Δημήτρης Μπαβέλλας: Στην Ελλάδα για να τα καταφέρεις πρέπει να είσαι πραγματικά αποφασισμένος!
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Runaway Day, που προβάλλεται στις αίθουσες από τις 5 Δεκεμβρίου, μιλά ανοιχτά για την ταινία του στο in.gr/cinema. Μιλά για το πόσο δύσκολο είναι να κάνεις σινεμά, σήμερα, στην Ελλάδα, για τα αδιέξοδα των σύγχρονων Ελλήνων, τον ρόλο του λόγου και της εικόνας στον κινηματογράφο, το έναυσμά του για την ταινία, […]
Ο σκηνοθέτης της ταινίας Runaway Day, που προβάλλεται στις αίθουσες από τις 5 Δεκεμβρίου, μιλά ανοιχτά για την ταινία του στο in.gr/cinema. Μιλά για το πόσο δύσκολο είναι να κάνεις σινεμά, σήμερα, στην Ελλάδα, για τα αδιέξοδα των σύγχρονων Ελλήνων, τον ρόλο του λόγου και της εικόνας στον κινηματογράφο, το έναυσμά του για την ταινία, που δεν ήταν άλλο από ένα τραγούδι και πολλά άλλα…
in.gr: Πώς ήρθε η έμπνευση για την ταινία, πόσο ρόλο έπαιξαν τα όσα συμβαίνουν στην πόλη μας τα τελευταία χρόνια και πόσο καιρό το δουλέψατε μέχρι να κατασταλάξετε στο τελικό αποτέλεσμα;
Δ.ΜΠ.: Η ιδέα για την ταινία προέκυψε όταν σε μια ιδιαίτερα έντονη περίοδο της ζωής μου, το ραδιόφωνο-ξυπνητήρι που χρησιμοποιώ άνοιξε ακριβώς τη στιγμή που ένα κομμάτι με τίτλο “Runaway” (του συγκροτήματος The Twins από τη δεκαετία του ’80) ακουγόταν στον προεπιλεγμένο ραδιοσταθμό.
Συμπτωματικά, την ίδια μέρα ένα ακόμα κομμάτι που άκουσα με παρεμφερές θέμα με οδήγησε στην σκέψη του τι θα συνέβαινε αν όλο αυτό το άγχος που βιώνουμε καθημερινά εκφραζόταν με μια μαζική φυγή από την Αθήνα, μια πανδημικού χαρακτήρα έξοδο ως μορφή αντίδρασης.
Έτσι κι αλλιώς, μετά από 6-7 μικρού μήκους, είχε έρθει η ώρα να προχωρήσω στη μεγάλου μήκους με κάθε κόστος και αυτός μου φάνηκε ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσω την πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Μια κατάσταση για την οποία θεωρώ χρέος μου να μιλήσω και είναι άλλωστε ο βασικός λόγος για τον οποίο έγινε η ταινία.
Μαζί με τον Δημήτρη τον Τόλιο, μοντέρ της ταινίας, περάσαμε πάνω από οκτώ μήνες να φτιάχνουμε την ιστορία έτσι ώστε να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, ουσιαστικά κατασκευάζοντας το φιλμ από την αρχή.
in.gr: Το Runaway Day είναι μια ταινία για μια Αθήνα, που οι κάτοικοί της εγκαταλείπουν, μια ασπρόμαυρη ταινία… πού παραπέμπουν οι συμβολισμοί;
Δ.ΜΠ.: Πρόθεσή μου είναι η ταινία να είναι ανοιχτή σε κάθε ερμηνεία. Έτσι λοιπόν, σε ένα πρώτο επίπεδο το φιλμ είναι μια ταινία πανδημίας που λοξοκοιτάζει στον κινηματογράφο «είδους», πολλών ειδών για την ακρίβεια. Σε αυτά τα πλαίσια, το ασπρόμαυρο αλλά και η Αθήνα δικαιολογούνται από τα όσα συμβαίνουν στην εξέλιξη της ιστορίας.
Χωρίς να θέλω να περιορίσω τη σκέψη κανενός, πιστεύω ότι η ταινία μιλάει από μόνη της. Μια κάποτε όμορφη, ιστορική πόλη που αργοπεθαίνει μαζί με τους κατοίκους της οι οποίοι είναι, επίσης, σε πλήρη απόγνωση και ψάχνουν έναν τρόπο φυγής.
in.gr: Η έλλειψη διαλόγων κάνει πιο δυνατή την εικόνα. Πόσο δεκτικός πιστεύετε ότι είναι σήμερα ο έλληνας θεατής σε μοτίβα όπου ο λόγος δεν παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο;
Δ.ΜΠ.: Για μένα το σινεμά είναι κατά κύριο λόγο εικόνες και θεώρησα πρόκληση να κάνω μια ταινία που να περιέχει τον απολύτως απαραίτητο διάλογο. Έτσι κι αλλιώς, αυτός είναι ο τρόπος που ήθελα να επικοινωνήσω το “Runaway Day”, δίνοντας περισσότερο σημασία σε αυτά που γίνονται και υπάρχουν στον αέρα παρά σε αυτά που λέγονται.
Σε κάθε περίπτωση, μια ταινία δεν θα έπρεπε να κρίνεται από τη διάρκεια του διαλόγου. Νομίζω ότι το κοινό σε γενικές γραμμές είναι διστακτικό με τις ελληνικές ταινίες, άσε που έχω την εντύπωση ότι οι φεστιβαλικές διακρίσεις λειτουργούν μάλλον αποτρεπτικά για τον θεατή.
Υπάρχει αμφίδρομη επιφυλακτικότητα και σε αυτό φταίνε φυσικά και οι σκηνοθέτες. Βέβαια το πρόβλημα είναι βαθύτερο και προέρχεται από την οπτικοακουστική μας παιδεία που είναι μάλλον ανύπαρκτη, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες από όπου θα έπρεπε να ξεκινά η σχετική εκπαίδευση…
in.gr: Διαλέξατε ως κεντρικούς ήρωες μια γυναίκα κι έναν άντρα. Υπήρχε κάποια στόχευση σε αυτήν την επιλογή; Είχε να κάνει με την αντρική ή τη γυναικεία ματιά στα προβλήματα;
Δ.ΜΠ.: Μέχρι σήμερα έχει αποδειχτεί ότι η ταινία αγγίζει περισσότερο το γυναικείο κοινό, ενδεχομένως υπάρχει μια ταύτιση με το χαρακτήρα της Μαρίας Φραγκογιάννη (το επώνυμο δανεισμένο από τη «Φόνισσα» σε ένα ρόλο που ερμηνεύει η Μαρία Σκουλά).
Χωρίς κάποιος να είναι φεμινιστής ή οτιδήποτε κοντά σε αυτό, δεν μπορεί να μην εντοπίσει το δύσκολο ρόλο της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον μέχρι τα τελευταία χρόνια (όπου οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί, στρεβλωθεί καλύτερα).
Το «φαινόμενο» που χτυπάει τους χαρακτήρες της ταινίας και κατόπιν όλους τους Αθηναίους, αφού τους κάνει αρχικά να τρέξουν μακριά, στη συνέχεια εξελίσσεται φέρνοντας σε πρώτο πλάνο τις πιο ανομολόγητες σκέψεις και επιθυμίες τους.
Τί πιο λογικό λοιπόν από μια γυναίκα που βρίσκεται σε έναν γάμο που πάει κατά διαόλου με έναν άξεστο πλην ευκατάστατο άντρα (τον οποίο ερμηνεύει ο Ερρίκος Λίτσης) να θέλει να εξερευνήσει το άγνωστο, τον έρωτα και εντέλει τη σεξουαλικότητά της από την αρχή;
Ο χαρακτήρας του Λουκά (Μάκης Παπαδημητρίου) είναι αυτός του τυπικού νεοέλληνα άντρα, θύματος της καταστάσεως. Ο Λουκάς θέλει απλά να παίξει σαν παιδί πριν ο συνδυασμός οικονομικών χρεών και μακρόχρονης ανεργίας του χτυπήσουν την πόρτα, εγκλωβίζοντάς τον στο πατρικό του σπίτι όπου διαμένει με την άρρωστη μητέρα του (Υβόννη Μαλτέζου). Τόσο οι παραπάνω όσο και όλοι οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στην ταινία είναι άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στην Αθήνα του σήμερα προτού η μαζική κρίση φυγής τους στρέψει, κυριολεκτικά, προς άλλη κατεύθυνση!
in.gr: Στην ταινία σας παρακολουθούμε ανθρώπους να περιπλανιούνται, χωρίς σαφή προορισμό. Μιλήστε μας για τα αδιέξοδα του σύγχρονου Έλληνα και το δικό σας αντίδοτο στην κρίση.
Δ.ΜΠ.: Άσχετα από την κρίση, βλέπω όλους τους χαρακτήρες της ταινίας σαν παιδιά παγιδευμένα μέσα στο σώμα και τις υποχρεώσεις ενηλίκων, χαμένα και παντελώς αποκομμένα από τις αρχικές τους επιθυμίες και ανάγκες στη ζωή! Ο πιο υπεύθυνος άνθρωπος μέσα στο Runaway φαίνεται να είναι η Εύα (Εύα Βόγλη), το κοριτσάκι που συναντά όλους τους υπόλοιπους και μοιάζει να τους κρίνει για τις απερίσκεπτες επιλογές τους.
Είναι σαν αυτό το «φαινόμενο» να απελευθερώνει το παιδί που είναι βαθιά κρυμμένο μέσα στον καθένα και να τον υποχρεώνει να επιστρέψει στα απλά αλλά ουσιαστικά πράγματα που επιθυμούσε πριν αποκτήσει το βαρύ φορτίο της ύπαρξής του.
Δεν είναι άλλωστε ψέμα ότι από τότε που αυτή η τέλεια σκηνοθετημένη κρίση έχει εξελιχτεί σε μόνιμη παράκρουση έχουμε γίνει άβουλοι, έχοντας εναποθέσει τις ελπίδες μας κάπου αλλού, έχουμε γίνει δηλαδή έρμαια της κατάστασης. Στο σύμπαν της ταινίας, αποτέλεσμα αυτής της ηθικής κατάρρευσης του νεοέλληνα είναι η άνθηση του φαινομένου της μαζικής φυγής.
Για μένα η τέχνη δεν μπορεί να προσφέρει λύσεις παρά μόνο να καταδείξει μια κατάσταση οπότε δεν μπορώ να προτείνω κάποιο αντίδοτο. Αυτό που χρειάζεται να γίνει βέβαια είναι απλούστατο: Να επιστρέψουμε σε μια κοινωνία που να εμπεριέχει βασικές αρχές της όπως την ειρηνική συμβίωση με τον συμπολίτη, τη συνεργασία, τη δικαιοσύνη και την ισονομία, έννοιες που έχουν κατακρεουργηθεί βάναυσα στο σύγχρονο πολιτισμό οδηγώντας μοιραία τον δυτικό άνθρωπο στην απομόνωση.
Σε σας φαίνεται πιθανή μια τέτοια μεταστροφή;
in.gr: Πώς καταλήξατε στην επιλογή των ηθοποιών σας;
Δ.ΜΠ.: Όπως και για το σύνολο της ταινίας, έτσι και το καστ είναι κάτι για το οποίο είμαι απόλυτα περήφανος, κυρίως για την εξαιρετική συνεργασία που είχα με όλους όσους συμμετείχαν.
Το μοναδικό της υπόθεσης και αυτό που μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω είναι ότι οι περισσότεροι από τους εξαιρετικούς ηθοποιούς που ερμηνεύουν κάποιο ρόλο στο φιλμ είναι άνθρωποι που προσέγγισα για πρώτη φορά και με τίμησαν με την άψογη συνεργασία και την εμπιστοσύνη τους.
Μακάρι όλοι οι νέοι σκηνοθέτες να είναι εξίσου τυχεροί ώστε όλοι οι συντελεστές της ταινίας να τους περιβάλλουν με την αγάπη και την εμπιστοσύνη που ένιωσα ότι είχα στο Runaway Day.
in.gr: Πόσο δύσκολο ήταν -από άποψη παραγωγής πάντα- να γυρίσετε τη ταινία;
Δ.ΜΠ.: Τώρα χτυπήσατε διάνα! Όπως έχω αναφέρει παλαιότερα, για να κάνει κάποιος ταινία στην Ελλάδα και μάλιστα χωρίς την παραμικρή υποστήριξη, πρέπει να είναι πραγματικά αποφασισμένος να το καταφέρει. Ο μόνος τρόπος για να το πετύχει κανείς είναι να πιστεύει απόλυτα σε αυτό που κάνει.
Παλιότερα έκαναν σινεμά κατά κύριο λόγο όσοι είχαν την πολυτέλεια ενώ τώρα όσοι το έχουν πραγματικά ανάγκη. Καθένας που παίρνει το μεγάλο ρίσκο να κάνει μια ταινία πρέπει να νιώθει τρομερά αλληλέγγυος με όλους τους συντελεστές που έχουν τα κότσια να μας στηρίζουν αυτές τις μέρες. Πάντα ήταν δύσκολο να κάνεις ταινίες, ακόμη δυσκολότερο στην Ελλάδα, αλλά πρόσφατα έχει εξελιχτεί σε μια ενασχόληση που χρειάζεται πολύ γερό στομάχι και τρομερή πίστη. Σε πλήρη απαξίωση μάλιστα από το σύνολο της κοινωνίας!
Ειδικά στην περίπτωσή του Runaway Day, πέρα από την οικογένειά μου που με στηρίζει πάντοτε με κάθε δυνατό τρόπο, τους φίλους και γνώριμους συνεργάτες που είναι κοντά εδώ και χρόνια, είχα στο πλευρό μου κάτι ακόμα, πρωτόγνωρο και ευχάριστο: Την απόλυτη εμπιστοσύνη και κοπιώδη προσπάθεια ανθρώπων που προσέγγισα για πρώτη φορά με σκοπό να τους προτείνω να συμμετάσχουν στην ταινία οι οποίοι την αγκάλιασαν με μοναδικό πάθος.
Η αγάπη για το σινεμά τελικά φαίνεται ότι μπορεί να ενώσει μια ομάδα ανθρώπων που με ένα ελάχιστο ποσό εκκίνησης αλλά τρομερή πίστη και οργάνωση τα κατάφεραν τόσο μέσα στο αδυσώπητο καλοκαίρι του 2012 που έγιναν τα γυρίσματα αλλά και στο δύσκολο δρόμο του post production που ακολούθησε ολόκληρο τον επόμενο χειμώνα.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και οδήγησαν το φιλμ στην προβολή σε δύο από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά Φεστιβάλ (στο διαγωνιστικό τμήμα του Σαράγιεβο και το κυρίως πρόγραμμα της Βιεννάλε ενώ έπεται συνέχεια σε αυτό τον τομέα) αλλά και στην κινηματογραφική διανομή στο «Μικρόκοσμο» από τις 5 Δεκεμβρίου. Τους υπερευχαριστώ όλους και θα τους είμαι για πάντα υπόχρεος.
in.gr: Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Δ.ΜΠ.: «Η αναζήτηση της Λώρα Ντουράντ» είναι ο προσωρινός τίτλος του σεναρίου που δουλεύω αυτή την εποχή σε συνεργασία με τον παλιό μου δάσκαλο Νίκο Παναγιωτόπουλο. Να σας πω επίσης ότι η ταινία θα είναι… έγχρωμη αυτή τη φορά και πως, όταν με το καλό προχωρήσουμε, θα δουλέψω με όσους το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους γίνεται από αυτούς που με τίμησαν με την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους στο Runaway Day.
Στις 17 Ιανουαρίου, το stage του Black Temple υποδέχεται μια σειρά από ελληνικές μπάντες, που θα ερμηνεύσουν μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του David Bowie - ενώ τα decks θα αναλάβει ο Δημήτρης Παπασπυρόπουλος.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας