Το προαναγγελθέν πυραυλικό πλήγμα κατά της Συρίας, με αφορμή την επίθεση με χημικά όπλα στην πόλη Ντούμα, είναι πλέον γεγονός. Ο Ντόναλντ Τραμπ, η Τερέζα Μέι και ο Εμανουέλ Μακρόν αποφάσισαν να χτυπήσουν με περίπου 100 πυραύλους τρεις εγκαταστάσεις τις οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες τους, χρησιμοποιούσε το καθεστώς Άσαντ για έρευνα, παραγωγή και χρήση χημικών όπλων. Και τώρα τι;

Παρά τα εξυπνακίστικά «τιτιβίσματα» του κ. Τραμπ περί «έξυπνων» πυραύλων που θα χτυπήσουν τους Ρώσους, ο αμερικανός Πρόεδρος αποφάσισε για ακόμη μία φορά να μην διακινδυνεύσει το παραμικρό – κλασική τακτική ενός ανθρώπου που στα δύσκολα «κρύβεται» πίσω από σίγουρες λύσεις.

Στην παρούσα συγκυρία, αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του «μπαρουτοκαπνισμένου» υπουργού Άμυνας Τζέιμς Μάτις: ένα περιορισμένο πλήγμα που δεν θα στρεφόταν εναντίον των Ρώσων και των Ιρανών στη Συρία. Για όποιον δεν το έχει εδώ και χρόνια καταλάβει, η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί την ανατροπή Άσαντ – τουλάχιστον όχι μία άτακτη ανατροπή του…

Στην Ελλάδα υπάρχει μία μανία να αναλύουμε πως επηρεάζει τη χώρα μας μία σύγκρουση όπως αυτή στη Συρία. Αλήθεια, πως μας επηρέασαν προηγούμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ή στη Βόρεια Αφρική;

Το Συριακό είχε για την Ελλάδα ως συνέπεια ένα μαζικό προσφυγικό ρεύμα που δοκίμασε τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αντοχές της χώρας. Άλλη άμεση συνέπεια δεν είχαμε, όπως δεν είχαμε παλαιότερα από τους δύο Πολέμους του Κόλπου ή από την – αποτυχημένη – επέμβαση στη Λιβύη.

Η επιλογή των τριών δυτικών δυνάμεων να… ειδοποιήσουν τη Μόσχα (μήπως και την Τεχεράνη;) αλλά και να αποφύγουν πλήγματα εναντίον ρωσικών και ιρανικών εγκαταστάσεων στη Συρία θα περιορίσει λογικά τα όποια αντίποινα σε άλλα πεδία (πχ οι Ιρανοί ίσως κάνουν πιο δύσκολη τη ζωή των Αμερικανών στο Ιράκ και οι Ρώσοι μπορεί να χτυπήσουν στον αγαπημένο του πλέον κυβερνοχώρο). Για την Ελλάδα όμως, αυτό που διακυβεύεται έχει πιο στρατηγικό χαρακτήρα.

Το σημερινό γεωπολιτικό σκηνικό κυριαρχείται πάλι από τη «σκληρή ισχύ», αλλά και την παράλληλη αποδυνάμωση της βασικής «άγκυρας σταθερότητας» του διεθνούς συστήματος, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο συνδυασμός αυτός έχει τροφοδοτήσει έναν αναθεωρητισμό σε κρίσιμα σημεία του πλανήτη.

Η Μέση Ανατολή είναι ένα από αυτά τα σημεία και η συριακή κρίση το επίκεντρό του. Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι «μεγάλοι παίκτες» της περιοχής, με πρώτη τη Ρωσία, έσπευσαν να εμπλακούν στον πόλεμο αυτό. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που μία παραδοσιακά αναθεωρητική χώρα, η Τουρκία, επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τις περιστάσεις.

Η Ελλάδα παραμένει στο δυτικό στρατόπεδο και η προσαρμογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε εντυπωσιακή και ταχύτατη. Όσα κατά καιρούς ακούγονται περί «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής» είναι η άγευστη γαρνιτούρα του κυρίως πιάτου, στο οποίο κυριαρχεί η σχεδόν απόλυτη ταύτιση με τις επιλογές της Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα, αλλά και του Ισραήλ.

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Επομένως, εφόσον στο μέλλον κριθεί αναγκαίο, η Αθήνα θα παράσχει τις απαραίτητες διευκολύνσεις (στη βάση της Σούδας, σε αναγνωριστικές πτήσεις στο FIR Αθηνών κ.ο.κ), αποφεύγοντας παράλληλα την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της. Και παράλληλα, θα πρέπει να συνηθίσουμε να ακούμε τα περί ανάγκης διπλωματικού διαλόγου, τερματισμού του πολέμου στη Συρία και άλλα τέτοια συνήθη, αναμενόμενα και αβλαβή…

Η επίθεση στη Συρία και όσα συμβαίνουν εκεί προσφέρουν επίσης ένα καλό μάθημα στην Ελλάδα για τα όρια του Διεθνούς Δικαίου. Το δίκαιο το διαμορφώνει η ισχύς και η κυριαρχία, όχι το αντίστροφο. Αυτό που απαιτείται είναι η ορθή ανάγνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και σωστή επιλογή συμμαχιών.

Η χώρα μας βρίσκεται σε καίρια γεωγραφική θέση. Αν θέλει και ρόλο, τότε ο λογαριασμός δεν είναι δωρεάν – συνεπάγεται κόστος. Ξέρει κανείς κάποια ελληνική κυβέρνηση που θα ήταν διατεθειμένη να το αναλάβει και να πείσει και την ελληνική κοινωνία για τα, όποια, οφέλη;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο