Ενας από τους χειρότερους σεισμούς που έπληξαν ποτέ την Ελλάδα ήταν αυτός του 1953 στην Κεφαλονιά. Ηταν ο σεισμός που οδήγησε στη δημιουργία του αντισεισμικού κανονικού που τέθηκε σε ισχύ το 1959.

Οι σεισμοί του Ιονίου το 1953 ήταν μια σεισμική ακολουθία αποτελούμενη από τρεις κύριους καταστροφικούς σεισμούς αυξανόμενης έντασης και περισσότερους από 135 μετασεισμούς που έλαβαν χώρα από τις 9 έως τις 12 Αυγούστου του 1953 και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε Ζάκυνθο, Ιθάκη και Κεφαλονιά. Ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε σε 455 νεκρούς, 2.412 τραυματίες και 21 αγνοούμενους, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού των νησιών τα εγκατέλειψε εξαιτίας των σεισμών. Θεωρούνται οι καταστροφικότεροι σεισμοί στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Χαρακτηριστικές είναι οι μαρτυρίες για εκείνα τα γεγονότα

«Καταστρεπτικοί σεισμοί εις Ιθάκην, Κεφαλληνίαν και Λευκάδα. Αι δονήσεις συνεκλόνισαν την περιοχήν και ενέσπειραν τον πανικόν με θύματα 1 νεκρόν, 27 τραυματίας και καταρρεύσεις εκατοντάδων οικιών. Ηρχισεν η αποστολή ενισχύσεων εις τους σεισμοπλήκτους – ανεχώρησεν ο κ. Αδαμόπουλος».

Αυτός είναι ο τίτλος του «Βήματος» της Τρίτης 11 Αυγούστου 1953 περιγράφοντας τον σεισμό που έγινε στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου την Κυριακή 9 Αυγούστου, μεγέθους 6,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, χωρίς κανείς να γνωρίζει ότι το ίδιο μεσημέρι της δημοσίευσης θα ακολουθούσε ένας ακόμη σεισμός μεγαλύτερος σε ένταση: 6,8 ρίχτερ.

Αρχισαν να πέφτουν σαν τραπουλόχαρτα το ένα σπίτι μετά το άλλο, με το χώμα και τη σκόνη να έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο σύννεφο πάνω από «τας ωραίας νήσους του Ιονίου πελάγους», όπως ανέφερε ο τότε πρόεδρος της κυβέρνησης στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγου.

Μετά και το τελικό χτύπημα του Eγκέλαδου – 7,2 ρίχτερ – το πρωινό της Τετάρτης 12 Αυγούστου, η Κεφαλλονιά ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά, εκτός από το βόρειο τμήμα της.

Μαρτυρίες από τον μεγάλο σεισμό

«Την ημέρα του μεγάλου σεισμού είχαμε πάει σε ένα χωράφι με ελιές για να μην είμαστε μέσα στα σπίτια. Ηταν και πολύς κόσμος εκεί, οικογένειες που φοβόντουσαν αφού είχαν γίνει και οι προηγούμενοι σεισμοί» αναφέρει στο «Βήμα» η κυρία Αθηνά Περδίκη, κάτοικος Ληξουρίου. «Μετά τον σεισμό δεν βλέπαμε τίποτε μπροστά μας, υπήρχε παντού χώμα, όλα τα σπίτια είχαν γκρεμιστεί».

«Είχαμε στήσει μια σκηνή σε ένα οικόπεδο απέναντι από το πατρικό μας για κάθε ενδεχόμενο και ξαφνικά βλέπουμε το σπίτι μας να γκρεμίζεται» αναφέρει με τη σειρά του ο κ. Λάκης Κονταρίνης.

«Ημερόνυκτα αληθινής κολάσεως ζουν οι κάτοικοι των τραγικών νήσων του Ιονίου. Η ερειπωμένη Ζάκυνθος ευρίσκεται από χθες εις τας φλόγας, ενώ αι σεισμικαί δονήσεις συγκλονίζουν την Κεφαλληνίαν και κατακρημνίζουν ό,τι έχει απομείνει όρθιον. Ανυπολόγιστος ο αριθμός των νεκρών και τραυματιών εις τας πληγείσας περιοχάς. Ελικόπτερα των Ηνωμένων Πολιτειών θα ρίψουν τρόφιμα και εφόδια εις τους δοκιμαζομένους κατοίκους». «Νεκροί τραυματίαι, ορφανά και σωρεία ερειπίων: ο τραγικός απολογισμός των σεισμών που επί έξ ολόκληρους ημέρας συνεκλόνισαν την Ιθάκην, την Ζάκυνθον και την Κεφαλληνίαν». Τίτλοι της 13ης και της 14ης Αυγούστου παρουσιάζουν εύγλωττα τις δραματικές στιγμές.

Ο τελικός απολογισμός αναφέρει πως ο Eγκέλαδος άφησε στο πέρασμά του 871 νεκρούς, περισσότερους από 1.500 τραυματίες και περίπου 150.000 αστέγους και στα τρία νησιά. «Το νερό ήταν σαν βούρκος, υπήρχαν πτώματα παντού, τα οποία τα μετέφεραν σε αυτοσχέδια φορεία» θυμάται ο κ. Κονταρίνης. «Ο πατέρας μου τότε ήταν στον φούρνο και μετά συνήθιζε να πηγαίνει σε ένα ταβερνάκι· εκείνη τη μέρα άργησε πολύ. Οταν ήρθε να μας βρει, ήταν γεμάτος αίματα» περιγράφει η κυρία Περδίκη.

Πάγωσε το αίμα

«Ήταν μετά τις 9 το πρωί. Μία ανατριχιαστική βοή έρχεται από τα έγκατα της γης. Σου παγώνει το αίμα, σε παραλύει. Μετά κολλητά μια ισχυρή δόνηση ταράζει τα πάντα. Σεισμός. Δεν είχα ακούσει άλλη φορά τη λέξη δεν ήξερα ότι η γη συγκλονίζεται.

Ο πατέρας πετιέται μερικά μέτρα έξω από το σπίτι, γυρίζει προς την ανατολή, κάνει έντονα το σημείο του σταυρού και αναφωνεί: Παναγιά,βοήθεια, Παναγιά βοήθεια.

Ήδη η δόνηση έχει σταματήσει. Μακριά ακούγονται φωνές ανθρώπων τρομαγμένες. Η μάνα μου είναι τρομαγμένη αλλά συνεχίζει το μαγείρεμα με ξύλα σε μια γωνιά του σπιτιού. Περιμένουμε και την επίσκεψη κάποιου φίλου. Θα ρθει άραγε ή φοβήθηκε από το σεισμό; Το κακό έχει περάσει. Το σπιτάκι άντεξε, κάποια σημάδια στους τοίχους. Μακριά ακούγονται καμπάνες να χτυπούν. Η εκκλησία του Κεχριώνα απόλυσε. Ησυχία παντού και ζέστη….

Ο δεύτερος μεγάλος σεισμός έγινε την Τρίτη 11 Αυγούστου τα χαράματα. Εκείνη την ώρα κοιμόμουν στρωματσάδα στο αλώνι και η δόνηση δεν έχει καταγραφεί στη μνήμη μου. Όταν ξύπνησα κάπως ακούω τους γονείς μου να συζητούν. Η φωνή τους φτάνει ταραγμένη. Σε λίγο σηκώνομαι όρθιος. Το βλέμμα μου πέφτει αμέσως στο μικρό μας σπίτι. Βλέπω ένα σωρό πέτρες και πάνω στο σωρό καθιστή η καλαμένια σκεπή με τα κεραμίδια σκορπισμένα. Τα χάνω και βγάζω φωνή σπαραγμού: “Ω,το σπιτάκι μας γκρεμίστηκε” και με παίρνουν τα κλάματα.

Έτρεξα στους γονείς μου. Τότε έμαθα και άλλα φοβερά. Όταν ακούστηκε η βοή που προηγείται της δόνησης, η μάνα μου όρμησε μέσα στο σπιτάκι και πήρε από το κρεβάτι και άρπαξε τον Διονύση. Μόλις έβγαινε, ένα κεραμίδι έπεσε στην πλάτη της και αμέσως το σπιτάκι σωριάστηκε. Το κρεβάτι που κοιμόταν ο Διονύσης καταπλακώθηκε από πέτρες και παραμορφώθηκε οικτρά. Ο Διονύσης γλίτωσε από 1 δευτερόλεπτο.

“- Μεμά, είπε ο πατέρας να πας στο Ληξούρι να δεις τι έγινε το σπίτι. Πρόσεξε όμως, να πηγαίνεις μακριά από τα σπίτια γιατί μπορεί να γίνει νέος σεισμός”.

Όταν έπειτα από ώρα γύρισε ο Μεμάς μας είπε ότι το σπίτι άντεξε, κάποια κεραμίδια έπεσαν και μερικές ρωγμές στους τοίχους. Το σπίτι αυτό ήταν παλιό και μεγάλο και ο πατέρας φοβόταν πολύ….

Την Τρίτη 11 Αυγούστου μπορεί να μην έγιναν μεγάλες ζημιές, αλλά ο φόβος είχε φωλιάσει στις καρδιές όλων. Όλοι φοβόντουσαν τα χειρότερα.

Ξημερώνει η 12η Αυγούστου 1953, μέρα μεγάλου πόνου και ολέθρου. Από το πρωϊ ξεκινήσαμε όλοι για τη δουλειά. Πηγαίνουμε στου Κοσμετάτου για να τρυγήσουμε τη σταφίδα. Εγώ έχω ένα σίκλο,τον γεμίζω σταφίδες τον φορτώνω στην πλάτη και έρχομαι μετά στο αλώνι και τις απλώνω για να λιαστούν.

Η μέρα είναι συγκλονιστική. Κάθε 5 λεπτά κάνει σεισμό. Η μάνα μου που είχε εξαιρετική ευαισθησία καταλάβαινε τη βοή πρώτη και φώναζε με τρόμο «σεισμός». Είχες την αίσθηση πως κάθεσαι πάνω σε καζάνι που βράζει, έτοιμο να εκραγεί.

Μα και να ήθελες να μείνεις μέσα σε σπίτι, ήταν αδύνατο μέσα στο συνεχές βουητό και ταρακούνημα.

Ο κόσμος όλος σχεδόν είχε ξεχυθεί στα χωράφια.

Γύρω στις 10 το πρωϊ, ενώ ο εφιάλτης συνεχίζεται, ο πατέρας λέει:

“Πάμε να φύγουμε, σήμερα θα γίνει κακό, πάμε πάνω στου Φώτη”.

Ο θείος μου ο Φώτης έμεινε λίγο πιο πέρα στην αρχή του λόφου. Ο πατέρας μου, προφανώς φοβόταν κάποιο τσουνάμι και γι’ αυτό μιλούσε για μετακίνηση πιο ψηλά. Η θάλασσα είναι ακίνητη και ο ήλιος καίει.

Ο πατέρας είπε στη μάνα να φτιάξει μια σαλάτα για να μην είμαστε νηστικοί και μετά ξεκινάμε για του Φώτη. Η μάνα έφτιαξε μια σαλάτα ντομάτες και την έβαλε πάνω στα χόρτα, χάμω. Κυκλικά κάθισε όλη η οικογένεια για να κολατσίσει. Εγώ, μικροσκοπικός καθώς ήμουν κάθισα πάνω σε μια πέτρα. Είχαμε πάρει τις πρώτες μπουκιές όταν αρχίζει η συντέλεια. Νιώθω τον εαυτό μου να κυλάει στο χώμα σαν βαρελάκι. Στιγμιαία, φοβάμαι μην χτυπήσω στην πέτρα και φέρνω τα χέρια στο κεφάλι. Περιμένω να σταματήσει το κακό αλλά συνεχίζεται, τα δευτερόλεπτα μοιάζουν χρόνια….

Όταν συνέρχομαι βλέπω το πιάτο με τη σαλάτα αναποδογυρισμένο και το λάδι χυμένο στο χώμα. Βλέπω βράχια να πέφτουν από το βουνό κοντά στο Σωτήρα στη θάλασσα. Βλέπω τη θάλασσα να αφρίζει στην περιοχή από την πτώση των βράχων και να τινάζεται στα μισουράνια. Βλέπω ένα άσπρο σύννεφο σκόνης να έχει καλύψει τα χωριά της Θηνιάς κατά μήκος. Το μουλάρι που ήταν λίγο πιο πέρα έχει αφηνιάσει και σηκώνεται στα πίσω πόδια και βγάζει κραυγές τρόμου. Πιο πέρα τα σκυλιά αλυχτούν. Ακούγονται λόγια ανθρώπων ακατάληπτα. Το φως του ήλιου έχει θολώσει ίσως από τις σκόνες, η θάλασσα στέκει ακίνητη.

Σε λίγο ο πατέρας θα πει:

“Aυτό ήταν, δεν έμεινε τίποτα, γίναμε νοικοκυραίοι…”

Ο Μεμάς πήγε στο Ληξούρι για να κάνει αυτοψία. Όταν επέστρεψε είχε μορφή ανθρώπου που γύρισε από την κόλαση.

“Δεν έμεινε τίποτε πατέρα, το σπίτι διαλύθηκε, μόνο το κομό φαίνεται να γλίτωσε σε μια γωνία, όλα τα σπίτια έπεσαν, η Παναγία έπεσε…”.

Είπε όμως και άλλα πιο τραγικά:

“Είδα τον γείτονα το Θάνο να κουβαλάει το νεκρό παιδί του τον Μπάμπη στην πλάτη και να πηγαίνει να το θάψει. Ο συγγενής μας ο Νιόνιος ο φούρναρης πλακώθηκε και άφησε την τελευταία πνοή μέσα στο φούρνο. η Χρυσάνθη …έκλαψα πολύ γιατί τους γνώριζα όλους… ιδίως ο Μπάμπης ήταν φίλος μου και έμενε στο διπλανό σπίτι. Το βράδυ κοιμηθήκαμε τυλιγμένοι σε ένα πανί που είχαμε για τις ελιές…”.

Την άλλη μέρα ήρθαν από τη θάλασσα ναύτες και αξιωματικοί Άγγλοι. Μας έδωσαν κονσέρβες κρέατος και καλαμποκιού και γάλατα εβαπορέ. Εξηγούν στις γυναίκες με νοήματα πως να φτιάξουν το γάλα. Ήρθαν και άλλοι και βοήθησαν ξένοι και Έλληνες. τις επόμενες μέρες. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους μας συμπαραστάθηκαν…».

 

Μαρτυρία Μπάμπη Γαλανού, δημοσιεύτηκε στο inkefalonia.

«Η ζωή από κείνη τη στιγμή άλλαξε για όλο τον κόσμο. Οι άνθρωποι αλάλιασαν, άλλοι γινήκανε αλλόφρονες, άλλοι έχασαν τον εαυτό τους. Δεν ήταν τίποτα όπως πρώτα, ούτε μέσα μας, ούτε όξου μας, μήτε στις συμπεριφορές μας. Ο φόβος στην προσμονή του χειρότερου είχε κυριαρχήσει. Τόβλεπες στη φύση στα ζώντανά παντού. Η αποφυγή των στενών δρόμων και η προτίμηση των ανοιχτών χώρων, ήτανε κυριαρχούν συναίσθημα. Κατήντησε κουβεντιάζοντας να παπαγαλίζουμε τα ίδια και τα ίδια, γίναμε ειδικοί, μιλούσαμε γιατί έπρεπε να μιλούμε, κι όχι γιατί γνωρίζαμε τι λέγαμε. Είμαστε σε παραλογισμό. Οι ζημιές στην πόλη σημαντικές. Η πολιτεία είχε στείλει έναν Υπουργό για μια πρώτη εκτίμηση της κατάστασης. Μα καταστροφές είχαν γίνει και σε άλλα κομμάτια του νησιού, Ιθάκη και Σάμη και Εληό και Παλική».

Απόσπασμα από το βιβλίο «Πορεία προς τον 21ο αιώνα». Δημοσιεύτηκε στο kefalonitis.com.