Είναι σαφές ότι η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή, κατά τη διάρκεια της «ώρας του πρωθυπουργού», έδειξε ότι τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας είναι αποφασισμένοι να ακολουθήσουν έναν δρόμο σύγκρουσης, επιλέγοντας τα μέτωπα στα οποία θεωρούν ότι έχουν πιο ισχυρές θέσεις και γύρω από τα οποία μπορούν να συσπειρώσουν το στενό δυναμικό των κομμάτων τους.

 

Η στρατηγική Μητσοτάκη: κατοχύρωση της κυρίαρχης θέσης στο πολιτικό σκηνικό

Ο πρωθυπουργός κατέχει αυτή τη στιγμή μια κυρίαρχη θέση στο πολιτικό σκηνικό. Είναι ο πρώτος πρωθυπουργός, μετά από καιρό, που απολαμβάνει μια μονοκομματική και αδιαμφισβήτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και άρα δεν χρειάζεται να καταφύγει στους συμβιβασμούς και τις ακροβασίες που αναγκαστικά συνεπάγεται μια κυβέρνηση συνεργασίας. Προσομοιάζει δηλαδή περισσότερο στην παραδοσιακή εικόνα του πρωθυπουργού-κυβερνήτη παρά σε αυτή του διαχειριστή μιας ετερόκλητης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Έπειτα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απολαμβάνει ακόμη σημαντικής θετικής απήχησης. Όπως έδειξε και η πρόσφατη δημοσκόπηση της Pulse για τον Σκάι, μπορεί να μην έχει κάποια ιδιαίτερη δημοφιλία, ωστόσο το 45% που έχει ως θετική απάντηση στο ερώτημα για το ποιος είναι καλύτερος για την πρωθυπουργία σε αντίθεση με το 26% του Αλέξη Τσίπρα του δίνει ένα σημαντικό προβάδισμα.

Κυρίως, όμως δείχνει σε δημοσκοπικό επίπεδο να έχει ταυτίσει την δική του διακυβέρνηση με την προοπτική τα πράγματα να κινηθούν σε θετική κατεύθυνση. Το 63% που υποστηρίζει ότι τα πράγματα κινούνται γενικά σε θετική κατεύθυνση, ποσοστό που είναι ίδιο με αυτό εκείνων που υποστήριζαν ότι τα πράγματα πάνε σε αρνητική κατεύθυνση πριν τις εκλογές, αποτυπώνει με ποσοτικούς όρους αυτό που θα ορίζαμε ως το πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην τρέχουσα συγκυρία.

Ταυτόχρονα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει ιδιαίτερα στη θετική γνώμη της κοινής γνώμης για κρίσιμες πλευρές της πολιτικής του όπως είναι ο αντικαπνιστικός νόμο ή οι νέες ρυθμίσεις για το πανεπιστημιακό άσυλο, παρότι εν μέρει αυτό οφείλεται και στον τρόπο που οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις έχουν προβληθεί συστηματικά στη δημόσια σφαίρα ως αυτονόητες.

 

Η χάραξη γραμμών

Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός δείχνει να επενδύει στα μέτρα εκείνα που κατά τη γνώμη του επιτρέπουν και τη χάραξη διαχωριστικών γραμμών με τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ρυθμίσεις για το πανεπιστημιακό άσυλο ή ορισμένες από τις αλλαγές που έγιναν στους ποινικούς κώδικες δεν αφορούσαν απλώς προτεραιότητες ή επεφρασμένες θέσεις της τωρινής κυβέρνηση, αλλά και ζητήματα για τα οποία η Νέα Δημοκρατία κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ και ιδίως την μόνιμη πολεμική της ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στήριξε συστηματικά τις πρακτικές «ανομίας» εντός και εκτός πανεπιστημίων.

 

 

Αντίστοιχα σε σχέση με το μεταναστευτικό η κυβέρνηση δεν επικεντρώνει μόνο στο να περάσει μέτρα που κατά τη γνώμη της θα λύσουν το ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης αιτουμένων καθεστώτος ανθρωπιστικής προστασίας στα νησιά, ή να υλοποιήσουν την προεκλογική δέσμευση της ΝΔ για εντονότερη αποτροπής της άφιξης μεταναστών, αλλά και αποσκοπεί στο να μπορεί διαρκώς να αναδεικνύει τις ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ για την αρνητική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στα νησιά.

Προς το παρόν τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν να ενισχύουν τη θέση της ΝΔ, αν και παραμένουμε ακόμη εντός της περιόδους χάριτος που ακολουθεί μια εκλογική μάχη. Σε όλα τα ερωτήματα σε δημοσκοπήσεις που αφορούν τέτοια ζητήματα δείχνει να κερδίζει τη θετική υποστήριξη με τα ποσοστά όσων διαφωνούν να αντιστοιχούν στον πυρήνα της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ όπως και των άλλων σχηματισμών της Αριστεράς.

 

Η στρατηγική της αντιπαράθεσης από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ

Από την άλλη μεριά ο Αλέξης Τσίπρας στην παρέμβαση του στη Βουλή κατά τη συζήτηση της ερώτησής του, ανέδειξε τα μέτωπα που ήθελε να υπογραμμίσει.

Απέναντι στην προσπάθεια της κυβέρνησης να παρουσιάσει συστηματικά τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα που ήταν ανεκτικό στην παραβατικότητα και τις καταστάσεις «ανομίας», ο Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε τη σημασία των ζητημάτων που αφορούν την επιχειρηματική παραβατικότητα και τα εγκλήματα του «λευκού κολάρου».

Αφορμή ήταν οι αλλαγές στον ποινικό κώδικα και η πρόβλεψη ότι πλέον ζητήματα απιστίας τραπεζικών στελεχών θα εξετάζονται μόνο κατόπιν έγκλησης από τις διοικήσεις των τραπεζών και όχι αυτεπάγγελτα από τις εισαγγελικές αρχές, αλλά και η θέσπιση χρονικού όρου για τη δέσμευση λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων όσων ελέγχονται για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 

Διαβάστε επίσης: Η πρώτη άγρια κόντρα Τσίπρα – Μητσοτάκη στη Βουλή για τη διαφθορά

 

Ο στόχος ήταν σαφής: να υποστηρίξει τη βασική θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι η κυβέρνηση της ΝΔ έχει μια σαφή ατζέντα συγκάλυψης και νομιμοποίησης της διαπλοκής και ουσιαστικά επιστροφής στη συνθήκη που έφερε την Ελλάδα στη χρεοκοπία. Με αυτό τον τρόπο, ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να κατοχυρώσει τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως του κόμματος που στέκεται απέναντι στην πολιτική διαφθορά και τη διαπλοκή.

 

 

 

Άλλωστε, η παγίωση μιας τέτοιας θέσης είναι απαραίτητη και για την υποστήριξη μιας άλλης πλευράς του κεντρικού αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ που είναι η επιμονή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στο στόχαστρο και δέχεται επιθέσεις ακριβώς επειδή συγκρούεται με συμφέροντα και δη αυτά που ελέγχουν την ενημέρωση.

Με αντίστοιχο τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υπογραμμίσει ιδιαίτερα τα ζητήματα που αφορούν τον αυταρχισμό έναντι π.χ. των φοιτητών ακριβώς επειδή θεωρεί ότι με τέτοιες αιχμές μπορεί να συσπειρώσει την κομματική του βάση.

Πάντως ο τόνος και οι θέσεις δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προκρίνει σαφώς σε αυτή τη βάση τη συσπείρωση ενός πιο «στενού» ακροατηρίου, παρά να πείσει όσα κομμάτια στέκονται «απέναντι», θεωρώντας ότι είναι πιο σημαντικό να έχει μια βάση, ώστε πάνω σε αυτή να δοκιμάσει να αποδομήσει την θετική απήχηση που δείχνει να απολαμβάνει η κυβέρνηση.

 

Η αποφυγή των «δύσκολων ερωτημάτων»

Την ίδια στιγμή πέρα από την πόλωση και τα δύο κόμματα αποφεύγουν να μεταφέρουν τη συζήτηση σε ζητήματα που είναι πιο δύσκολα και για τα δύο.

Η Νέα Δημοκρατία, σε αυτή τη φάση, προκρίνει περισσότερο τα ζητήματα του «νόμου και της τάξης» ή της «ασφάλειας» θεωρώντας ότι γύρω από αυτά μπορεί πολύ περισσότερο να υποστηρίξει μια θέση για την επιστροφή στην «κανονικότητα» από ό,τι π.χ. για την οικονομία.

Προφανώς και επενδύει στα όποια μέτρα ελαφρύνσεων πήρε σε μια προηγούμενη φάση, όμως γνωρίζει ότι αυτή τη στιγμή απέχει από το να έχει προσφέρει μια απτή και σε εξέλιξη αναπτυξιακή στρατηγική.  Ούτε έχει μπορέσει να προσφέρει με σιγουριά την εγγύηση στη μεγάλη πλειοψηφία ότι τα πράγματα θα είναι καλύτερα. Απλώς εκμεταλλεύεται πολιτικά, όσο μπορεί, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι τα χειρότερα είναι πίσω, έστω και εάν δεν έχει πιστέψει ότι τα πράγματα θα γίνουν πολύ καλύτερα.

Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει περισσότερο να θέλει να επικεντρώσει στα ζητήματα γύρω από τα οποία πιστεύει ότι μπορεί ότι να στοιχειοθετήσει μια κριτική περί «επιστροφής μια σκληρής και κυνικής δεξιάς», παρά να απαντήσει για τον απολογισμό της δικής του κυβερνητικής θητείας, να δώσει εξηγήσεις για την κατάσταση που άφησε στο προσφυγικό ή να αποτιμήσει την μνημονιακή οικονομική πολιτική που ακολούθησε.

 

Το στοίχημα της οικονομίας και της προοπτικής

Στην πραγματικότητα και τα δύο κόμματα γνωρίζουν ότι το μεγάλο στοίχημα αφορά την οικονομία. Αυτό που θα διαμορφώσει πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό μεσοπρόθεσμα έχει να κάνει με την οικονομία. Εάν υπάρξουν πραγματικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί, δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης που να ξεφεύγουν από τα όρια των κακοπληρωμένων θέσεων μερικής απασχόλησης που μέχρι τώρα έχουν συμβάλει στη μείωση της ανεργίας, αίσθηση ότι μπορούν οι νέοι να έχουν μέλλον στη χώρα, τότε όντως το πολιτικό σύστημα θα μπορούσε να διαχειριστεί μια συνθήκη σταθερότητας.

 

Εάν όμως, ακόμη και με μείωση της ανεργίας, μεγάλο μέρος των εργαζομένων παραμένουν σε συνθήκη μισθολογικής υποβάθμισης, η «μεσαία τάξη» δεν δει βελτίωση, η νεολαία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα φαύλο κύκλο επισφάλειας και μερικής απασχόλησης και οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί παραμείνουν σε οριακό σημείο, αυτό θα μπορούσε να τροφοδοτήσει και μεγάλη κοινωνική αναστάτωση και να δώσει διαφορετική φόρτιση στα όσα ζητήματα σήμερα διαιρούν την κοινωνία.

Μόνο που προς το παρόν και τα δύο μεγάλα κόμματα διστάζουν να μεταφέρουν εκεί την πολιτική αντιπαράθεση. Η Νέα Δημοκρατία γιατί προτιμά θέματα πιο «σίγουρα» και γιατί γνωρίζει τις αβεβαιότητες του διεθνούς οικονομικού τοπίου, όπως και τις δυσκολίες της υλοποίησης των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων, έστω και εάν συναντά μια περισσότερο ευμενή στάση των θεσμών. Ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί γνωρίζει ότι οποιαδήποτε απόπειρα να διατυπώσει «φιλολαϊκό» οικονομικό πρόγραμμα θα προσκρούσει στην ακόμη πολύ πρόσφατη μνήμη της δικής του εκδοχής λιτότητας.