Η Goldman Sachs μειώνει τις τιμές – στόχους ελληνικών τραπεζών.
Στην μείωση των τιμών – στόχων των ελληνικών τραπεζών προχώρησε ο διεθνής οίκος Goldman Sachs, εξέλιξη που δεν συνδέεται με έκθεση των ελληνικών ιδρυμάτων σε τοξικά προιόντα, αλλά με το ευρύτερο κλίμα των διεθνών αγορών και την κατάσταση του πιστωτικού συστήματος. Η Goldman Sachs ανακοίνωσε σήμερα την μείωση της τιμής-στόχο για την Alpha Bank στα 18,80 ευρώ από 23,20 […]
Στην μείωση των τιμών – στόχων των ελληνικών τραπεζών προχώρησε ο διεθνής οίκος Goldman Sachs, εξέλιξη που δεν συνδέεται με έκθεση των ελληνικών ιδρυμάτων σε τοξικά προιόντα, αλλά με το ευρύτερο κλίμα των διεθνών αγορών και την κατάσταση του πιστωτικού συστήματος.
Η Goldman Sachs ανακοίνωσε σήμερα την μείωση της τιμής-στόχο για την Alpha Bank στα 18,80 ευρώ από 23,20 ευρώ, διατηρώντας την σύσταση ‘buy’. Mείωσε επίσης την τιμή-στόχο για την Τράπεζα Πειραιώς στα 16,80 ευρώ από 20,60 ευρώ, διατηρώντας την σύσταση ‘neutral’, καθώς και για την Τράπεζα Κύπρου στα 7,30 ευρώ από 11 ευρώ, δίνοντας σύσταση ‘buy’.
Ο διεθνής επενδυτικός οίκος μείωσε την τιμή στόχο για την EFG Eurobank στα 14,60 ευρώ από 17 ευρώ, δίνοντας σύσταση ‘neutral’, ενώ μείωσε και την τιμή-στόχο για το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (ΤΤ) στα 10 ευρώ από 13 ευρώ, δίνοντας σύσταση ‘buy’. Επίσης μείωσε την τιμή-στόχο για την ATEbank στα 2,24 ευρώ από 2,60 ευρώ, δίνοντας σύσταση ‘neutral’.
Εξάλλου, στο εξορθολογισμό των κινδύνων που αναλαμβάνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ε.Ε στοχεύουν προτάσεις που εξετάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζονται περιορισμοί όσον αφορά στο ανώτατο ύψος των δανείων, αλλά κια τον ρόλο των εθνικών εποπτικών αρχών. Οι προτεινόμενες αλλαγές θα προβλέπουν τα εξής:
– Βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων των τραπεζών: θα υπάρχουν σαφή κριτήρια για όλη την Ε.Ε., που θα επιτρέπουν να προσδιοριστεί κατά πόσον τα «υβριδικά κεφάλαια», δηλαδή εκείνα που παρουσιάζουν τόσο τα χαρακτηριστικά των μετοχών όσο και των ομολόγων, θα είναι επιλέξιμα να συνυπολογιστούν ως μέρος των συνολικών ιδίων κεφαλαίων μιας τράπεζας, από το ύψος των οποίων εξαρτάται το ποσό των δανείων που μπορεί να χορηγήσει μια τράπεζα.
– Βελτίωση της διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας: για τραπεζικούς ομίλους που ασκούν δραστηριότητες σε πολλές χώρες της Ε.Ε., η διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας -δηλαδή πώς χρηματοδοτούν τις πράξεις τους σε καθημερινή βάση- θα εξετάζεται επίσης και θα συντονίζεται στο πλαίσιο του «εποπτικού σώματος». Αυτές οι διατάξεις είναι αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων εργασιών, στο πλαίσιο της επιτροπής της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία και της επιτροπής ευρωπαϊκών αρχών τραπεζικής εποπτείας.
– Βελτίωση της διαχείρισης κινδύνου για τα τιτλοποιημένα προϊόντα: θα γίνουν αυστηρότεροι οι κανόνες για τα τιτλοποιημένα χρέη -η αποπληρωμή των οποίων εξαρτάται από την απόδοση μιας καθορισμένης δέσμης δανείων. Οι εταιρείες (γνωστές ως «originators» ή δημιουργοί των δανείων), που ανασκευάζουν δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους, θα πρέπει να διατηρούν ένα μέρος του κινδύνου αυτών των τίτλων, το οποίο δεν θα μπορεί να είναι χαμηλότερο του 5%, ενώ οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε αυτούς τους τίτλους, θα μπορούν λαμβάνουν μια τέτοια απόφαση, μόνο αφού επιδείξουν διεξοδική δέουσα επιμέλεια. Εάν δεν το πράττουν, θα υπόκεινται σε αυστηρές κυρώσεις.
– Βελτίωση της διαχείρισης των μεγάλων ανοιγμάτων: οι τράπεζες θα υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά το ανώτατο όριο των δανείων που θα μπορούν να χορηγούν σε ένα δεδομένο δανειολήπτη. To ανώτατο όριο δεν θα μπορεί να ξεπερνάει το 25% των ιδίων κεφαλαίων. Κατά συνέπεια, στη διατραπεζική αγορά, οι τράπεζες δεν θα μπορούν να δανείζουν ή να τοποθετούν κεφάλαια σε άλλες τράπεζες, πέραν του προαναφερόμενου ποσοστού ενός. Από την πλευρά τους, οι τράπεζες που δανείζονται θα υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά το ύψος του ποσού και το φορέα από τον οποίο μπορούν να δανειστούν.
– Βελτίωση της εποπτείας των διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων: θα συσταθούν «εποπτικά σώματα» για τους τραπεζικούς ομίλους που ασκούν δραστηριότητες σε πολλές χώρες της Ε.Ε. Τα δικαιώματα και οι ευθύνες των αντίστοιχων εθνικών εποπτικών αρχών θα αποσαφηνιστούν περισσότερο και η συνεργασία τους θα καταστεί αποτελεσματικότερη.