Η «μεσαία τάξη» αποτελεί έναν ιδιότυπο «ευφημισμό» που έχει αρχίσει να κυριαρχήσει στο πολιτικό μας λεξιλόγιο.

Γιατί δεν πρόκειται για αυτό που οι κοινωνιολόγοι ορίζουν ως μεσοστρώματα ή ως μικροαστική τάξη (παραδοσιακή ή νέα). Σε μια χώρα μεγάλων ανισοτήτων (6,1 φορές μεγαλύτερο εισόδημα έχει το ανώτερο εισοδηματικά 20% σε σχέση με το κατώτερο) μεσαία τάξη ονομάζουμε στην Ελλάδα τον κύριο όγκο των ανθρώπων και δεν αντιμετωπίζουν συνθήκες ακραίας υλικής αποστέρησης, χωρίς να ανήκουν στις εύπορες κοινωνικές ομάδες. Συμπεριλαμβάνει δε ο ορισμός αυτός μεγάλο μέρος των μισθωτών αλλά και των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων.

Ακριβής ορισμός του «κατωφλιού» που ορίζει την είσοδο της μεσαίας τάξης δεν υπάρχει. Πάντως ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος είχε υποστηρίξει κάποια στιγμή ότι μεσαία τάξη είναι ένα τετραμελές νοικοκυριό με ετήσιο εισόδημα 18.000 ευρώ. Άλλοι βάζουν τον πήχη πιο χαμηλά.

Η ΕΛΣΤΑΤ πάντως δίνει την ακόλουθη κατανομή του πληθυσμού ως προς το εισόδημα. Το κατώτερο τεταρτημόριο της εισοδηματικής πυραμίδας έχει μόλις το 9,3% του συνολικού εισοδήματος, τα δύο μεσαία τεταρτημόρια έχουν το 44.1% και το ανώτερο τεταρτημόριο το 46,6%. Είναι εμφανής η απόσταση των ανώτερων στρωμάτων και από τα κατώτερα και από τα μεσαία.

Στρώματα κρίσιμα ως προς τη φοροδοτική ικανότητα.

Τα στρώματα που συνήθως εντάσσουμε στη «μεσαία τάξη» είναι ιδιαίτερα κρίσιμα τουλάχιστον ως προς τη φορολογία εισοδήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ το 76,42% των δηλώσεων εισοδήματος αφορούν κλίμακα εισοδήματος έως και 10.000 ευρώ. Αυτές οι δηλώσεις αντιστοιχούν στο 30.20% των συνολικών δηλωθέντων εισοδημάτων και στο 10,45% ως προς τη συνολική φορολογική επιβάρυνση. Το 20% περίπου των δηλώσεων αντιστοιχεί στα εισοδήματα πάνω από 10.000 ευρώ και μέχρι τις 22.000 ευρώ. Τα εισοδήματα αυτά προσφέρουν ένα επιπλέον 44% των δηλωθέντων εισοδημάτων αλλά και ένα κρίσιμο 40% της τελικής φορολογική επιβάρυνσης ως προς το φόρο εισοδήματος. Η υπόλοιπη φορολογική επιβάρυνση ως προς το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων έρχεται από τους φορολογούμενους με δηλωθέν εισόδημα άνω των 22.000 ευρώ.

Η εικόνα αυτή θα γίνει πολύ χειρότερη εάν εφαρμοστεί η μείωση του αφορολόγητου που θα ανεβάσει τη συνολική επιβάρυνση ιδίως για τα στρώματα που έχουν έως 10.000 εισόδημα.

Όμως, θα ήταν λάθος να μείνουμε μόνο στο φόρο εισοδήματος, που αφορά τα ατομικά εισοδήματα και άρα έχει συγκεκριμένα όρια. Η μεσαία τάξη συνεισφέρει σημαντικά και στον ΕΝΦΙΑ, ένα φόρο 3.093.464.713 ευρώ, όπου η μεγάλη πλειοψηφία των φορολογουμένων έχει ετήσια οφειλή άνω των 50 ευρώ.

Μια φορολογία που συνεχώς αυξανόταν

Η τάση αύξησης της φορολογίας δεν ξεκίνησε επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ. Αποτελεί ένα μόνιμο γνώρισμα της περιόδου των μνημονίων.

Ανάμεσα στο 2010 και το 2016 το δηλωθέν εισόδημα μεταβλήθηκε κατά -25%, το φορολογούμενο κατά -18% και τα φορολογικά έσοδα κατά -11%, πράγμα που δείχνει πόσο αυξήθηκε η πραγματική φορολόγηση. Αντίστοιχα, στις φορολογικές δηλώσεις με μηνιαίο δηλωθέν ακαθάριστο εισόδημα από 1.001 ευρώ έως 1.500 ευρώ, η μέση φορολογική επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 7 φορές (720%). Αντίστοιχα, στο επόμενο κλιμάκιο μηνιαίου εισοδήματος (1.501 ευρώ -2.000 ευρώ) η μέση αύξηση της άμεσης φορολογίας ξεπερνά το 180%, ενώ στο αμέσως επόμενο (2.001 ευρώ -2.500 ευρώ) αγγίζει το 31%. Αντίθετα, στα πολύ υψηλά εισοδήματα η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης είναι μικρότερη. Μάλιστα στο ανώτατο 0,01% των φορολογουμένων (αυτούς που θα χαρακτηρίζαμε ως προς το δηλωθέν ατομικό εισόδημα όντως πλούσιους) ο λόγος φόρων προς εισόδημα υποχώρησε το 2016 στο 21.8%.

Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και τις αυξήσεις στους εμμέσους φόρους που είναι γνωστό ότι κατεξοχήν πλήττουν τα νοικοκυριά.

Με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2017 το 39% του εισοδήματος των ελληνικών οικογενειών με δυο παιδιά και έναν γονέα εργαζόμενο πηγαίνει σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές. Αυτό φέρνει την Ελλάδα στη δεύτερη θέση στη σχετική κατάταξη πίσω από τη Γαλλία όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 39,4%. Συνολικά, το 40,8% του κόστους εργασίας αφορά φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις.

Τα προβλήματα δεν περιορίζονται στη φορολογία

Την ίδια στιγμή δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι τα στρώματα για τα οποία συζητάμε δεν είχαν μόνο σημαντική φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση.

Ήταν ταυτόχρονα και στρώματα που επλήγησαν από τη συνολική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, τη συρρίκνωση του ΑΕΠ και την απώλεια θέσεων εργασίας.

Επιπλέον, αυτό που ονομάζουμε υπερχρέωση των νοικοκυριών, είτε για στεγαστικά δάνεια, είτε για επιχειρηματικά δάνεια με ενέχυρο την πρώτη κατοικία, κυρίως αφορά αυτά τα στρώματα.

Και βέβαια είναι κατεξοχήν σε αυτά τα στρώματα που είδαμε τις διάφορες επιπτώσεις της κρίσης. Για παράδειγμα από τέτοια στρώματα προέρχονται σε μεγάλο βαθμό οι νέες και οι νέοι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο που σήμερα αναγκάζονται να μεταναστεύσουν.

Οι κρίσιμες πολιτικές μετακινήσεις

Τα στρώματα αυτά είναι ιδιαίτερα κρίσιμα ως προς την πολιτική τους τοποθέτηση. Διαχρονικά έπαιξαν ρόλο στο πώς διαμορφώνονταν οι πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες αλλά και σε τελική ανάλυση οι κυβερνητικές πλειοψηφίες. Όχι μόνο γιατί αποτελούν την ραχοκοκαλιά του εκλογικού σώματος αλλά και γιατί λειτουργούν ως σημεία αναφοράς και για τα κατώτερα στρώματα.

Ήταν τέτοια στρώματα που αποτέλεσαν την κρίσιμη κοινωνική κατηγορία που έκανε πλειοψηφικό το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980, ιδίως από τη στιγμή που οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου συνέβαλαν και στο διευρυνθούν αυτά τα στρώματα. Αυτά θα κερδίσει ο Κ. Μητσοτάκης το 1990, ενώ αυτά θα πιστέψουν στο όραμα του εκσυγχρονισμού που θα προτείνει ο Κ. Σημίτης, για να στραφούν μετά προς τη ΝΔ και να επανακάμψουν προς το ΠΑΣΟΚ το 2009.

Στην περίοδο των μνημονίων τόσο τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, όσο και τα μεσαία δέχτηκαν πολύ μεγάλα πλήγματα. Η απότομη αλλαγή των υλικών όρων διαβίωσης αυτών των στρωμάτων και ένα αίσθημα γενικευμένης επισφάλειας αποτέλεσαν τη βασική αιτία που μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος απομακρύνθηκαν από το ΠΑΣΟΚ αλλά και τη ΝΔ και διαμορφώθηκαν οι όροι της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παραδεχόταν ότι έπληττε τη μεσαία τάξη

Τα στοιχεία που παραθέσαμε πιο πάνω δείχνουν ότι παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στη μετακίνηση τέτοιων στρωμάτων προς τα αριστερά, την ίδια στιγμή η επιβάρυνση της θέσης τους συνεχίστηκε, κυρίως μέσα από την υπερφορολόγηση και τις αλλαγές στο ασφαλιστικό.

Αυτό ήταν αποτέλεσμα και μιας επιλογής της κυβέρνησης να στηρίξει καταρχάς τα πιο αδύναμα στρώματα, κυρίως μέσα από το μηχανισμό των κοινωνικών μερισμάτων και των επιδομάτων.

Μιλώντας το Νοέμβριο του 2017 στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής για το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2018, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γ. Χουλιαράκης είπε ότι η φορολογική επιβάρυνση είναι μεγάλη για κρίσιμες κατηγορίες της κοινωνίας, για τη μεσαία τάξη, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους έντιμους και συνεπείς φορολογουμένους. «Είναι μια συνειδητή επιλογή, που μεταβατικά πήρε η κυβέρνηση», είπε, «ώστε να καταφέρει να ενισχύσει οικονομικά τα πιο αδύναμα, τα πιο ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας, οικογένειες με δύο ανέργους και παιδιά και οικογένειες με εισοδήματα κάτω των 4.800 ευρώ τον χρόνο, κάτι που η προηγούμενη κυβέρνηση δεν έκανε. Ο προϋπολογισμός του 2017 και του 2018 ενσωματώνει το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης ύψους 700 εκατ. ευρώ».

Λίγο μετά συμφώνησε μαζί του και ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος που δήλωσε ότι: «Αναφορικά με την υπερφορολογία συμφωνώ με όσα είπε ο κ. Χουλιαράκης. Ο κ. Χουλιαράκης είπε και επαναλαμβάνω και εγώ ότι είχαμε προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης σε μια περίοδο που δεν είχαμε έσοδα από πάταξη φοροδιαφυγής». Μάλιστα απευθυνόμενος προς την Νέα Δημοκρατία είπε «μας λέτε ότι δεν είναι λύση να υπερφορολογούμε και μετά να το μοιράζουμε. Αυτό είναι σωστό. Δεν είναι λύση. Δεν θα την διάλεγα. Όμως, ξέρετε ότι αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτον το ΔΝΤ πάντα υποτιμά την απόδοση των μέτρων που έχουμε και δεύτερον δεν μετρά καθόλου τα μη παραμετρικά μέτρα. Ότι κάνουμε από την φοροδιαφυγή δεν μετριέται. Άρα έχουμε υπεραπόδοση γι’ αυτό το, λόγο. Δεν το θέλουμε αλλά αναγκαστήκαμε για αυτό».

Ο αγώνας δρόμου για τη μεσαία τάξη

Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών «προσγείωσαν» την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα των επιπτώσεων που είχαν τα μέτρα αυτά για τη μεσαία τάξη. Αυτό φάνηκε και στην ανάλυση των δημογραφικών δεδομένων της ψήφου.

Τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψε ότι οι επιλογές που πήρε είχαν επιπτώσεις. Και ας μη γελιόμαστε: τα ίδια τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι όλα αυτά τα χρόνια τα πλεονάσματα και τα υπερπλεονάσματα δεν κατευθύνθηκαν στην αναδιανομή και το κοινωνικό μέρισμα αλλά ουσιαστικά στην εξυπηρέτηση του χρέους και στη διαμόρφωση των όρων ώστε ο Αλέξης Τσίπρας να μπορεί να διακηρύξει «βγήκαμε από τα μνημόνια».

Τώρα προσπαθεί να δείξει ότι ενδιαφέρεται για τη μεσαία τάξη. Όμως, δεν προσφέρει κάποια δέσμευση ότι όντως θα αλλάξει αυτό το μίγμα πολιτικής που απλώς αντιμετωπίζει τη μεσαία τάξη ως μέσο επίτευξης φορολογικών στόχων.

Όντως κάποια από τα μέτρα που θέσπισε όπως π.χ. οι 120 δόσεις ή προανήγγειλε, όπως ο περιορισμός στην εισφορά αλληλεγγύης, αφορούν και τη μεσαία τάξη. Όμως, απουσιάζει, προς το παρόν, ένα συνολικότερο αναπτυξιακό αφήγημα στο οποίο να μπορούν αναγνωρίσουν αυτά τα στρώματα έναν ορίζοντα σημαντικής βελτίωσης της θέσης του.

Κυρίως, όμως, όλα δείχνουν ότι είναι ακριβώς σε αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες που υπάρχει μια συσσωρευμένη δυσαρέσκεια που πολύ δύσκολα θα μπορέσει να αντιστραφεί μέχρι τις εκλογές.

Γράψτε το σχόλιο σας