Είναι Μάιος του 2011 και το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδικάζει την Ελλάδα, για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, στην περίπτωση του πρώην πρέσβη, υπουργού Τύπου και καθηγητή της Παντείου Δημήτρη Κώνστα, ο οποίος καταδικάσθηκε πρωτόδικα, από το Κακουργοδικείο Αθηνών, σε φυλάκιση 14 ετών για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, στην υπόθεση της “Παντείου”, αλλά η υπόθεσή του τότε εκκρεμούσε προς εκδίκαση στο Εφετείο.

Στην ομόφωνη και καταδικαστική, για την Ελλάδα, απόφασή του, το Δικαστήριο εστιάζεται, κυρίως, στις δημόσιες δηλώσεις, περί αναμφισβήτητης ενοχής του κ. Κώνστα στην υπόθεση της “Παντείου”, που έγιναν από τον πρώην πρωθυπουργό κ. Κ. Καραμανλή και τους υπουργούς της τότε κυβέρνησης Σωτήρη Χατζηγάκη (Δικαιοσύνης) και Πέτρου Δούκα (Οικονομικών) χωρίς, όπως υπογραμμίζεται, να υπάρξει σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου.

Υποχρεώνοντας την Ελλάδα να καταβάλλει στον κ. Κώνστα αποζημίωση 12.000 ευρώ για ηθική βλάβη και να πληρώσει και 10.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κυρίως οι εκπρόσωποι του κράτους οφείλουν να σέβονται το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων και να μην προβαίνουν σε δημόσιες δηλώσεις, που προεξοφλούν την ενοχή τους, προτού υπάρξουν τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων.

Διασυρμός ενός πρωθυπουργού

Η παραπάνω υπόθεση έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή και την καταδίκη του ενεχειροδανειστή Ριχάρδου πριν καν υπάρξει ανακριτική διαδικασία. Ο πρωθυπουργός έσπευσε να καρπωθεί τα μικροπολιτικά και πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη ανακοινώνοντας την «καταδίκη» κάποιων παρά το γεγονός ότι εκείνη την ώρα υπήρχε ένα απλό διαβιβαστικό προς τον ανακριτή.

Η εξέλιξη της υπόθεσης και η επί της ουσίας ακύρωση του κατηγορητηρίου, τουλάχιστον ως προς το σκέλος της λαθρεμπορίας χρυσού, αποτέλεσε ένα αστυνομικό και δικαστικό φιάσκο που δεν έχει προηγούμενο. Διέσυρε, όμως, και τον ίδιο τον πρωθυπουργό ο οποίος σε ρόλο εισαγγελέα μόνο τις ποινές δεν ανακοίνωσε από τη Βουλή.

Βεβαίως, στην υπόθεση αυτή παρασύρθηκαν οι πάντες. Κι άλλοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δημοσιολογούντες, όμως, είναι τουλάχιστον ανεπίτρεπτο ένας πρωθυπουργός να σπεύδει να προκαταβάλει την ανακριτική διαδικασία.

 

Πληροφορίες που δεν επιβεβαιώνονται λένε ότι ο κ. Τσίπρας εκτέθηκε επειδή τον εξέθεσαν οι συνεργάτες του οι οποίοι τον προέτρεψαν να αναφέρει την υπόθεση του Ριχάρδου ως παράδειγμα για το πώς η κυβέρνηση της Αριστεράς καταπολεμά τη διαφθορά και τη διαπλοκή.

Είναι όμως αυτό δικαιολογία για έναν πρωθυπουργό ο οποίος καταπατά το βασικό τεκμήριο της αθωότητας; Ειδικά όταν αγνοεί μια βασική αρχή της ποινικής δικονομίας που λέει ότι «η προανακριτική διαδικασία πρέπει να είναι κρυφή και η δίκη δημόσια».

Δεν είναι στιγμιαίο λάθος

Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς ότι ήταν ένα… στιγμιαίο λάθος του κ. Τσίπρα, ότι δεν τον ενημέρωσαν σωστά, ότι βιάστηκε κι ότι με ένα mea culpa θα μπορούσε να διασώσει το κύρος του.

Αλλά αυτή η απάντηση δεν θα ήταν αρκετή διότι τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και υπουργοί του έχουν υποπέσει πολλές φορές σε τέτοια ατοπήματα. Τα τελευταία χρόνια έχουν στήσει κατά καιρούς τηλεδίκες στο όνομα της «διαφάνειας» καταπατώντας όλους τους δικονομικούς κανόνες. Και οι ίδιοι προκειμένου να καρπωθούν πρόσκαιρα οφέλη, έχουν αναφερθεί δημόσια σε δικαστικές υποθέσεις που βρίσκονται στο στάδιο της έρευνας και δεν έχουν δικαίωμα να είναι γνώστες της δικογραφίας ή να προκαταλαμβάνουν αποφάσεις.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ανοικτές ακροάσεις των προανακριτικών επιτροπών στη Βουλή. Κι αν υποθέσουμε ότι για τα πολιτικά πρόσωπα είναι θεμιτό να βλέπει όλη η Ελλάδα τη συνεδρίαση (αν και είναι στο στάδιο της προανάκρισης και μάλιστα όχι από δικαστές αλλά από βουλευτές) για τους υπόλοιπους, απλούς πολίτες που καλούνται να καταθέσεις τι είναι; Ανθρωποι που δεν έχουν καμιά εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη ή που δικαιώνονται στην πορεία, γίνονται βορά στα αδηφάγα μάτια του κοινού που έχει εκπαιδευτεί από την κυβέρνηση να ζητά «αίμα».

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με την πλειοψηφία που έχει στις επιτροπές καταφέρνει να στήσει επικοινωνιακά σόου προκειμένου να εμφανίσει τους «άλλους» ως διαπλεκόμενους, διεφθαρμένους, παλιό πολιτικό σύστημα, σε αντίθεση με τους ίδιους που εμφανίζονται τιμητές της κάθαρσης.

Αυτό πάντως δεν εμπόδισε το κυβερνών κόμμα να στήσει προανακριτικές π.χ. για την Υγεία μόνο μέχρι το 2014 γιατί από τότε και ύστερα κυβερνούν «λευκές περιστέρες». Εβγαλε από το κάδρο τον Π. Κουρουμπλή, κωφεύει στο πόρισμα της ΝΔ για τα έργα και ημέρες του Πολάκη στο υπουργείο, αρνείται ακόμη και να συζητήσει π.χ. για τις χαριστικές ρυθμίσεις ή τα δάνεια που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αυγή (και η off shore που έχει ως μέτοχο), φιλικοί σ’ αυτήν επιχειρηματίες.

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η υπόθεση του ΚΕΕΛΠΝΟ. Διαπομπεύτηκαν τόσοι και τόσοι για να βγει ένα πόρισμα που στέλνει στη Δικαιοσύνη την υπόθεση έχοντας ενδείξεις κι όχι αποδείξεις.

 

 

Όμως, τι να ερευνήσει η Δικαιοσύνη αφού το έχει ήδη κάνει και έχει στείλει την υπόθεση στο αρχείο;

Τι να ερευνήσει για τις 22 προσλήψεις του Γεωργιάδη όταν γίνονται εκατοντάδες άλλες από τον Πολάκη ή όταν παραχωρείται η ασφάλεια του ΚΕΕΛΠΝΟ σε εταιρεία φύλαξης χωρίς διαγωνισμό για έργο σχεδόν 8 εκατ. ευρώ;

Ακόμη, ουδέποτε απάντησε η επιτροπή για την Υγεία σε αίτημα της συζύγου του Γ. Στουρνάρα, Λ. Νικολοπούλου, να πάει να καταθέσει. Κατηγορείται και την στέλνουν στη Δικαιοσύνη για μια υπόθεση η οποία δεν ζημίωσε ούτε ένα ευρώ το Δημόσιο αφού το συνέδριο που διοργάνωσε πληρώθηκε από χορηγούς.

Δημόσια διαπόμπευση

Αλλά τόσο στην περίπτωση Γεωργιάδη, όσο και στην περίπτωση Νικολοπούλου και άλλων εμπλεκόμενων, τα ονόματά τους έχουν ακουστεί πολλές φορές στη Βουλή. Και ποιος ξεχνά βεβαίως το σόου με τις κάλπες για την παραπομπή 10 πολιτικών προσώπων, όπου πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί εξευτελίστηκαν με ανοίκειο τρόπο;

Ως πλήρη καταπάτηση δημοκρατικών κατακτήσεων και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης έχει εκληφθεί και το γνωστό πλέον «δόγμα Πολάκη» όπου πρέπει κάποιοι να πάνε φυλακή για να βγει ξανά ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ίδιος ο υπουργός έχει γίνει δικαστής του facebooκ ουκ ολίγες φορές απειλώντας ότι θα στείλει κόσμο στις φυλακές ή στοχοποιώντας εκείνους που του ασκούν κριτική ή είναι εχθρικά διακείμενοι στην κυβέρνηση.

Αξέχαστη βεβαίως έχει μείνει η ιστορία με τον Πάνο Καμμένο και τις πολύωρες τηλεφωνικές… παρεμβάσεις του με ισοβίτη. Όπως αξέχαστη είναι και η επίσκεψη Τζανακόπουλου στον Αρειο Πάγο και η «ενημέρωση» που είχε από τους δικαστές λίγες ώρες πριν κατατεθεί στη Βουλή η δικογραφία για τη Novartis. Για την κυβέρνηση ήταν φυσιολογικό γεγονός για όλους τους άλλους ωμή παρέμβαση στη Δικαιοσύνη.

Μια ακόμη υπόθεση που δείχνει τον σεβασμό στους θεσμούς είναι και οι καταγγελίες για τον «Ρασπούτιν» που πίεζε δικαστές να ανοίξουν υποθέσεις. Και μάλιστα στη σημείωση ότι μπορεί να είναι αθώοι αυτός έλεγε «ας τους βγάλουμε τώρα και μετά ας τρέξουν να βρουν το δίκιο τους».

 

 

Όπως απροκάλυπτα ήταν όλα όσα έγιναν την εποχή των τηλεοπτικών αδειών και της απόφασης του ΣτΕ που κατεδάφισε το νόμο Παππά. Ο ίδιος ο τότε πρόεδρος του ανωτάτου δικαστηρίου είχε καταγγείλει παρεμβάσεις λέγοντας: «Υποδείξεις δεν δεχόμαστε από πουθενά. Δεν είναι δυνατόν ορισμένοι να διανοούνται ότι δεν υπάρχουν δικαστήρια. Καλώ για τελευταία φορά σε αυτοσυγκράτηση. Υπάρχουν όρια στα λόγια».

Κι αν οι υπουργοί και βουλευτές που δεν δείχνουν κανέναν σεβασμό στη Δικαιοσύνη έχουν το ακαταλόγιστο ο ίδιος ο πρωθυπουργός τι εννοούσε όταν έλεγε ότι «η Δικαιοσύνη είναι θεσμικό εμπόδιο;»

Η υπόθεση Ριχάρδου, ανεξαρτήτως της ποινικής κατάληξης που θα έχει ξεγύμνωσε εντελώς την κυβέρνηση και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη. Και δείχνει ότι η Ελλάδα δεν βάζει μυαλό και θα καταδικάζεται για παρεμβάσεις σε μια ανεξάρτητη εξουσία που δεν πρέπει να συνδέεται σε καμιά περίπτωση με την κυβέρνηση.