Ας ξεκινήσουμε με τα αυτονόητα: η ελεύθερη διακίνηση ιδεών δεν συνοδεύεται από την ελεύθερη αποθήκευση εκρηκτικών σε όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Ούτε όλοι οι φοιτητές είναι ευάλωτοι στην ήπια, τη μέτρια ή την ανέλεγκτη παραβατικότητα, ώστε να καλείται η αστυνομία να βγάλει κράνη και κοντάρια απ’ τα υπόγεια. Παραβατικότητα, ωστόσο, υπάρχει. Και βία. Και «ακτιβιστικός αντισυστημισμός». Οπότε η πολιτεία παρεμβαίνει εκεί όπου υπάρχουν ενδείξεις και αποδείξεις.

Την εικόνα αυτή δεν την απαρνούνται ούτε όσοι υπερασπίζονται – σαν να γράφουν έκθεση ιδεών – τη νεότητα, τα «παιδιά μας» και την παραγωγή πανεπιστημιακής σκέψης (αν επιτρέπεται και ένας ευφημισμός). Θυμάστε την επιτροπή Παρασκευόπουλου που θα έκοβε τον γόρδιο δεσμό εντός του πανεπιστημιακού campus, θα κοιτούσε τους παραβάτες στα μάτια και θα εγκαινίαζε τον πολυθρύλητο διάλογο με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές; Ο τρόπος με τον οποίο ανέλυε την πραγματικότητα εξηγεί ως ένα σημείο το «βραχυκύκλωμα» του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο φαινόμενο ΑΣΟΕΕ. Βία υπάρχει στο πανεπιστήμιο, επειδή βία υπάρχει παντού στον κόσμο, έλεγε το ρεζουμέ σε ελεύθερη απόδοση.

Η πολιτεία και η εξουσία, λοιπόν, έχουν την πολυτέλεια να παρατηρούν την παθογένεια, αλλά όχι να την αγγίζουν. Αντιθέτως, η επιτροπή Παρασκευόπουλου καλούσε τους καθηγητές να δείξουν ευαισθησία για την «ανάπτυξη διακλαδικών αντικειμένων διδασκαλίας, όπως η βία και η χρήση ναρκωτικών». Υποδείκνυε την «ήπια διαχείριση κρίσεων» για περιπτώσεις στις οποίες το άσυλο κατέληγε κάλυψη απόκρυψη για έκνομες ενέργειες. Και ο τέως υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου χρέωνε στην ίδια τη νεολαία την έλλειψη μιας «φοιτητοπεριπόλου» που θα έλεγχε τα περιστατικά διακίνησης και πορνείας: «Στα πανεπιστήμια αυτά τα θέματα λύνονται από μέσα, αν υπάρχει ένα ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα και σύλλογος καθηγητών… Ποτέ δεν έχει φέρει λύση η αντιμετώπιση με αστυνομικούς τρόπους».

Αυτή η μη μου άπτου συλλογιστική επικρατεί και στις αντιδράσεις των τελευταίων ημερών. Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει τις μολότοφ στην ΑΣΟΕΕ, γυρίζει αλλού το βλέμμα και επικαλείται την… ΕΡΕ: «Εξι μέρες πριν από την επέτειο του Πολυτεχνείου, τα ΜΑΤ και οι δυνάμεις καταστολής εισβάλλουν στον πανεπιστημιακό χώρο… Η κανονικότητα επιτίθεται, η Δημοκρατία απειλείται» έγραψε σε ανάρτησή της η νεολαία του κόμματος. Και ο Γιάννης Ραγκούσης αναρωτιόταν στη Βουλή εάν ο Πρωθυπουργός «επιδιώκει (sic) ένα νέο Γρηγορόπουλο».

Δεν πρόκειται μόνο για το κρεσέντο ενός αντιπολιτευτικού λόγου που δημιουργεί φαντάσματα για να τα καταπολεμήσει. Είναι και η διαχρονική ρητορική της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που εργαλειοποιεί την αντάρα για να πετύχει θαυμάσια κατάσταση. Σαν να έχει ανάγκη από την ύπαρξη του κοινωνικού Κακού, το οποίο αφήνει όμως αμετάβλητο. Και κάτω από την επίκληση για την παλινόρθωση του κράτους της Δεξιάς – την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη επενδύει στην εμπέδωση της τάξης – προσπαθεί να καμουφλάρει τις αρχαϊκές αγκυλώσεις της.

Τις μεταπτώσεις ενός κόμματος που πολλοί θέλουν να γίνει δεύτερος πόλος, λιγότεροι να χάσει τα «ακροατήρια διαμαρτυρίας» και ίσως ακόμη λιγότεροι να εγκαταλείψει την εικόνα ανοχής απέναντι στον ήπιο «μπαχαλακισμό». Η διάθεση νοσταλγίας για τον ρομαντικό ΣΥΡΙΖΑ του 4% είναι σαν το όνομα και το χούι. Φεύγει τελευταία. Πώς το είπε προ ημερών ο βουλευτής Σπύρος Λάππας: «Και ποιο αδίκημα διαπράττει αυτός που κουβαλάει στο σακίδιό του μια μολότοφ;». Κι ύστερα ήρθαν οι μολότοφ από τα υπόγεια.

Γράψτε το σχόλιο σας