Την επιτακτική ανάγκη οι ελληνικές αρχές να καταλήξουν σύντομα σε μια ενιαία, συντονισμένη και συστημική αντιμετώπιση του προβλήματος  του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων επανέλαβε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρας.

Αν και επανέλαβε ότι θεωρεί αποτελεσματικότερη τη λύση της Τράπεζας της Ελλάδος, τόνισε ότι «αν η κυβέρνηση αποφασίσει να υιοθετήσει το πρόγραμμα εγγύησης στοιχείων ενεργητικού (APS), εμείς θα το υποστηρίξουμε, καθώς αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Το ιδεώδες, πάντως, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, «θα ήταν να αξιολογηθούν και τα δύο προγράμματα και να παρουσιαστούν στις τράπεζες και τυχόν άλλες επιλογές, αρκεί να είναι συμβατές με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές».

Μιλώντας στην εκδήλωση, που οργάνωσε στη Φρανκφούρτη η Ελληνική Ένωση Τραπεζών, σε συνεργασία με την PriceWaterhouseCoopers, ο διοικητής της ΤτE, με θέμα «Μια συστημική προσέγγιση για τη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών» ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε ότι «η ταχεία επίλυση του προβλήματος των “κόκκινων δανείων” έχει αναγνωριστεί ως ζήτημα ύψιστης σημασίας για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την επάνοδο σε υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Ακόμη μεγαλύτερα θα είναι τα πλεονεκτήματα για μια μικρή και ανοικτή οικονομία, όπως η Ελλάδα, όπου ο τραπεζικός δανεισμός αποτελεί την κύρια πηγή χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών».

«Η βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, μέσω της αποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, είναι η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ο τραπεζικός κλάδος» πρόσθεσε ο κ. Στουρνάρας και εξήγησε:

«Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος όχι μόνο θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες, αλλά θα επιτρέψει και στα πιστωτικά ιδρύματα να απελευθερώσουν κεφάλαια, τα οποία θα μπορέσουν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, τα πιστωτικά ιδρύματα θα συμβάλουν στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης».

Ο κ. Στουρνάρας αφού επισήμανε ότι οι εγχώριες τράπεζες έχουν επιτύχει ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο, ως προς τη μείωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους (Non Performing Loans- NPLs) στο σύνολο των δανείων, τόνισε ότι η παραπάνω επίδοση δεν αρκεί για να επιτευχθεί σύντομα σύγκλιση του ποσοστιαίου δείκτη NPLs με το μέσο ευρωπαϊκό.

«Παρότι οι ρυθμοί μείωσης των ΜΕΔ μέσω πωλήσεων δανείων, διαγραφών και επιτυχών ρυθμίσεων μέχρι στιγμής επιτυγχάνουν πλήρως τους εποπτικούς στόχους που έχουν τεθεί, δεν αρκούν ώστε να επιτευχθεί σύντομα σύγκλιση του δείκτη των ΜΕΔ προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι ήδη κάτω του 4%» σημείωσε.

Για το λόγο αυτό, αλλά και για να απελευθερωθούν πόροι που θα στραφούν στη χρηματοδότηση της οικονομίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας, απαιτείται να τεθεί σύντομα σε εφαρμογή ένα συστημικό πλαίσιο υποβοήθησης, που θα επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις οι τράπεζες να θέσουν ως στόχο τριετίας (2019-21) τη μείωση των NPLs κάτω του 10%.

Στο παραπάνω πλαίσιο οι ελληνικές αρχές πρέπει σύντομα να καταλήξουν σε μια ενιαία, συντονισμένη και συστημική αντιμετώπιση του προβλήματος των NPLs, που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες των ίδιων των τραπεζών, πρόσθεσε ο κ. Στουρνάρας. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιτυχή αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, επισήμανε.

Αποτελεσματική η λύση της ΤτΕ

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποτελεσματικότερη λύση συστημικής υποβοήθησης της προσπάθειας των τραπεζών, είναι η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (SPVs).

Η αποτελεσματικότητα της έγκειται στο γεγονός ότι αντιμετωπίζει με συστηματικό τρόπο δύο πολύ σημαντικά προβλήματα ταυτόχρονα: τα NPLs και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις.

Θα στηρίξουμε, όμως, το κυβερνητικό σχέδιο

Αν παρ’ όλα αυτά, συνέχισε ο κ. Στουρνάρας, η κυβέρνηση αποφασίσει να υιοθετήσει το πρόγραμμα εγγύησης στοιχείων ενεργητικού (APS), η Τράπεζα της Ελλάδος θα το υποστηρίξει, καθώς αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Το ιδεώδες, κατά τον ίδιο, θα ήταν να αξιολογηθούν και τα δύο προγράμματα και να παρουσιαστούν στις τράπεζες και τυχόν άλλες επιλογές, αρκεί να είναι συμβατές με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές.

Ο κ. Στουρνάρας δεν παρέλειψε να επαναλάβει «ότι οι τράπεζες έχουν τα δικά τους σχέδια για την επιθετική μείωση των ΜΕΔ και η εφαρμογή τους βρίσκεται σε εξέλιξη με ορατά αποτελέσματα» προσθέτοντας ότι τόσο η πρόταση της ΤτE, όσο και το σχέδιο παροχής κρατικής εγγύησης λειτουργούν ενισχυτικά στις προσπάθειες των τραπεζών, με σκοπό την ταχεία σύγκλιση του δείκτη των NPLs προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, χωρίς απομείωση της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των ιδιωτών μετόχων.

Πως λειτουργεί ο προτεινόμενος από την ΤτE μηχανισμός

Τα κύρια στοιχεία και χαρακτηριστικά της πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος είναι τα εξής:

• Το προτεινόμενο σχήμα προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (Special Purpose Vehicles – SPVs). Τα δάνεια θα μεταβιβαστούν στην καθαρή λογιστική αξία (μετά από προβλέψεις). Το ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που θα μεταβιβαστεί θα αντιστοιχεί σε κάλυψη πρόσθετων ζημιών, ώστε οι αποτιμήσεις των εν λόγω δανείων να προσεγγίσουν τις τιμές της αγοράς. Εν συνεχεία, νομοθετική ρύθμιση θα ορίζει ότι η μεταβιβαζόμενη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα καταστεί αμετάκλητη απαίτηση των Εταιριών Ειδικού Σκοπού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής (σύμφωνα με τη διάρκεια της συναλλαγής).

• Για την κάλυψη του τιμήματος της μεταβίβασης, οι Εταιρίες Ειδικού Σκοπού θα προχωρήσουν σε έκδοση τιτλοποίησης που (ενδεικτικά) θα περιλαμβάνει τρεις τάξεις ομολογιακών τίτλων υψηλής (senior), μεσαίας (mezzanine) και μειωμένης εξασφάλισης (subordinated junior/equity).

• Η αποτίμηση των δανείων που θα μεταβιβαστούν θα ανατεθεί σε ανεξάρτητους τρίτους φορείς, ενώ την τελική δομή της συναλλαγής (συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της τιτλοποίησης (tranches) που θα αντιστοιχούν στις τρεις τάξεις των ομολογιακών τίτλων) θα καθορίσουν οι συντονιστές της τιτλοποίησης (arrangers), λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Αναμένεται ότι ιδιώτες επενδυτές θα απορροφήσουν μέρος της ανώτερης τάξης τίτλων (senior) και τη μεγάλη πλειονότητα της ενδιάμεσης τάξης (mezzanine).

• Τη διαχείριση του σχήματος θα αναλάβουν αποκλειστικά ιδιώτες επενδυτές (εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και προφανώς θα υπάρχει διαχωρισμός ανά κατηγορία δανειακών απαιτήσεων για κάθε συναλλαγή και πράξη διαχείρισης (απαιτήσεις από επιχειρηματικά, στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια κ.λπ.). Γίνεται αντιληπτό ότι η ανάθεση στους φορείς διαχείρισης θα γίνει κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας και το πλαίσιο διαχείρισης των εν λόγω απαιτήσεων θα ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς πρακτικές διαφάνειας και εποπτείας.

Επισημαίνεται ότι, πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής, οι τράπεζες θα καλούνται να προχωρήσουν, σε συνεννόηση με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε επαναπροσδιορισμό των στόχων τους για τη μείωση των ΜΕΔ, με απώτερο σκοπό την επίτευξη μονοψήφιου ποσοστού ΜΕΔ εντός τριετίας.

Ο κ. Στουρνάρας προχώρησε σε ένα ενδεικτικό παράδειγμα, που μπορεί να δώσει μια εκτίμηση της άμεσης επίδρασης από τη μεταβίβαση ΜΕΔ ύψους περίπου 40 δισεκ. ευρώ, δηλαδή του συνόλου των καταγγελμένων δανείων, μαζί με αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις ύψους 7,4 δισεκ. ευρώ.

Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι (σύμφωνα με στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2018) αναμένονται τα ακόλουθα αποτελέσματα:
• Μείωση του αποθέματος ΜΕΔ κατά 47%.
• Μείωση του δείκτη κάλυψης από προβλέψεις σε 41% από 49%.
• Διψήφιοι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας για όλες τις συστημικές τράπεζες. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη τις θετικές επιδράσεις από την ανακατανομή του προσωπικού, την ενίσχυση των εσόδων προ φόρων και την πιθανή προσαρμογή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού με βάση τα νέα δεδομένα αναληφθέντων κινδύνων όπως θα διαμορφωθούν μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
• Μείωση του ποσοστού των DTC στα εποπτικά κεφάλαια από 57% σε 30%.
• Βελτίωση της διαχείρισης των ΜΕΔ καθώς οι Εταιρίες Ειδικού Σκοπού θα αναλαμβάνουν και θα διαχειρίζονται κυρίως καταγγελμένες απαιτήσεις.

Τα οφέλη για την οικονομία

Εάν επιτευχθεί δραστική μείωση του υψηλού αποθέματος των ΜΕΔ σύμφωνα με τους παραπάνω στόχους, θα επιδράσει καταλυτικά στην οικονομική δραστηριότητα και την παραγωγικότητα, μέσω δύο διαύλων:

(α) της αύξησης της προσφοράς δανείων και
(β) της αποτελεσματικής αναδιάρθρωσης του παραγωγικού τομέα.

Όπως προκύπτει από εκτιμήσεις και μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, η μείωση του λόγου των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στη μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου των τραπεζών και στην αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησής τους, βελτιώνοντας έτσι τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου.

Εκτιμάται επίσης ότι η σημαντική μείωση του λόγου των ΜΕΔ θα βελτιώσει την οργανική κερδοφορία σε διατηρήσιμη βάση.

Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να σχηματίζουν προβλέψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων, που αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 2% περίπου του σταθμισμένου ενεργητικού τους σε ετήσια βάση ανέφερε ο κ. Στουρνάρας σημειώνοντας ότι το παραπάνω έξοδο δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί όσο ο δείκτης NPLs παραμένει γύρω στο 40%.

Επιπρόσθετα, αν δεν προηγηθεί σημαντική μείωση των NPLs ο επόπτης δεν θα προχωρήσει σε βελτίωση των ελάχιστων δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, σύμφωνα με τους κανόνες του Πυλώνα ΙΙ.

Η βελτίωση αυτή θα οδηγήσει σε σταδιακή αύξηση της προσφοράς δανείων και μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Παράλληλα, αναμένεται μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών καθώς η οικονομία θα ανακάμπτει, με αποτέλεσμα την αύξηση της αποτίμησης των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων τους και της αξίας τους ως εξασφαλίσεων, λόγω των υψηλότερων αποδόσεων του κεφαλαίου και των ακινήτων.

Συνεπώς, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις σταδιακά θα γίνονται πιο αξιόχρεα, επιτρέποντας την περαιτέρω τόνωση της επενδυτικής ζήτησης.

Γράψτε το σχόλιό σας