Από την ερχόμενη Πέμπτη, ο κινηματογράφος Studio στην πλατεία Αμερικής θα φιλοξενεί προβολές του ντοκιμαντέρ «Τα μάρμαρά μας». Μιλώντας αυστηρά με καλλιτεχνικούς όρους, ως ταινία τεκμηρίωσης, το έργο που σκηνοθέτησε ο Νίκος Παπακώστας δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο. Η αισθητική του είναι παλαιομοδίτικα τηλεοπτική (κεφάλια που μιλούν, κυρίως) και πράγματι, η ουσιαστική θέση της ταινίας νιώθεις από την αρχή ότι βρίσκεται στην τηλεόραση, όπου μετά την κινηματογραφική διανομή της σίγουρα θα παιχτεί.

Ωστόσο, η παρακολούθησή του ντοκιμαντέρ κρίνεται απαραίτητη διότι μέσα σε μία ώρα και μερικά λεπτά κατορθώνει να δώσει στον θεατή μια πλήρη εικόνα γύρω από ένα πολύ σοβαρό θέμα που συμβαδίζει με τον ελληνικό πολιτισμό από τότε που το έγκλημα κατά αυτού ακριβώς του πολιτισμού συνέβη, πολύ πριν από το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης κατά των Τούρκων.

Αναφέρομαι φυσικά στην κλοπή των Μαρμάρων από τον Τόμας Μπρους, κατά κόσμον λόρδο Ελγιν, και την τοποθέτησή τους στο Βρετανικό Μουσείο όπου και βρίσκονται σήμερα. Μια σοβαρή προσπάθεια επαναπόκτησης των Μαρμάρων άρχισε επί θητείας Μελίνας Μερκούρη στο υπουργείο Πολιτισμού αν και ποτέ δεν καρποφόρησε, αφού ούτε καν η UNESCO μπόρεσε να επιβληθεί.

Ολα αυτά βέβαια είναι πράγματα γνωστά. Ωστόσο, στόχος του ντοκιμαντέρ «Τα μάρμαρά μας» δεν είναι κάποια μεγάλη, νέα αποκάλυψη. Αν καταφέρνει να ελκύσει το ενδιαφέρον είναι επειδή απλώς και μόνο επανέρχεται σε αυτό το ζήτημα που με κάθε τρόπο δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε. Ακόμα και αν δεν γίνεται τίποτε.

Εν προκειμένω, καταθέτοντας συγκεντρωμένες αρκετές απόψεις επωνύμων (από διάφορους τομείς) και με μια καθαρή, σαφή off αφήγηση, το ντοκιμαντέρ μιλάει για την ξεδιάντροπη λεηλασία του λόρδου Ελγιν, ο οποίος κατέστρεψε την Ακρόπολη κλέβοντας σαν κατσαπλιάς, σαν κλεφτοκοτάς τους μαρμάρινους θησαυρούς της. Το ντοκιμαντέρ μάς δίνει μια συνοπτική – έστω σχολική – εικόνα του τι ακριβώς συνέβη, πώς συνέβη και – το κυριότερο – για ποιον λόγο η Ελλάδα, σήμερα, έχει απόλυτο δίκιο στο… αυτονόητο: τη διεκδίκησή αυτών των μνημείων από τους Βρετανούς.

Διότι με ένα υποδειγματικό μουσείο όπως αυτό της Ακρόπολης, το να ακούς σήμερα το παλιό, μουχλιασμένο επιχείρημα ότι η Ελλάδα ως χώρα «δεύτερης ή τρίτης τάξης» (αλήθεια, αυτό από πού ακριβώς προέκυψε;) δεν έχει χώρο ανάλογο για να φιλοξενήσει αυτά τα μνημεία, ακούγεται (τουλάχιστον) γελοίο. Και φυσικά όσο τα χρόνια περνούν και η τεχνολογία θ’ αναπτύσσεται, είναι ένα επιχείρημα που όλο και περισσότερο θα καταρρίπτεται.

Ομολογώ ότι ενώ όπως όλοι είχα γνώση όλης αυτής της κατάστασης, η παρακολούθησή των «Μαρμάρων μας» με συγκίνησε, όπως με συγκίνησε η εικόνα κάποιων ανθρώπων που μιλούσαν για τα Μάρμαρα αυτά, όπως π.χ. η αρχιτέκτων και ηθοποιός Γεωργία Ζώη, χωρίς να μπορούν να συγκρατήσουν το βούρκωμα που δικαίως τους πνίγει.

Η ομάδα του λόρδου Ελγιν επιδόθηκε σε μια βίαιη, απίστευτα βάναυση διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας πριόνισε, ξεκόλλησε, ξεκοκάλισε και ξεχαρβάλωσε τα μεγαλύτερα κομμάτια από τον διάκοσμο του σωζόμενου Παρθενώνα και όχι μόνον. Είναι το Ερέχθειο. Είναι τα Προπύλαια. Η Καρυάτιδα. Τον Ιανουάριο του 1801 ήρθαν τα πρώτα πλοία με τα μνημεία στην Αγγλία και τα αμέσως επόμενα χρόνια ακολούθησε ένας απίστευτος αριθμός αρχαιολογικών ευρημάτων.

Μια άποψη που επίσης ακούμε στην ταινία είναι ότι αυτό το οποίο συγκρούεται στη διαδικασία της ελληνικής απαίτησης για την επιστροφή των μνημείων είναι η βρετανική παράδοση, το βρετανικό αυτοκρατορικό παρελθόν με το ελληνικό παρελθόν. Εχει σημασία ότι η πραγματική σύγκρουση των δύο πολιτισμών δημιουργεί ένα πλαίσιο κάτω από τη σκεπή της παλαιάς «καλής» αρχής του δυτικού κόσμου, σύμφωνα με την οποία καθένας έχει τόσο δίκιο όσο δύναμη για να το επιβάλει.

Αν και η κλοπή των Μαρμάρων του Παρθενώνα δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, είναι, πάρ’ όλ’ αυτά ίσως το πιο χαρακτηριστικό διότι συμβολίζει μια μεγάλη ιστορική διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες αποικιακές δυνάμεις του 18ου και 19ου αιώνα έβλεπαν τους παλιούς πολιτισμούς και τους υποταγμένους λαούς. Αναλόγως είχε πράξει ο «φιλελεύθερος» Ναπολέων λεηλατώντας τις αρχαιότητες της Αιγύπτου (όπως επίσης μας θυμίζει το ντοκιμαντέρ).

Και μια ακόμη παράμετρος όλης αυτής της ιλαροτραγωδίας που σε κάνει να σκέφτεσαι τον κόσμο στον οποίο ζούμε είναι ότι η Αγγλία δεν παραμένει πια αυτοκρατορία. Με το Brexit που οι Αγγλοι θέλησαν, πολύ αμφιβάλλω για το αν οι ίδιοι ξέρουν τι ακριβώς… είναι και πού ακριβώς βρίσκονται αυτή την εποχή. Την ώρα λοιπόν που στην Αγγλία της «παράδοσης» και του «πολιτισμού» κυβερνά ο… Μπόρις Τζόνσον, να που ο Παρθενώνας, το απόλυτο κομμάτι του απόλυτου πολιτισμού, της απόλυτης παράδοσης, στερείται των ΔΙΚΩΝ ΤΟΥ θησαυρών. Παράλογα αστείο, εμετικά τραγικό και δυστυχώς αληθινό. Γι’ αυτό και με κάθε τρόπο θα πρέπει συνέχεια να το θυμόμαστε. Αδιαπραγμάτευτα.

Γράψτε το σχόλιο σας