Ο Αλέξης Τσίπρας κάνει αγγαρεία. Είναι φανερό.

Σε κάθε συνέντευξη που δίνει καθημερινώς είτε απαντά σε ό,τι λέει ο Μητσοτάκης, είτε κινδυνολογεί ασυστόλως και απεγνωσμένα, είτε αναμασά τετριμμένα και αδιάφορα στερεότυπα.

Και πάντως δεν κρύβει τον εκνευρισμό του και την αμηχανία του, καθώς κατά πάσα βεβαιότητα και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και εκτιμήσεις, πολύ σύντομα θα ξεβολευτεί από όλα όσα είχε συνηθίσει τα τελευταία επτά χρόνια.

Από το 2012 κι έπειτα ο κ. Τσίπρας είχε την ευτυχία να πιστώνεται μόνο εκλογικές επιτυχίες.

Τώρα, έπειτα από τέσσερα και πλέον χρόνια διακυβέρνησης, με όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά της αλαζονείας, της έπαρσης, της προσβολής πολιτικών και λοιπών αντιπάλων, κάτι άλλο θα απαιτηθεί από εκείνον.

Να διαχειριστεί μία ήττα. Και μάλλον μία πολύ βαριά ήττα.

Δεν δείχνει προς το παρόν προετοιμασμένος πολιτικά και ψυχολογικά για κάτι τέτοιο.

Το έργο του θα είναι πολύ δύσκολο.

Από την μία – και αναλόγως του αποτελέσματος και του ποσοστού που θα συγκεντρώσει – θα έχει να αντιμετωπίσει μία εσωκομματική αναταραχή. Αυτή θα έλθει ούτως ή άλλως, είτε αφορά τις δικές του ευθύνες είτε ευθύνες αλλων, είτε όλων μαζί.

Από την άλλη, θα πρέπει να ασκήσει αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη. Αντιπολίτευση θεσμική, δομική και συστημική. Αν έχει κάτι άλλο στο μυαλό του, θα απειληθεί με την πλήρη και πιθανώς οριστική απαξίωση. Γνωρίζουν πολλοί στον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν έχουν πλέον περιθώρια να επιστρέψουν στις κραυγές, στις «τουφεκιές» και στα νταούλια του 2012-2015.

Αυτό που δεν γνωρίζουν είναι πώς θα το κάνουν αυτό.

Εχουν τα εφόδια; Εχουν κατανοήσει τι (τους) έχει συμβεί; Εχουν πλήρη αντίληψη των λόγων για τους οποίους ο κόσμος τους έχει γυρίσει την πλάτη; Εχουν επίγνωση του ότι πολύ λίγοι ακούν πλέον ό,τι έχει να ισχυριστεί ο κ. Τσίπρας;

Μπορεί σε όλα από τα παραπάνω η απάντηση να είναι αρνητική.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει ο κ. Τσίπρας είναι η αναγκαστική επιλογή ενός μονόδρομου, ο οποίος δεν γνωρίζει πού ακριβώς οδηγεί. Θα πρέπει να κάνει αντιπολίτευση με όρους τους οποίους δεν γνωρίζει.

Θα πρέπει ως αρχηγός της αντιπολίτευσης να πείσει ότι είναι και δυνάμει εκ νέου διεκδικητής της πρωθυπουργίας. Μόνο υπό αυτήν την συνθήκη θα είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι έχουμε έναν νέο δικομματισμό. Τα μαθηματικά δεν αρκούν.

Θα πρέπει εν τέλει ο κ. Τσίπρας να υπερβεί τον εαυτό του. Θα το κατορθώσει;

Οι απαντήσεις θα αρχίσουν να διαφαίνονται μόλις κατακαθήσει ο κουρνιαχτός της εκλογικής αναμέτρησης.

Βασική προϋπόθεση για την διατύπωση των απαντήσεων θα είναι όμως κάτι άλλο – ίσως το δυσκολότερο από όλα: να γνωρίζει ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ ποιους εν τέλει εκπροσωπούν και ποιες είναι οι κοινωνικές τους αναφορές.

Μάλλον θα δυσκολευτούν κάπως.