Μια από τις φράσεις που έχουν μπει στον κοινό μας λόγο, χωρίς να ξέρουμε την καταγωγή της – κάποιοι λένε για παλιά κινέζικη παροιμία – λέει πως είναι καλύτερο να ανάβεις ένα μικρό κερί, παρά να καταριέσαι το σκοτάδι.

Εμένα, έτσι τα ‘φερε τύχη αγαθή, και μου δόθηκε κάποιες φορές τα τελευταία χρόνια η ευκαιρία να ανάψω μερικά κεράκια. Για την ακρίβεια, την πρώτη φορά, δίχως καλά – καλά να το καταλάβω, μια παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη του 2016, άναψα όχι ένα αλλά οκτώ κεράκια.

Ο νεαρός δικηγόρος Ομηρος Ζέλιος, άγνωστός μου μέχρι τότε, μου έκανε τη χάρη να με πάει νύχτα βαθιά στο υπόγειο κελί όπου κρατούνταν δεσμώτες οι οκτώ νεαροί τούρκοι αξιωματικοί που είχαν αποφασίσει λίγους μήνες νωρίτερα να έρθουν ικέτες στην πατρίδα μας, για να σώσουν τη ζωή τους από τον τύραννο Ερντογάν.

Το θέμα τους βρέθηκε στην επικαιρότητα την εβδομάδα που μας πέρασε, καθώς ένας εγκυρότατος τούρκος δημοσιογράφος δημοσίευσε ντοκουμέντα κι αποδείξεις ότι οι πραιτωριανοί του Ερντογάν είχαν τις πρώτες κιόλας ώρες της φυγής των Οκτώ ετοιμάσει στρατιωτική αποστολή, για να μπουν με τα άρματα, να αρπάξουν τους ικέτες από την πατρίδα μας.

Τελικά, δεν χρειάστηκε. Ο τότε πρωθυπουργός, κάποιος Αλέξης Τσίπρας αν τον θυμάστε, ένα δειλό ανθρωπάκι, σκιάχτηκε, κι έταξε στον Ερντογάν ότι «θα στους στείλω πίσω σε δυο βδομάδες». Και έτσι τα τουρκικά ελικόπτερα και οι κομάντος δεν πέταξαν στην Αλεξανδρούπολη. Γιατί να κουράζονται με επιθέσεις, όταν πουλάγαμε εμείς οι ίδιοι τις αρχές μας, τους βωμούς και τις εστίες μας;

Γυρνώ πίσω στη νύχτα του Δεκέμβρη του 2016, που αντίκρισα για πρώτη φορά τους Οκτώ. Ηταν αργά, έκανε ψόφο, και ο Ομηρος Ζέλιος που είχε προσφερθεί να υποστηρίξει τους ικέτες χωρίς αμοιβή, είχε καταβάλει προσπάθεια να τους πείσει να με δεχτούν στο κελί τους.

Ηταν τρομαγμένοι άνθρωποι, κι εκτός από μια δικηγόρο αμφιβόλων κινήτρων – πλην της διάθεσής της να τους πάρει τα λιγοστά χρήματα που είχαν πάνω τους -, καθώς και μπόλικους αστυνομικούς, στους έξι μήνες τους στην Ελλάδα οι Οκτώ δεν είχαν δει άλλον άνθρωπο από τον νεαρό εθελοντή δικηγόρο.

Τους έκανε εντύπωση λοιπόν ότι ένας άγνωστός τους έλληνας, συγγραφέας μάλιστα, ήθελε να τους συναντήσει, και δίκαια είχαν δισταγμούς να με δουν. Τελικά με δέχτηκαν, διστακτικά, μα ευγενικά, στο θεοσκότεινο κελί – τους είχαν βγάλει το ηλεκτρικό για να μη δοκιμάσουν, λέει, να αυτοκτονήσουν -φωτισμένο μόνο από μια αντανάκλαση που ερχόταν από τον διάδρομο του αστυνομικού τμήματος, μέσα από τα κάγκελα.

Οι οκτώ ταλαιπωρημένοι, εξαθλιωμένοι άνθρωποι, με δέχθηκαν με ανοιχτή καρδιά. Καθίσαμε τρεις -τέσσερις ώρες και σιγανοκουβεντιάσαμε.

Είχαν πριν ενημερωθεί, από δυο φίλους συνταξιούχους δικαστές, ότι η τότε πρόεδρος του Αρείου Πάγου, η ανεκδιήγητη Βασιλική Θάνου, μαζί με έναν Κοντονή αν τον θυμάστε, υπουργό Δικαιοσύνης, λέει, είχαν υπακούσει το δειλό ανθρωπάκι, τον Τσίπρα, και απειλούσαν τους δικαστές πως θα γινόταν τάχα πόλεμος με την Τουρκία, αν δεν σταλούν οι Οκτώ στον Ερντογάν, όπου τους περίμενε σίγουρα ο θάνατος.

Οι Οκτώ φοβόντουσαν τι τους περίμενε, ως ενδεχόμενο. Εγώ όμως το ήξερα ως σιγουριά. Μα εκείνοι είχαν παλικαρίσια αξιοπρέπεια και εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τη γνώση μου κρυφή, να τους δημιουργήσω κάποια αισιοδοξία – μια αισιοδοξία που ήξερα μέσα μου ότι ήταν αστήρικτη. «Είναι χαμένο το παιχνίδι, δυστυχώς», μου είχαν πει οι τίμιοι δικαστές φίλοι μου. «Θα πάνε οι καημένοι οι άνθρωποι άκλαφτοι», μου είχε πει έμπειρος πολιτικός που συμβουλεύτηκα, που ήξερε καλά τα της Δικαιοσύνης.

Το σκοτάδι ήταν σχεδόν απόλυτο στο κελί, εκτός από την ανταύγεια από τον διάδρομο. Είδα έναν τζουρά κρεμασμένο στον τοίχο, και ρώτησα ποιος παίζει. Ενας αξιωματικός τον κατέβασε και μου τραγούδησε ένα πονεμένο τραγούδι παλιό, το «Λέιλιμ Λέι» που λέει για τον πόνο ενός φυγά που του λείπει η αγαπημένη του. Οι άλλοι επτά, σιγομουρμουρίζοντας τα λόγια, δάκρυζαν.

Συγκινήθηκα κι εγώ, και αν και έχω φωνή γαϊδάρου, είπα ότι θα τους πω ένα τραγούδι που να δένει τους δυο τόπους μας. Τραγούδησα κακήν – κακώς το «Μπιρ Αλλάχ» του Παπαϊωάννου, και τους εξήγησα τα λόγια. Πριν φύγω, αν και ήξερα ότι ο αγώνας είναι χαμένος, ορκίστηκα στον εαυτό μου να αγωνιστώ να τους βοηθήσω. Τους αγκάλιασα έναν – έναν και τους είπα ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για αυτούς.

Τα φέρε έτσι η τύχη, και κάθε καλή δύναμη στον κόσμο, και πάνω από όλα οι έλληνες αρεοπαγίτες, που δεν δείλιασαν και δεν ενέδωσαν στους εκβιασμούς, και νικήθηκε το κακό, έχασαν οι παλιάνθρωποι που ήθελαν να στείλουν στον σφαγέα τα οκτώ ανθρωπάκια του Θεού.

Γλίτωσαν οκτώ ψυχές, προς δόξα μεγάλη της Ελλάδας. Κι από τότε, τα οκτώ κεράκια των τούρκων φίλων μου φώτισαν την ψυχή μου με ένα τρόπο αναπάντεχο. Και πάλι τα ‘φερε καλή τύχη και μου δόθηκε η ευκαιρία να βρεθώ πριν από λίγες εβδομάδες στον Αρειο Πάγο, να υποστηρίξω μια φτωχή, γενναία γυναίκα, που το βάρβαρο καθεστώς του Ιράν ήθελε να την πάρει πίσω με το ζόρι και να την τιμωρήσει σκληρά με τον νόμο της Σαρία, γιατί το έσκασε από τον δυνάστη άνδρα της που βασάνιζε αυτή και το παιδάκι της.

Και πάλι χάρη στη λεβεντιά των δικαστών μας, σώθηκε κι αυτή. Δυο κεράκια ακόμα, για τη μάνα και την κόρη, από τη μικρή Ελλάδα, μια χώρα που βρίσκεται στη δίνη ενός τεράστιου μεταναστευτικού προβλήματος, που ούτε η ίδια δημιούργησε, ούτε τις δίνουν τις δυνάμεις οι δυνατοί να λύσει.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δίνη, δίνεται στον καθένα και την καθεμιά μας η δυνατότητα, όπου μπορεί, να ανάβει ένα μικρό κεράκι, βοηθώντας μια ανθρώπινη ψυχή. Ενα μικρό κεράκι που είναι χίλιες φορές καλύτερο από το να καταριόμαστε το σκοτάδι. Ποιος ξέρει, όποιος το ανάβει μπορεί μια μέρα να έχει κάποια ανταμοιβή, σε έναν άλλο κόσμο, ανώτερο. Μα κι αν δεν έχει δεν πειράζει. Κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό και, ποιος ξέρει, το κεράκι σου μπορεί να φέξει στα σκοτεινά νερά, να φωτίσει τη νύχτα τον δρόμο κανενός αρμενιστή που έχασε τη ρότα του.

Συλλογίζομαι αυτόν τον καιρό τα πέντε χιλιάδες ασυνόδευτα ανήλικα που είναι στην Ελλάδα, τα πιο πολλά ζώντας ζωές εφιαλτικές. Δεν είναι στις δυνάμεις μου να ανάψω πέντε χιλιάδες κεράκια, βέβαια.

Είναι υπερβολικά πολλά για έναν άνθρωπο. Μα το γενναίο πνεύμα όσων βοήθησαν στη δίκη των Οκτώ, αλλά και το πνεύμα των ανθρώπων που θέλουν να αφήσουν ένα σημάδι στη δημόσια ζωή, πέρα από οικονομικούς απολογισμούς και έργα οδοποιίας, μπορεί να μας δώσει τη δύναμη να ανάψουμε σαν χώρα αυτά τα κεράκια όλοι μαζί. Κάθε κερί που θα ανάψουμε, ιδιαίτερα αν είναι για ένα παιδί, θα κάνει τον κόσμο πιο φωτεινό.

Μην καταριέστε το σκοτάδι πατριώτες. Ανάβετε κεράκια…

 

Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας