Ο όρος «ψηφιακό χάσμα» επινοήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 90 και περιέγραφε την ανισότητα μεταξύ εκείνων που είχαν πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το Internet και σε εκείνους που απείχαν. Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, με την ψηφιακή τεχνολογία να μην περιορίζεται μόνο στις δύο παραπάνω εκφάνσεις της, ο όρος, ειδικά για την χώρες όπως η Ελλάδα, φαίνεται να είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Άλλωστε, με την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας τις τελευταίες δεκαετίες και ο όρος «ψηφιακό χάσμα» έχει εξελιχθεί, αφού δεν αφορά πλέον μόνο την πρόσβαση στο Internet, αλλά και παραμέτρους όπως η ταχύτητα με την οποία πλοηγούμαστε σ’ αυτό ή η ανάπτυξη δεξιοτήτων χάρη στο Διαδίκτυο.

Η αξία της πρόσβασης στην τεχνολογία αναγνωρίζεται πλέον καθολικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Πολλές έρευνες, παλαιότερες και πρόσφατες, μαρτυρούν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ενσωμάτωση της τεχνολογίας στην οικονομία και την κοινωνία ενός κράτους τόσο μεγαλύτερα είναι τα οφέλη που δημιουργούνται για τους πολίτες, εργαζόμενους και εν τέλει τους οικονομικούς δείκτες.

Αντίστοιχα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, με ιδιαιτερότητες από την οικονομία (π.χ. απουσία βιομηχανίας) έως τη γεωγραφία της (π.χ. απομονωμένες περιοχές, διάσπαρτα και πολλά νησιά), η τεχνολογία και η υιοθέτησή της μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην καθημερινότητά μας και συνολικά στη χώρα ολόκληρη. Και παρά το γεγονός ότι ως χώρα δεν θεωρούμαστε ως ένας τεχνολογικός ηγέτης του κόσμου, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα, μικρά και μεγάλα, που μαρτυρούν τη χρησιμότητα της πρόσβασης σ’ αυτήν και τα οφέλη που δημιουργεί. Ας σταθούμε σε μερικά από αυτά.

Στην υγεία, η τηλεϊατρική για παράδειγμα, που έρχεται να διορθώσει τα προβλήματα της περιορισμένης ή ακόμα και έλλειψης κατά τόπους ιατρικής παρακολούθησης σε νησιωτικές περιοχές, επιτρέποντας σε κατοίκους π.χ. της Αμοργού να παρακολουθούν την υγεία τους από την Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη εδώ και μερικά χρόνια έχει συσταθεί ένα Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής για τη νησιωτική Ελλάδα με στόχο την ισότιμη πρόσβαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας.

Στην επιχειρηματικότητα, όπου τα τελευταία χρόνια έχουμε δει αρκετά παραδείγματα Ελληνικών νεοφυών επιχειρήσεων (startups) να εκμεταλλεύονται τα πλεονεκτήματα που παρέχει η τεχνολογία και να προσφέρουν σύγχρονες λύσεις σε καταναλωτές ή σε εταιρείες. Επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν από νέους ανθρώπους που απέκτησαν ψηφιακές δεξιότητες, παρακολούθησαν τάσεις του εξωτερικού και κατάφεραν ακόμα και να δημιουργήσουν λύσεις σε διάφορους τομείς (μεταφορές, marketing, τεχνητή νοημοσύνη κ.α.) που ξεπέρασαν τα όρια της χώρας μας.

Στην ευρηματικότητα των νέων ανθρώπων, η επαφή των οποίων με το Internet τους προσέφερε την ευχέρεια να πειραματιστούν και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τους ίδιους. Από τα παραδείγματα μαθητών που πειραματίστηκαν με τη ρομποτική, όπως ο Χάρης Ιωάννου ή ο Θάνος Τζιατζιούλης μέχρι τον φωτογράφο Γιώργο Παπαποστόλου που από τη μακρινή (από την Αθήνα) Κω, κέρδισε το 2015 την πρωτιά σε ένα σημαντικό διεθνή διαγωνισμό. Μαθητές και καθημερινοί άνθρωποι, που το προσωπικό ενδιαφέρον τους οδήγησε να αναζητήσουν γνώσεις και πληροφορίες από το Διαδίκτυο και να δημιουργήσουν νέα όνειρα για τους εαυτούς τους.

Στην Ελλάδα, έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια στον τομέα της τεχνολογίας, ωστόσο χρειάζονται ακόμα αρκετά βήματα, συντονισμένα κατά κύριο λόγο, για να αναρριχηθούμε ψηλότερα στην κατάταξη και να βελτιώσουμε ουσιαστικά την καθημερινότητά μας και την ποιότητα της ζωής μας.

Αυτήν την ανάγκη μαρτυρούν σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό και τα ευρήματα του «The Digital Economy and Society Index» που μετράει την ψηφιακή πρόοδο των κρατών της Ε.Ε. Μια έκθεση, με γλυκόπικρα συμπεράσματα, καθώς δείχνει ότι μπορεί η χώρα μας να βρίσκεται ανάμεσα στις τελευταίες θέσεις σε σύγκριση με τα λοιπά κράτη-μέλη, ωστόσο υπάρχει μια καλή βάση για να καλλιεργηθεί (το 99% των νοικοκυριών έχουν πρόσβαση στην ευρυζωνικότητα).

Ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε σε τομείς, όπως η ανισότητα στην πρόσβαση μέσω υψηλών ταχυτήτων, η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων, η ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις κ.α., είναι ακόμα μακρύς, αλλά ελπιδοφόρος.

Καλύπτοντας συντονισμένα την απόσταση που μας χωρίζει σ’ αυτά τα πεδία, θα έχουμε και την ευχέρεια στο μέλλον να μιλάμε όχι μόνο με τη γλώσσα μεμονωμένων παραδειγμάτων αλλά εν τέλει με τη συνολική εικόνα.

in.gr

Γράψτε το σχόλιο σας