Πολλοί ήταν αυτοί που αντέδρασαν στη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα ότι οι αυξήσεις των μισθών φέρνουν ανάπτυξη. Οι περισσότεροι που διαφωνούσαν έσπευσαν να πουν ότι αυτή είναι μια αποτυχημένη «κεϋνσιανή» αντίληψη της οικονομικής πολιτικής που όπου εφαρμόστηκε έφερε τελικά διόγκωση των ελλειμμάτων, αύξηση του χρέους και τελικά οικονομική κρίση.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ η τοποθέτηση αυτή αντιμετωπίστηκε ως αυτονόητη αντίληψη μιας προοδευτικής οικονομικής πολιτικής και κατηγορήθηκαν οι επικριτές της ως οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού.

Ωστόσο, αυτό που έλλειψε στη σχετική συζήτηση, από όλες τις πλευρές, μια πιο προσεκτική τοποθέτηση για το τι ακριβώς υποστήριζε ο Κέυνς και πόσο επίκαιρη ή ανεπίκαιρη είναι η θεωρία του για τη σημερινή οικονομική πραγματικότητα.

Tι ήταν τελικά ο «κεϋνσιανισμός»

Ο ίδιος ο Κέυνς, οικονομολόγος που συγκρούστηκε με την οικονομική ορθοδοξία της εποχής του, δεν ήταν διόλου απομονωμένος από την πολιτική αφού βρέθηκε στο επίκεντρο του ερωτήματος για την οικονομική πολιτική στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και αρκετές από τις προτάσεις του ήταν και συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής. Άλλωστε, μιλάμε για έναν άνθρωπο που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, ενώ αργότερα θα είναι εκ των αρχιτεκτόνων των συμφωνιών του Bretton Woods και θεσμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ.

Η οικονομική ορθοδοξία της εποχής του Κέυνς υποστήριζε ότι το βασικό στοιχείο στην οικονομία ήταν η προσφορά, με βάση και τον περίφημο νόμο του Say ότι η προσφορά παράγει τελικά και ζήτηση. Παράλληλα, η οικονομική ορθοδοξία της εποχής του υποστήριζε ότι είναι πρόβλημα για την οικονομία η «ακαμψία» των μισθών, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να μπορούν να μειωθούν και οι ονομαστικοί μισθοί, ώστε να μειώνεται το κόστος παραγωγής και άρα να ενισχύεται η προσφορά.

Ο Κέυνς αντίθετα υποστήριξε ότι η καθοριστική παράμετρος στην οικονομία είναι η ενεργός ζήτηση, δηλαδή το άθροισμα της κατανάλωσης και της επένδυσης. Όταν η ζήτηση ανεβαίνει, δηλαδή αυξάνεται η κατανάλωση και η επένδυση, αυξάνεται και η προσφορά και επέρχεται οικονομική ανάπτυξη. Γι’ αυτό το λόγο και θεωρούσε ότι μπορούσε και έπρεπε να αποτελεί στόχο και η πλήρης απασχόληση και μια σταδιακή αύξηση των μισθών.

Παράλληλα, ο Κέυνς υποστήριξε ότι δεν είναι λύση η μείωση των ονομαστικών μισθών ως τρόπο για να μειωθεί η τιμή των προϊόντων και να αυξηθεί η ζήτηση για αυτά, έτσι ώστε να αυξηθεί η απασχόληση. Ο Κέυνς υποστήριξε ότι μπορούσε να επιτευχθεί η διατήρηση πλήρους απασχόλησης χωρίς ονομαστικές μειώσεις μισθών.

Τέλος ο Κέυνς διαφωνούσε με την κλασική ποσοτική αντίληψη του χρήματος που υποστήριζε πως όταν αυξάνει παραπάνω από ένα όριο η νομισματική κυκλοφορία τότε δημιουργούνται προβλήματα και άρα χρειάζονται τότε περιοριστικές πολιτικές.

Όπως και όλες οι οικονομικές θεωρίες και αυτή του Κέυνς έχει υψηλό επίπεδο αφαίρεσης. Μάλιστα, ορισμένες βασικές θέσεις διατυπώθηκαν για μια κλειστή οικονομία (χωρίς δηλαδή διεθνείς συναλλαγές) και χωρίς φορολογία. Αυτό είναι κάτι που κάνουν οι οικονομολόγοι, να διαμορφώνουν δηλαδή μια υπόθεση εργασίας πάνω σε μια οικονομία με μικρότερη περιπλοκότητα ώστε να φανεί η επίδραση των αλλαγών μίας μεταβλητής. Επίσης έχει σημασία ότι ο Κέυνς σε ορισμένες θέσεις του μιλάει για τη μη μείωση των ονομαστικών μισθών. Όμως, όπως γνωρίζουμε μπορούμε να έχουμε σταθερότητα ή ακόμη και αύξηση των ονομαστικών μισθών και ταυτόχρονα ακόμη και μείωση των πραγματικών μισθών μέσω του πληθωρισμού.

Η θεωρία βρήκε μεγάλη ανταπόκριση γιατί πολύ απλά αποδείχτηκε ότι μπορούσε να δώσει μια διέξοδο στα προβλήματα που ανέδειξε η κρίση του 1929 και Μεγάλη Ύφεση που ακολούθησε. Μάλιστα, τότε εκτιμήθηκε ότι οι «ορθόδοξες» απαντήσεις που δόθηκαν αρχικά, δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και βάθυναν την κρίση. Αντίθετα, όπου δοκιμάστηκαν πολιτικές αύξησης της δημόσιας δαπάνης και στήριξης των μισθών υπήρξε γρηγορότερη ανάκαμψη της οικονομίας, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το αμερικανικό New Deal.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η θεωρία του Κέυνς έγινε η νέα ορθοδοξία. Οι κυβερνήσεις έθεσαν ως στόχο την πλήρη απασχόληση και οι αυξήσεις στους μισθούς θεωρήθηκαν μαζί με τις αυξημένες κρατικές δαπάνες μοχλός τόνωσης της ζήτησης. Μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι πολιτικές αυτές είχαν αποτελέσματα, τροφοδότησαν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και συνέβαλαν στην αναδιανομή εισοδήματος και την μείωση της κοινωνικής ανισότητας. Σε αυτό συνέβαλε επίσης η στήριξη που υπήρχε από τα συνδικάτα (που με τη σειρά τους αποδέχτηκαν οι αυξήσεις στους μισθούς να μην ακολουθούν πάντα τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας και προσαρμόστηκαν στην πραγματικότητα του μεγάλου «φορντικού» εργοστασίου) αλλά και η αίσθηση απειλής από το αντίπαλο παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων «λαϊκών δημοκρατιών.

Σταδιακά, ο κεϋνσιανισμός άρχισε να αμφισβητείται, κυρίως μετά το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης μετά το 1973. Αναδύθηκε ένα αντίπαλο ρεύμα, που επέστρεψε σε παραδοχές της νεοκλασικής θεωρίας. Αντί για της ζήτησης προτάχθηκε η προσφορά, αντί για της πλήρους προσφοράς τέθηκε σαν στόχος η αποφυγή του πληθωρισμού και η διατήρηση ποσοστού ανεργίας που δεν θα αυξάνει τον πληθωρισμό, αντί της αποφυγής μείωσης των μισθών τέθηκε το ζήτημα της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας. Πολιτικά, αυτό εκφράστηκε στις παραλλαγές του νεοφιλελευθερισμού και όλες τις μεγάλες ανατροπές πολιτικής που ακολούθησαν στις καπιταλιστικές οικονομίες από τη δεκαετία του 1980 και μετά, διαμορφώνοντας για μεγάλο διάστημα μια νέα «νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία».

Πλευρές βέβαια κεϋνσιανών ή νεοκεϋνσιανών πολιτικών διατηρήθηκαν. Για παράδειγμα η νομισματική πολιτική δεν έγινε ποτέ πλήρως νεοκλασική. Αντίθετα, όπως είδαμε και στις αντιδράσεις απέναντι στη μεγάλη κρίση που ξεκίνησε το 2007-2008, σε μεγάλο βαθμό προκρίθηκαν οι μεγάλες ενέσεις ρευστότητας από τη μεριά των κεντρικών τραπεζών ως προσπάθεια να μην καταρρεύσει η παγκόσμια οικονομία και σήμερα βλέπουμε αντίστοιχα τα χαμηλά επιτόκια ως εργαλείο πολιτικής.

 

Η σημερινή μεταβατική φάση ως προς την οικονομική θεωρία και πολιτική

Η τελευταία οικονομική κρίση είναι αλήθεια ότι κλόνισε αρκετά στοιχεία της προηγούμενης ορθοδοξίας και κυρίως την πεποίθηση ότι οι αγορές μπορούν πάντα να αυτορυθμίζονται χωρίς κρατική παρέμβαση.

Ταυτόχρονα, περιπτώσεις όπως η Ελλάδα έδειξαν πώς μπορεί να χώρα να εγκλωβιστεί σε μια συνθήκη παρατεταμένης ύφεσης εάν υπάρξει ένα «σοκ λιτότητας» και μια κατάρρευση της ενεργού ζήτησης.

Ωστόσο, δεν έχει μπορέσει με απτά αποτελέσματα να αναδυθεί ξανά ένα εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο που να μπορεί να φέρει την πλήρη απασχόληση και τον περιορισμό της κοινωνικής ανισότητας. Στην καλύτερη των περιπτώσεων έχουμε δει απλώς περιπτώσεις ταχύτερης οικονομικής ανάπτυξης και συνακόλουθης αύξησης της απασχόλησης

Ταυτόχρονα, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι σήμερα δεν μπορούμε να δούμε την οικονομική πολιτική απλώς και μόνο με όρους διαμάχης ανάμεσα στα οικονομικά της προσφοράς και τα οικονομικά της ζήτησης, καθώς ολοένα και εντονότερα υπεισέρχονται και άλλες κρίσιμες παράμετροι όπως είναι η παραγωγικότητα αλλά και ο αυξημένος βαθμός διεθνοποίησης των σύγχρονων οικονομιών όπως και συνθήκες που δεν υπήρχαν στην εποχή του Κέυνς όπως είναι η ύπαρξη του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος με υπερεθνική εκδοτική αρχή. Ως αποτέλεσμα ούτε η μισθολογική συμπίεση λειτουργεί πάντα ως μοχλός ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας, ούτε οι μισθολογικές αυξήσεις συνιστούν αυτόματα ενεργό ζήτηση ικανή να αντιστρέψει υφεσιακές τάσεις.

 

Η μεταφορά αυτής της συζήτησης στα ελληνικά δεδομένα

Στην ελληνική περίπτωση, είναι μια μεγάλη συζήτηση για το εάν ποτέ εφαρμόστηκαν συστηματικά κεϋνσιανές πολιτικές. Συνήθως αναφέρεται ως τέτοια περίοδος αυτή της πρώτης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, με τις μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις, αν και αυτές ήταν σε μεγάλο βαθμό και μια πολιτική επιλογή, δεδομένων των ιδιαίτερα χαμηλών μισθών που είχαν σφραγίσει όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο.

Ωστόσο, το γεγονός ότι την ίδια περίοδο εμφανίζονται και έντονα στοιχεία επιδείνωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και συνολικά των οικονομίας (ουσιαστικά η πλήρης εμφάνιση της προηγούμενης κρίσης με έντονη υποχώρηση της επένδυσης) θα ακολουθήσουν τα μέτρα λιτότητας της περιόδου 1985-1987. Στη συνέχεια παρότι όλες οι κυβερνήσεις θα αξιοποιήσουν τη δημόσια δαπάνη, κυρίως μέσω των μεγάλων έργων αλλά και της αύξησης της απασχόλησης στο δημόσιο, η πρόνοια θα είναι πάντοτε οι αυξήσεις των μισθών να μην υπερβαίνουν το άθροισμα του πληθωρισμού και της αύξησης της παραγωγικότητας. Παράλληλα, με αφετηρία την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη νεοφιλελεύθερες πολιτικές θα αρχίσουν να δοκιμάζονται σε διάφορες παραλλαγές.

Ταυτόχρονα, η είσοδος του ευρώ θα φέρει μια τελείως διαφορετική συνθήκη και καινούρια προβλήματα. Πέραν όλων των άλλων θα φέρει μια διαρκή τρώση της ανταγωνιστικότητας (αφού χώρες με άνιση παραγωγικότητα ανταγωνίζονταν σε περιβάλλον σταθερών ισοτιμιών, άρα ήταν ως εάν οι πιο παραγωγικές χώρες να απολαμβάνουν και μια επιπλέον υποτίμηση) και μια ενίσχυση του δανεισμού ως αντίβαρου. Η εκδήλωση της κρίσης θα οδηγήσει σε κινήσεις όπως η «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή η μείωση των ονομαστικών μισθών, που στην Ελλάδα των μνημονίων θα πάρει ακραίες μορφές, χωρίς προηγούμενο στην Ευρώπη.

Σε αυτό το φόντο, η συζήτηση για την οικονομική πολιτική που θα μπορέσει να φέρει πραγματική βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών δεν μπορεί να γίνει με απλουστεύσεις. Όπως ακριβώς ισχύει ότι είναι λάθος να υποστηρίζεται ότι από μόνη της η ανάπτυξη, ως οικονομική μεγέθυνση, θα λύσει τα κοινωνικά προβλήματα, καθώς χρειάζονται πολιτικές επιλογές ώστε να οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων των εργαζομένων, άλλο τόσο ισχύει ότι από μόνη της η αύξηση των μισθών, χωρίς τομές στην παραγωγικότητα και την επένδυση, δεν θα μεταφραστεί σε εκείνη την ενεργό ζήτηση που θα αυξήσει την απασχόληση.

Παράμετροι όπως η τεχνολογία και η διάχυσή της, ο τρόπος κρατικής παρέμβασης, ο βαθμός έκθεσης στη διεθνή οικονομία, η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, αλλά και νέες προτεραιότητες όπως είναι για παράδειγμα η κλιματική αλλαγή, αποκτούν ξεχωριστή βαρύτητα για το σχεδιασμό μιας οικονομικής πολιτικής που να μην μένει σε γενικούς οικονομικούς δείκτες αλλά και στη μείωση της ανισότητας και την αύξηση της πραγματικής ευημερίας.

Αυτό σημαίνει μια συζήτηση για την οικονομική πολιτική χωρίς συνθήματα και ατάκες, αλλά με επιχειρήματα και με επίγνωση ότι όλες οι οικονομικές «ορθοδοξίες» έχουν δείξει τα όριά τους.