Δώδεκα χρόνια, έξι σαιζόν και μια κινηματογραφική μεταφορά. Από την γέννηση του, το “Sex and the City” έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο φαινόμενο. Οι φανς ανά τον κόσμο αισθάνονται τόσο κοντά στην Κάρι, την Σαμάνθα, τη Σάρλοτ και τη Μιράντα που τις θεωρούν περισσότερο κοντινές φίλες, παρά φανταστικούς χαρακτήρες. Παρότι δεν ήθελε το “Sex and the […]
Δώδεκα χρόνια, έξι σαιζόν και μια κινηματογραφική μεταφορά. Από την γέννηση του, το “Sex and the City” έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο φαινόμενο. Οι φανς ανά τον κόσμο αισθάνονται τόσο κοντά στην Κάρι, την Σαμάνθα, τη Σάρλοτ και τη Μιράντα που τις θεωρούν περισσότερο κοντινές φίλες, παρά φανταστικούς χαρακτήρες.
Παρότι δεν ήθελε το “Sex and the City 2” να είναι μια παραδοσιακή κωμωδία, ο Κινγκ εκμεταλλεύτηκε το παρελθόν των ηρωίδων του, για να φτιάξει κάτι ολότελα διαφορετικό. Η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ δεν πρωταγωνιστεί μόνο ως η Κάρι Μπράντσο, αλλά εκτελεί και χρέη παραγωγού.
Αυτές οι γυναίκες δεν ήταν ποτέ, ούτε και θα γίνουν συμβατικοί χαρακτήρες. Η Μιράντα ήταν ανύπαντρη μητέρα, προτού παντρευτεί, και πλέον είναι η κεφαλή του σπιτιού. Η Σάρλοτ ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό, υιοθέτησε μια κόρη ασιατικής καταγωγής και γέννησε ένα ακόμη κορίτσι. Η Σαμάνθα πειραματίστηκε με σχέσεις, για να αποφασίσει πως προτιμά να μείνει μόνη. Και η Κάρι έχει κάνει τα πάντα για να δουλέψει τη σχέση της με τον Μπιγκ, παράλληλα με τα συγγραφικά της καθήκοντα.
Στην αρχή της νέας ταινίας, κάθε μια από τις ηρωίδες αρχίζει να αισθάνεται αποκλεισμένη στο ρόλο που έχει διαλέξει, λέει ο Κινγκ. Η Κάρι Μπράντσο, το παντοτινά ελεύθερο κορίτσι, βρίσκεται να παλεύει με το ρόλο της συζύγου. Η Μιράντα, συνέταιρος σε ένα έγκριτο δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης, έχει αρχίσει να ανακαλύπτει ότι παρά τα χρόνια που έχει σπαταλήσει, υπάρχει ένα νοητό ταβάνι για γυναίκες καριέρας. Η Σάρλοτ, που πάντα ονειρεύονταν να γίνει η τέλεια μαμά για την οικογένεια της, ανακαλύπτει πόσο μακριά από την πραγματικότητα είναι ο ρόλος της τέλειας μητέρας. Η προκλητική και αθυρόστομη Σαμάνθα τα βάζει με το ταμπού της εμμηνόπαυσης και του κατεστημένου που λέει πως όταν μια γυναίκα περνάει αυτό το όριο, πρέπει να αλλάξει τον τρόπο ζωής της.
Στην ταινία μαθαίνουμε ακόμη πως η Κάρι, γράφει το νέο της βιβλίο και παράλληλα περνάει το χρόνο της διακοσμώντας το νέο διαμέρισμα, όπου συζεί με τον Μίστερ Μπιγκ. Ο Κινγκ αναφέρει: “Η Κάρι έχει φτιάξει τον χώρο έτσι ώστε να νιώθει άνετα ο Μπιγκ. Δεν ζει πλέον μόνη της, μέσα στο χρώμα και τη λάμψη που είχε το δικό της διαμέρισμα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως το κοινό τους διαμέρισμα έπρεπε να θυμίζει το μίνιμαλ σπίτι του Μπιγκ. Στην Κάρι αρέσουν τα χαλιά, οπότε το γούστο της φαίνεται σε αυτά, ενώ στον Μπιγκ τα ρετρό έπιπλα των μέσων του προηγούμενου αιώνα.”
Από την άλλη πλευρά, ο γάμος της Μιράντας και του Στιβ δε θα μπορούσε να είναι σε καλύτερο σημείο. Η Μιράντα και ο Στιβ είναι πολύ αληθινοί και ειλικρινείς μεταξύ τους. Έχουν βρει τις ισορροπίες τους, υποστηρίζουν ο ένας τον άλλο, έχουν μάθει να συμβιβάζονται, έχουν μια πολύ αληθινή σχέση. Παρότι η Σάρλοτ και ο Χάρι έχουν και αυτοί έναν σταθερό γάμο, για πρώτη φορά εκείνη αρχίζει να έχει αμφιβολίες για τα κίνητρα του άνδρα της. Όπως εξηγεί ο Έβαν Χάντλερ: “Η Σάρλοτ έχει προσλάβει μια νεαρή Ιρλανδή να την βοηθάει στη φροντίδα των παιδιών. Η κοπέλα είναι εντυπωσιακά όμορφη και δεν έχει φορέσει στη ζωή της… σουτιέν. Όταν η Σαμάνθα αναρωτιέται γιατί η φίλη της βάζει έτσι εύκολα τον πειρασμό στο ίδιο της το σπίτι, η Σάρλοτ αρχίζει να κάνει σκέψεις που μέχρι τότε δεν είχε.”
Στο “Sex and the City 2” θα δούμε, επίσης, ορισμένα καινούργια πρόσωπα, όπως τον Νόα Μιλς, τον σέξι αδερφό του Άντονι, τον Μάξ Ράιαν, ως τον Ρίκαρντ Σπιρτ, έναν άνδρα που τα κορίτσια συναντούν στην έρημο της Σαχάρα, και τον Ράζα Ζάφρι, στο ρόλο του Γκάρο, ενός μπάτλερ στο ξενοδοχείο που μένουν τα κορίτσια.
Τα γυρίσματα με τις τέσσερις πρωταγωνίστριες στους δρόμους της Νέας Υόρκης πάντα είχαν μεγαλύτερη δυσκολία, τόσο για τις ίδιες, όσο και για το συνεργείο. Αυτή η φορά δεν αποτέλεσε εξαίρεση, ειδικά κατά τη διάρκεια της σκηνής που εκτυλίσσεται στο μικρό πάρκο, στη γωνία της Πέμπτης Λεωφόρου με την 59η Οδό, εκεί δηλαδή που το κατάστημα Bergdorf Goodman συναντά το Ξενοδοχείο Plaza. Παρότι ο Πρόεδρος Ομπάμα παρακολουθούσε μια εκδήλωση μόλις μερικά στενά πιο πέρα, χιλιάδες παρευρισκόμενοι και παπαράτσι είχαν πάρει θέσεις από νωρίς για να δουν τις πρωταγωνίστριες ντυμένες για το φλας μπακ στη δεκαετία του ’80, όταν η Κάρι έφτασε στην Νέα Υόρκη. Η παραγωγή έκανε γυρίσματα και μέσα στο Bergdorf —σπάνιο γεγονός, καθώς το κατάστημα δίνει άδεια για γυρίσματα σε πολύ ειδικές περιπτώσεις, όπως είχε κάνει το 1965 για το TV special με την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, “My Name Is Barbra”.
Αν οι άνδρες είναι για τις ζωές των τεσσάρων γυναικών το χτυποκάρδι τους, ο σφυγμός τους είναι η πόλη της Νέας Υόρκης. Οι δημιουργοί βρήκαν ένα τρόπο να εμπλουτίσουν ακόμη περισσότερο την ιστορία της ταινίας, στέλνοντας τις τέσσερις φίλες διακοπές, σε ένα από τα πιο εξωτικά μέρη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. “Ήθελα να δημιουργήσω μια παγκόσμια εικόνα, γιατί όταν άνοιξε η πρώτη ταινία στο Λονδίνο, το Βερολίνο, τη Γαλλία και το Τόκυο, είδα πως αυτό που κάναμε δεν αφορούσε μόνο τις Αμερικανίδες, ότι γυναίκες σε όλο τον κόσμο ταυτίζονταν με τις ιστορίες και τα προβλήματα των χαρακτήρων μας” σημειώνει ο Κινγκ.
Η ευκαιρία να ταξιδέψουν στο εξωτερικό παρουσιάζεται όταν η Σαμάνθα γνωρίζει τον ευγενικό σεΐχη Χαλίντ, στην πρεμιέρα της ταινίας του Σμιθ. Ο σεΐχης ελπίζει πως η γκουρού των δημοσίων σχέσεων, Σαμάνθα, μπορεί να κάνει για το ξενοδοχείο του, στο Αμπού Ντάμπι, ό,τι και για την καριέρα του Σμιθ – να το μεταμορφώσει σε νέο αστέρι. Έτσι, την προσκαλεί στα ΗΑΕ με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Φυσικά η Σαμάνθα βάζει στη συμφωνία και τις φιλενάδες της.
Το Μαρόκο, με 75χρονη κινηματογραφική ιστορία ήταν ο τόπος που θα αντικαθιστούσε το Αμπού Ντάμπι. Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων έγινε στο Μαρακές. Παρόλα αυτά, οι πρώτες μέρες των γυρισμάτων έγιναν εκατοντάδες μίλια μακριά, στην άκρη της Σαχάρας. Κανένα ταξίδι στην έρημο δεν θα ήταν το ίδιο άλλωστε, χωρίς μια βόλτα με καμήλες. Η σκηνή – που περιλαμβάνει και γεύμα στους αμμόλοφους – γυρίστηκε στην ίδια τοποθεσία με τον “Λόρενς της Αραβίας». Στο Μαρακές, η παραγωγή αντιμετώπισε νέες προκλήσεις. Ορισμένες σημαντικές σκηνές της ταινίας, διαδραματίζονται στο σουκ (παραδοσιακή εμπορική αγορά σε μια μουσουλμανική χώρα). Ο καλλιτεχνικός διευθυντής, Τζέρεμι Κόνγουεϊ ανακαίνισε σημεία της περιοχής ώστε να μοιάζουν περισσότερο με το Αμπού Ντάμπι, απαλύνοντας κάποια από τα ζωντανά χρώματα των εμπορευμάτων και τοποθετώντας νέες πινακίδες στην Αραβική διάλεκτο των Εμιράτων.
Στο Αμπού Ντάμπι, τα κορίτσια ζουν μες τη χλιδή, σε μια εντυπωσιακή σουίτα με θέα τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου και τα ζωντανά τιρκουάζ νερά της πισίνας. Με εντυπωσιακή θέα στα Όρη Άτλας, το ξενοδοχείο – παλάτι ήταν αρκετές εβδομάδες μακριά από το επίσημο άνοιγμα του. Το συνεργείο και οι ηθοποιοί της ταινίας αποτέλεσαν τους πρώτους καλεσμένους. Οι κυρίες ταξιδεύουν, επίσης, με στυλ. Το πέρα από κάθε φαντασία ταξίδι τους με το ιδιωτικό αεροπλάνο του σεΐχη είχε ως βάση ένα Airbus Α380 της εταιρίας Air Emirates. Οι άνθρωποι της παραγωγής αντέγραψαν με κάθε λεπτομέρεια την πολυτελή κοινόχρηστη καμπίνα, τις ατομικές καμπίνες και το lounge μπαρ που τα κορίτσια πίνουν το πρώτο τους Cosmo, μετά την αναχώρηση τους από τις ΗΠΑ.
Παρότι κανείς δεν ξέρει τη νεοϋορκέζικη μόδα καλύτερα από την ενδυματολόγο του “Sex and the City”, Πατρίτσια Φιλντ, η νέα ταινία έφερε την ίδια και την ομάδα της αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις. Το πολιτισμικό σοκ δεν μπορεί να περιγραφεί, όταν τα Blahniks συναντούν την μπούργκα κάτω από τον ουρανό της ερήμου. Η Φιλντ, με γονείς από την Ελλάδα και την Τουρκία, μεγάλωσε περικυκλωμένη από το στυλ των δυο χωρών. Σε αντίθεση με τα χαρακτηριστικά, μεσάτα ρούχα, σε κλασικά χρώματα όπως το μαύρο, η Φιλντ έδωσε χώρο σε χρωματιστούς, χρυσούς και λαμπερούς τόνους, φωτεινά λευκά και πλούσιες, γήινες αποχρώσεις μεταξωτών, σιφόν και σατέν υφασμάτων που έδιναν αέρινη αίσθηση στα φορέματα των κοριτσιών στην έρημο.
Η Φιλντ και η Ρότζερς εμπνεύστηκαν τα ρούχα της Κάρι στον γάμο του Στάνφορντ και του Άντονι, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού τους στο Παρίσι… αλλά όχι από τις πασαρέλες. Την ιδέα τους έδωσαν οι θυρωροί του ξενοδοχείου που διέμεναν. “Φορούσαν λευκά σακάκια με ουρά, αλλά όχι το σύνηθες κόψιμο που βλέπουμε,” λέει η Φιλντ. “Μάθαμε ποιος τα φτιάχνει, ήρθαμε σε επαφή μαζί του και ντύσαμε όλη μας την χορωδία με αυτά, όπως και με ψηλά καπέλα που είχαν μια μικρή λεπτομέρεια από Σβαρόφσκι.”