Εάν κανείς παρακολουθήσει μεγάλο μέρος της αρθρογραφίας του τύπου, γραπτού και ηλεκτρονικού, θα πιστέψει ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας είναι μια αναρχική συλλογικότητα που κάνει ανοιχτές συνελεύσεις και διαθέτει ακόμη και σελίδα σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Μιλάμε για τον «Ρουβίκωνα», μια συλλογικότητα που έχει κερδίσει πολλές φορές τα φώτα της δημοσιότητας είτε με τους διάφορους ακτιβισμούς που κάνει, συνήθως χωρίς ιδιαίτερα καταστροφική βία, είτε για τον τρόπο που φέρεται ως εκπρόσωπος του «λαϊκού αισθήματος δικαίου» π.χ. όταν διατυπώνει απειλές σε γιατρούς που καταγγέλλονται ότι χρηματίζονται.

Ιδίως για τη ΝΔ που επενδύει σε σημαντικό βαθμό στο ζήτημα της «ασφάλειας των πολιτών» και επενδύει σε μια ρητορική «νόμου και τάξης», ο Ρουβίκωνας έχει εξελιχθεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της «ανομίας» που κατά τη γνώμη της αξιωματικής αντιπολίτευσης φέρνει η απροθυμία της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα να τα βάλει με το έγκλημα και την παραβατικότητα.

Όμως, παρά την αναγόρευση του «Ρουβίκωνα» σε «Δημόσιο εχθρό υπ. αριθμ. 1», οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος είναι κάπως διαφορετικές.

(Από την επίθεση στο υπουργείο Υποδομών)

Η ανακούφιση των υπηρεσιών ασφαλείας

Όσο παράδοξο και εάν ακούγεται, αυτοί που εκφράζουν τη μεγαλύτερη ανακούφιση για τη δράση του «Ρουβίκωνα» είναι τα ίδια τα στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας. Δεν αναφερόμαστε σε κάποια «θεωρία συνωμοσίας», αλλά στη διαπίστωσή τους ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα.

Προφανώς και θα προτιμούσαν να μην γίνονται καν αυτές οι δράσεις, όμως έχοντας μια εικόνα της απήχησης που μπορούν να έχουν σήμερα προτάσεις για «εξεγερσιακή δράση» μέσα στη νεολαία, εκτιμούν ότι η εμπλοκή με τον «Ρουβίκωνα» λειτουργεί αποτρεπτικά για την εμπλοκή με άλλες πιο βίαιες και πιο επικίνδυνες μορφές πολιτικής ένταξης.

(Επίθεση στη ΔΟΥ Ψυχικού)

Ο λόγος είναι ότι όλη η περίοδος πολιτικής και κοινωνικής κρίσης από το 2008 και μετά τροφοδότησε στην Ελλάδα και μια αντίληψη αρκετά βίαιης πολιτικής πάλης. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν ότι η μόνη λύση είναι η απευθείας αντιπαράθεση με το κράτος και άρα η ένοπλη δράση αδιαφορώντας για τις απλές «κινηματικές» μορφές. Το αποτέλεσμα ήταν η εμπλοκή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, νέων ανθρώπων σε ένοπλες οργανώσεις όπως η Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς.

Σε αυτό το φόντο, ο «Ρουβίκωνας» συνδυάζει την γενική πολιτική καταγγελία με έναν ακτιβισμό που φαντάζει «αποφασιστικός», αλλά διατηρείται πάντα, ως προς τις πρακτικές, εντός συγκεκριμένων ορίων και άρα δύσκολα μπορεί να οδηγήσει στο φαύλο κύκλο των βαριών ποινικών υποθέσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι περισσότερες από τις ενέργειες της συλλογικότητας σε μικρό βαθμό φτάνουν να αφορούν τον ποινικό νόμο.

Στο βαθμό που «ριζοσπαστικοποιημένοι» νέοι φτάνουν μέχρι τις πρακτικές του «Ρουβίκωνα» οι εκπρόσωποι των υπηρεσιών ασφαλείας κοιμούνται κάπως πιο ήσυχοι, τουλάχιστον ως προς τον κύριο φόβο τους που είναι η στράτευση σε ένοπλες οργανώσεις και ο «δρόμος χωρίς επιστροφή» της ένοπλης πάλης.

 

Η ευκαιρία της αντιπολίτευσης

Για την αντιπολίτευση και ειδικά για τη ΝΔ ο «Ρουβίκωνας» είναι μια ευκαιρία για να ξεδιπλωθεί ένα αφήγημα.

Είναι προφανές ότι τα ζητήματα ασφάλειας απασχολούν τους πολίτες. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε σε μια περίοδο όπου κυριαρχεί η ανασφάλεια και σε ορισμένες περιπτώσεις ο φόβος. Μπορεί οι στατιστικές της εγκληματικότητας να μην παρουσιάζουν ιδιαίτερη άνοδο, όμως αρκετοί πολίτες θέλουν να νιώσουν μια πιο ισχυρή παρουσία του κράτους.

(«Παρέμβαση» Ρουβίκωνα σε γραφεία ΜΚΟ)

Το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη φόρτιση σε μια προεκλογική εκστρατεία στην οποία τα κόμματα δυσκολεύονται να έχουν πολύ μεγάλες προγραμματικές διαφορές, εφόσον το πλαίσιο της αυξημένης επιτήρησης δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια για σημαντικές διαφοροποιήσεις. Όμως, γύρω από το θέμα της ασφάλειας μπορούν πιο εύκολα να χαραχθούν πολιτικές διαχωριστικές γραμμές.

Στο βαθμό που η ΝΔ ούτως ή άλλως θα άνοιγε αυτό το θέμα, που το έχει από χρόνια ιεραρχήσει ως πολύ σημαντικό, ο «Ρουβίκωνας» προσφέρει μια πρώτης τάξης ευκαιρία. Από τη μια γιατί αποτελεί ένα διαρκές παράδειγμα και απόδειξη της θέσης ότι στην Ελλάδα έχουμε πρόβλημα ανομίας, παραβατικότητας και εγκληματικότητας. Από την άλλη, γιατί η ήπια αντιμετώπιση της κυβέρνησης επιτρέπει στη ΝΔ να την κατηγορεί για υπερβολικά χαλαρή αντιμετώπιση του προβλήματος, ή ακόμη χειρότερα να τη «στιγματίζει» ότι «χαϊδεύει τους αναρχικούς» ή ακόμη και τους «τρομοκράτες».

 

Ένα σκηνικό – παραδόξως – βολικό και για τον ΣΥΡΙΖΑ

Ακούγεται παράδοξο, αλλά ως ένα βαθμό η όλη κατάσταση βολεύει εν μέρει και το κυβερνών κόμμα.

Προφανώς σε ένα τμήμα του εκλογικού του ακροατηρίου, πιο συντηρητικό, ο απόηχος της όλης συζήτησης είναι αρνητικός, ιδίως όταν δίνεται διαρκώς η εικόνα ότι στη χώρα δεν μπορούν οι αρχές να «επιβάλουν την τάξη».

Όμως, σε άλλα τμήματα του ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Καταρχάς ο τόνος και η ρητορική που επιλέγουν ορισμένα στελέχη της αντιπολίτευσης που καλούν σε δυσανάλογα αυστηρή και ασύμμετρα κατασταλτική αντιμετώπιση πρακτικές όπως αυτές του «Ρουβίκωνα» διευκολύνει την κυβερνητική ρητορική ότι η ΝΔ διακατέχεται από μια βαθιά αυταρχική νοοτροπία.

Έπειτα, με αυτόν τον τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ, που αποφεύγει να υπερποινικοποιήσει τέτοιους «ακτιβισμούς», μπορεί να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί την περισσότερο δημοκρατική και «δικαιωματική» αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων, σε αντιδιαστολή με την «ακραία» αντιμετώπιση της ΝΔ.

Και βέβαια, εμμέσως πλην σαφώς ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί και να εκμεταλλεύεται το φόβο ότι τυχόν άνοδος της ΝΔ στην κυβερνητική εξουσία θα σημαίνει πιο σκληρή κατασταλτική αντιμετώπιση ώστε να ελπίζει και σε ψήφους ακόμη και από κομμάτια που ρητορικά τουλάχιστον στέκονται απέναντί του.

 

Ο «Ρουβίκωνας» ως σύμπτωμα

Όλα αυτά μπορούν να αποδοθούν και στην ίδια την αντιφατικότητα του «Ρουβίκωνα» ως συλλογικότητας.

Η συλλογικότητα δείχνει κυρίως να ενισχύεται σε μία περίοδο που τα μεγάλα κινήματα υποχωρούσαν και όπου συναντούσαν δυσκολίες και τα πιο «πολιτικά» κομμάτια του αντιεξουσιαστικού χώρου και τα πιο «μαχητικά».

(Από την πρόσφατη επίθεση στο σπίτι του αμερικανού πρέσβη)

Αυτό αποτυπώνεται και στο είδος του ακτιβισμού του. Δεν συνιστά μαζικό κίνημα, με την έννοια ότι δεν έχει πλειοψηφική δυναμική, όμως σε αντίθεση με πιο «μηδενιστικές» απόψεις έχει συγκεκριμένα αιτήματα και όχι τη «γενική ανατροπή». Αυτό εξηγεί ακόμη και μια ορισμένη «κοινωνική αποδοχή» που μπορεί να έχει. Όμως, δεν παύει σε κάποιες περιπτώσεις είτε να καταδεικνύει την απουσία μαζικών κινημάτων είτε τον περιορισμό απλώς στην καταγγελία.

Από την άλλη, προσφέρει και ένα είδος αγωνιστικής δράσης. Αυτή μπορεί να μην έχει τη μαζικότητα των μεγάλων αγώνων, ή το βαθμό «συγκρουσιακότητας» που μπορεί κάποιοι να ήθελαν, όμως, προσφέρει την αίσθηση ότι «κάτι γίνεται», «κάπως ακούγεται ένα θέμα», «κάποιοι παίρνουν το μήνυμα». Σε μια περίοδο όπου το φοιτητικό κίνημα είναι σε υποχώρηση και το εργατικό κίνημα είναι στη μεγαλύτερη κρίση εδώ και δεκαετίες, αυτό φαντάζει διέξοδος, όσο και εάν την ίδια στιγμή αναπαράγει το πρόβλημα. Και έτσι το πραγματικό ερώτημα πώς μπορούν όντως να αλλάξουν τα πράγματα παραμένει αναπάντητο.