Αν κάποιος μπει στον πειρασμό να συγκρίνει αυτό τον πρώτο κινηματογραφικό «Μπάτμαν» με το φετινό «Σκοτεινό Ιππότη», θα καταλήξει πιθανότατα στο ότι… δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση. Όσες ενστάσεις και αν υπάρχουν για την πρόσφατη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν -και υπάρχουν μερικές-, γεγονός είναι ότι, ως προς την κινηματογραφική της αξία, απέχει έτη φωτός […]
Αν κάποιος μπει στον πειρασμό να συγκρίνει αυτό τον πρώτο κινηματογραφικό «Μπάτμαν» με το φετινό «Σκοτεινό Ιππότη», θα καταλήξει πιθανότατα στο ότι… δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση. Όσες ενστάσεις και αν υπάρχουν για την πρόσφατη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν -και υπάρχουν μερικές-, γεγονός είναι ότι, ως προς την κινηματογραφική της αξία, απέχει έτη φωτός από το b-movie των 60s. Πριν όμως σπεύσουμε να πανηγυρίσουμε για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, ας ρίξουμε μια ματιά και στην άλλη πλευρά του νομίσματος. Ας σκεφτούμε δηλαδή ότι, προ τεσσαρακονταετίας, ένας τύπος που δήλωνε διώκτης του εγκλήματος, κυκλοφορώντας στους δρόμους με μπέρτα και κολάν, κατατασσόταν αυτομάτως στους κωμικούς ήρωες. Σήμερα, ο ίδιος χαρακτήρας είναι αναγκασμένος να κουβαλάει περισσότερα τραγικά βάρη από τον Οιδίποδα και τον Μάκβεθ μαζί. Μήπως τελικά η πολύχρωμη, αφελής αλλά συνάμα ανατρεπτική δεκαετία του ’60 ήταν προτιμότερη από τη σκοτεινή, σοβαροφανή και σε μεγάλο βαθμό «τρομολάγνα» εποχή μας; Αλλά, αρκετά με τα φιλοσοφικά ερωτήματα – άλλωστε, αν κάτι δεν χωρά με τίποτα στον «Μπάτμαν» του 1966, αυτό είναι η φιλοσοφία. Η ταινία είναι στην ουσία ένα εκτεταμένο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του 1960 που προβαλλόταν κάποτε και στην Ελλάδα. Οι δε προθέσεις των δημιουργών της γίνονται σαφείς από τους τίτλους της αρχής, καθώς εκεί αφιερώνουν το έργο τους «στους λάτρεις της γελοιότητας». Η συνέχεια έρχεται να μας αποδείξει του λόγου το αληθές. Ο Μπάτμαν και ο Ρόμπιν, λοιπόν, καλούνται να εμποδίσουν το «Κουαρτέτο του εγκλήματος», δηλαδή τον Τζόκερ, τον Πιγκουίνο, το Γρίφο και την Κατ-Γούμαν, από το να μετατρέψουν τους συνέδρους των Ηνωμένων Εθνών σε χρωματιστά βουναλάκια σκόνης. Οι τέσσερις κακοποιοί γνωρίζουν φυσικά ότι, για να ευοδωθεί το σατανικό τους σχέδιο, θα πρέπει πρώτα να εξουδετερώσουν τους δύο μασκοφόρους ήρωες. Έτσι, επινοούν διάφορα σαχλά κόλπα, τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στον Μπάτμαν να μας επιδείξει το εξωφρενικό οπλοστάσιό του, που περιλαμβάνει από… καρχαριοαπωθητικά σπρέι μέχρι αντιπιγκουινικά χάπια. Παράλληλα, δίνουν την ευκαιρία στο σκηνοθέτη να επιστρατεύσει ορισμένα από τα πιο ευτελή εφέ της κινηματογραφικής ιστορίας: λαστιχένια ψάρια που κουνιούνται από κάποιο χέρι εκτός κάδρου, βόμβες από φελιζόλ που εκρήγνυνται πίσω από τοίχους κ.λπ. Ένα τόσο απροκάλυπτα πλακατζίδικο δημιούργημα μπορεί να ιδωθεί μόνο μέσα από ένα ανάλογο πρίσμα – τότε θα αποδειχθεί ιδιαίτερα διασκεδαστικό. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε το υποδειγματικό restoration του φιλμ, το οποίο οδήγησε σε αυτή την εξαιρετική, συγκριτικά με την ηλικία της ταινίας, έκδοση σε Blu-ray. To Full HD transfer αναδεικνύει τα παρδαλά χρώματα της -τηλεοπτικής αισθητικής- φωτογραφίας, αλλά και κάποιες λεπτομέρειες που ο σκηνοθέτης πολύ θα ήθελε να παραμείνουν αθέατες (για παράδειγμα, η εμφανώς ψεύτικη μύτη του Πιγκουίνου ή το άθλιο μακιγιάζ του Τζόκερ). Ο κόκκος του φιλμ είναι μεν ευδιάκριτος, αλλά σε καμία περίπτωση ενοχλητικός. Ο αυθεντικός ήχος έχει υποστεί remix και παρουσιάζεται απλωμένος σε ένα αξιοπρεπές εξακάναλο DTS Master Audio, με καθαρή, ισορροπημένη πρόζα και μερικά εφέ στα περιφερειακά κανάλια, ενώ οι γδούποι από τις γροθιές του Μπάτμαν -οι οποίοι συνοδεύονται στην οθόνη από «συννεφάκια» που γράφουν «POW» και «BOOM»- τραντάζουν το subwoofer. Τα 50GB του δίσκου χώρεσαν και πάρα πολλά έξτρα. Κάποια από αυτά έχουν μεγάλο ενδιαφέρον -κυρίως χάρη στην ιστορική τους αξία-, κάποια άλλα όχι.
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.