη φλυαρία! Ωρα να την ξεμοναχιάσεις – πρότεινέ της μια βόλτα!» Από μέσα μου φυσικά, φορώντας μαύρα γυαλιά για να μη δουν πως τους καρφώνω. Οι συνομήλικοί μου διαφωνούν για τα πολιτικά. Δεν τους δίνω καμιά σημασία. «Σκέφτεται το καινούργιο του βιβλίο…» με δικαιολογούν.

Να πλήττεις με στυλ. Ιδού η πρόκληση της μέσης ηλικίας.

Γράψτε το σχόλιο σας