Πληθαίνουν τα σημάδια ότι η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς μια νέα περίοδο κρίσης, έστω και εάν αυτή τη στιγμή δεν μπορεί κανείς να προβλέψει με ασφάλεια το πότε ακριβώς θα εκδηλωθεί. Ωστόσο, όπως έχει πολλές φορές επισημανθεί, κανείς πρέπει να ανησυχεί, όταν από το «εάν» περνάμε στο «πότε».

Την ίδια στιγμή στην ελληνική βουλή, όπου υπήρχε μια καλή ευκαιρία να κατατεθούν συγκεκριμένες προσπάθειες θωράκισης και ανάπτυξης της οικονομίας, τα πολιτικά κόμματα επιδόθηκαν σε μάχες χαρακωμάτων. Και μάλιστα για θέματα άσχετα με την οικονομία και μακριά από τις πραγματικές, σημερινές ανάγκες της χώρας. Από τους μπαχαλάκηδες και τους τρομοκράτες, μέχρι τα ξερονήσια, τον Σαλβίνι και τα κολεγιόπαιδα με τα οποία τα έχει βάλει τώρα ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο παγκόσμιος οικονομικός χάρτης συνταράσσεται αλλά η Ελλάδα ζει μια παρατεταμένη εσωστρέφεια και μια άκρως επικίνδυνη διχαστική κατάσταση που είναι σίγουρο ότι θα κάνει μεγάλη ζημιά.

Στις ΗΠΑ φαίνεται ότι η περίοδος ανάπτυξης, που ξεκίνησε το 2009, μετά από την οικονομική κρίση, και η οποία τροφοδότησε και την παγκόσμια οικονομία, φτάνει σε ένα τέλος.

Η FED έχει ουσιαστικά κηρύξει το τέλος της μεγάλης κλίμακας ποσοτικής χαλάρωσης και ετοιμάζεται να κάνει μια μικρή αύξηση στο βραχυπρόθεσμο επιτόκιό της, ενώ και το γιγάντιο πακέτο περικοπής φόρων του Ντόναλντ Τραμπ, που έφτασε το 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, δείχνει να εξαντλεί τη δυναμική του.

Η Wall Street είχε την Παρασκευή και τη Δευτέρα δύο συνεχόμενες ημέρες πτώσης, από τις πιο εντυπωσιακές στην ιστορία της. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 2018 καταγράφεται το φαινόμενο να μην ανακάμπτει στην ίδια κλίμακα η Wall Street μετά από σημαντικές πτώσεις, σε αντίθεση με όλη την περίοδο μετά το 2011.

Για πόσο θα διατηρηθεί η υψηλή κερδοφορία στις ΗΠΑ;

Φαινομενικά, το αμερικανικό χρηματιστήριο δεν είναι σε μια φάση υπερτίμησης ή «φούσκας». Εάν κανείς κοιτάξει το συνολικό λόγο τιμής προς κέρδη παραμένει ακόμη μια αγορά με περιθώρια ανάπτυξης.

Όμως, η εικόνα αυτή είναι κάπως απατηλή. Υπάρχει ένας αριθμός πολύ μεγάλων εταιρειών με πολύ υψηλή κερδοφορία, πραγματικοί γίγαντες της αμερικανικής οικονομίας όπως η Home Depot, η Apple, η Amazon, η Johnson and Johnson, Procter and Gamble, η Mastercard.

Δεν είναι καθόλου δεδομένου, όμως, ούτε το κατά πόσο μπορούν αυτές οι εταιρείες να διατηρήσουν τόσο υψηλή κερδοφορία, ούτε το κατά πόσο αυτή θα συνεχιστεί για την υπόλοιπη οικονομία και τις επιχειρήσεις μικρότερης κεφαλαιοποίησης.

Η παράμετρος αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε μεγάλο βαθμό η αυξημένη κερδοφορία αποτέλεσε για την αμερικανική οικονομία τη βασική κινητήρια δύναμη της τελευταίας φάσης ανάκαμψης. Παρότι σήμερα δεν υπάρχουν άμεσα σημάδια για άμεση υποχώρηση της κερδοφορίας, το σίγουρο είναι ότι δεν θα μπορέσει να συνεχιστεί με τους ίδιους ρυθμούς και το 2019. Και αυτό θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια συνολικότερη υποχώρηση, ιδίως από τη στιγμή που ήδη συγκεκριμένοι κλάδοι της αμερικανικής οικονομίας πλήττονται από τον εν εξελίξει εμπορικό πόλεμο με την Κίνα.

Η υπερδιόγκωση του ιδιωτικού εταιρικού χρέους

Σε όλα αυτά προστίθεται και μια παράμετρος ακόμη που αφορά τόσο την αμερικανική όσο και την παγκόσμια οικονομία: τη διόγκωση του παγκόσμιου ιδιωτικού χρέους. Μπορεί η FED στην πρόσφατη έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα να εκτιμά ότι είναι «μέτριος» ο κίνδυνος για ένα χρηματοπιστωτικό κραχ, εντούτοις εντοπίζει ακριβώς τα σημεία κινδύνου: Το συνολικό ιδιωτικό εταιρικό χρέος είναι σε ένα ιστορικά υψηλό σημείο και η αυξηθεί και ο όγκος του χρέους υψηλού κινδύνου, την ίδια ώρα που η μόχλευση ορισμένων επιχειρήσεων είναι στο υψηλότερο σημείο των τελευταίων δύο δεκαετιών και υπάρχει και η ανησυχία για τις εξελίξεις στην Ευρώπη σε σχέση με το Brexit, αλλά και προβλήματα στην Κίνα και σε άλλες αναδυόμενες αγορές.

Από τη μεριά της η EKT υποστηρίζει ως προς τη διόγκωση του εταιρικού χρέους παγκοσμίως τα πράγματα είναι χειρίσιμα στο βαθμό που τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, τα χρηματιστήρια είναι σε ανοδική τροχιά όπως και τα κέρδη των επιχειρήσεων.

Αυτό σημαίνει ότι εάν υπάρξει επιδείνωση σε αυτές τις παραμέτρους, όπως μια μεγάλη υποχώρηση των χρηματιστηρίων ή μια ανακοπή της ανόδου των κερδών, τότε θα υπάρξει και συνολικότερο πρόβλημα με την υπερχρέωση των επιχειρήσεων.

Το λαχάνιασμα του κινεζικού γίγαντα

Όλα αυτά συνδυάζονται και μια ακόμη παράμετρο: τα ανησυχητικά σημάδια που έρχονται από την ιδιότυπη «ατμομηχανή» της παγκόσμιας οικονομίας που είναι η Κίνα. Η κινεζική ηγεσία έχει επιδοθεί σε μια μεγάλης κλίμακα προσπάθεια ώστε οι ρυθμοί ανάπτυξης να μην υποχωρήσουν κάτω από το 6%, που περιλαμβάνει περικοπές φόρων, νέα δάνεια για τις επιχειρήσεις και νέα μεγάλα δημόσια έργα, όμως μέχρι στιγμής τα πράγματα δεν δείχνουν τόσο αισιόδοξα, την ίδια ώρα που προσπαθούν να αποφύγουν το ενδεχόμενο να σχηματιστούν νέες φούσκες.

Σε αυτό το φόντο πληθαίνουν τα σημάδια μιας οικονομικής επιβράδυνσης, που αποτυπώνεται στην υποχώρηση των ρυθμών αύξησης και της μεταποιητικής δραστηριότητας και της κατανάλωσης. Αυτή η υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας ήδη έχει επιπτώσεις και στις άλλες οικονομίες της ευρύτερης Νοτιοανατολικής Ασίας.

Τα υπαρκτά αδιέξοδα της Ευρωζώνης

Την ίδια στιγμή στην Ευρωζώνη, παρά τα εντεινόμενα σημάδια κοινωνικής δυσαρέσκειας, που συχνά παίρνει και εκρηκτικές μορφές, ουσιαστική συζήτηση για μια αναμόρφωση που θα επέτρεπε να μη λειτουργεί ως «περιοριστικός» μηχανισμός λιτότητας δεν γίνεται, πέραν «συμβολικών» χειρονομιών όπως η ανακοίνωση «προϋπολογισμού της Ευρωζώνης».

Άλλωστε, μέχρι το 2015 και το QE σε μεγάλο βαθμό η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης με την εμμονική προσήλωση στη λιτότητα (που ερχόταν να προστεθεί στις ανισότητες που αναπαρήγαγε το ενιαίο νόμισμα) αποτέλεσε μηχανισμό καθυστέρησης της εξόδου των ευρωπαϊκών οικονομιών από την κρίση.

Κι αν η Ιταλία φαίνεται να έχει βρει έναν «έντιμο» συμβιβασμό με την Ευρώπη ή το Brexit να κινηθεί επιτέλους σε μια λογική βάση, ωστόσο, η Ελλάδα δεν επηρεάζεται αρνητικά μόνον από τις εξελίξεις αυτές. Οι συστημικοί κίνδυνοι αφορούν την αρχιτεκτονική και τις επιλογές της ελληνικής οικονομίας, ειδικά από τη στιγμή που η παρούσα κυβέρνηση αποφάσισε να πολιτευτεί σε μια λογική παροχών χωρίς έλεος για να διασώσει το πολιτικό της κεφάλαιο. Και σε μια τακτική που απομονώνει τη χώρα, την κλείνει στα σύνορά της διώχνοντας πιθανούς επενδυτές από το εξωτερικό και οδηγώντας σε λουκέτο εμβληματικές βιομηχανίες.

Οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία και η συζήτηση που δεν γίνεται

Όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα τοπίο στην παγκόσμια οικονομία όλο και πιο δύσβατο. Αυτό αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα για την ελληνική οικονομία που αναζητά προσανατολισμό στη «μεταμνημονιακή» εποχή.

Εάν η παγκόσμια οικονομία κινηθεί σε ρυθμούς επιβράδυνσης το 2019 και με πιθανή ύφεση για το 2021 τότε πλευρές των αφηγημάτων που διακινούνται και στην εσωτερική πολιτική συζήτηση, από την κυβέρνηση αλλά εν μέρει και από την αντιπολίτευση, απλώς δεν θα ισχύουν.

Ούτε θα μπορούν να συντηρηθούν υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, τέτοιοι που να μπορούν να τροφοδοτήσουν και τα υπερπλεονάσματα, ούτε θα είναι εύκολη και συμφέρουσα η «έξοδος στις αγορές», ιδίως εάν το ζήτημα του χρέους έρθει ξανά στο προσκήνιο, ούτε είναι βέβαιο ότι κεφάλαια θα κινηθούν προς περιφερειακές αγορές (πιο πιθανό είναι να δούμε επαναπατρισμό προς τις «μητροπόλεις».

Αυτή η συνθήκη θα απαιτούσε μια πολύ πιο ουσιαστική επεξεργασία προτάσεων και ενός σχεδίου για την ανάπτυξη σε ένα τοπίο όλο και πιο δύσκολο, μαζί με την αναγκαία και συντονισμένη προσπάθεια να αλλάξει ένα πλαίσιο λιτότητας που μπορεί να αποβεί οριακά επικίνδυνο.

Όμως, όλα αυτά απουσιάζουν από την τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση που επιμένει να θεωρεί ότι υπάρχει η πολυτέλεια να προσπερνάμε τα πραγματικά ερωτήματα.

Κι όχι μόνο από την κυβέρνηση που απλά θέλει να παραμείνει στην εξουσία. Αλλά και από την αντιπολίτευση που αναλώνεται σε προτάσεις για μειώσεις φόρων οι οποίες ακούγονται μεν καλά αλλά δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν και να εφαρμοστούν όταν θα έρθει η ώρα του «λογαριασμού».

Γράψτε το σχόλιο σας