Σε κάποια από τις αρχικές σκηνές της ταινίας, αναφερόμενος στο αγαπημένο του βιβλίο φαντασίας, ο μικρός γιος του ήρωα περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο “όλοι κρύβουν την πραγματική τους ταυτότητα, καθώς δεν ξέρουν ποιος είναι o εχθρός και ποιος ο φίλος τους”. Αυτήν ακριβώς την κατάσταση θα βιώσει ο πατέρας του, όταν βρεθεί μπλεγμένος στα […]
Σε κάποια από τις αρχικές σκηνές της ταινίας, αναφερόμενος στο αγαπημένο του βιβλίο φαντασίας, ο μικρός γιος του ήρωα περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο “όλοι κρύβουν την πραγματική τους ταυτότητα, καθώς δεν ξέρουν ποιος είναι o εχθρός και ποιος ο φίλος τους”. Αυτήν ακριβώς την κατάσταση θα βιώσει ο πατέρας του, όταν βρεθεί μπλεγμένος στα γρανάζια μιας βρόμικης υπόθεσης. Αυτοί που πίστευε ότι ήταν σύμμαχοί του, τελικά θα αποδειχθούν αδίστακτοι αντίπαλοι. Και με ένα σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, το βιβλίο αυτό θα του σώσει τελικά τη ζωή και θα του δώσει την ευκαιρία να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά του Μάικλ Κλέιτον. Αν και επισήμως είναι ένας από τους δικηγόρους που εργάζονται για λογαριασμό ενός παντοδύναμου δικηγορικού οργανισμού, στην ουσία είναι ο άνθρωπος που βάζει τα πράγματα στη θέση τους, όταν κάτι πηγαίνει στραβά. Κινείται αθόρυβα στο σκοτάδι, γνωρίζει την πιάτσα απέξω και ανακατωτά και ξέρει πώς να εξαλείφει τους… λεκέδες κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα φάση, το πρόβλημα το δημιουργεί ο συνήγορος μιας μεγάλης εταιρείας φυτοφαρμάκων, που παράγει προϊόντα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία, ο οποίος παθαίνει κάτι μεταξύ κρίσης συνείδησης και μανιοκαταθλιπτικού σοκ κατά τη διάρκεια μιας διακοπής της δίκης. Ο Κλέιτον αναλαμβάνει να “συμμαζέψει” την κατάσταση και παγιδεύεται στο μάτι ενός βουβού κυκλώνα, όπου θα πρέπει να επιδείξει πολύ γερά κότσια για να επιβιώσει τόσο σωματικά όσο και ηθικά. Το “Μάικλ Κλέιτον” είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Τόνι Γκιλρόι, ενός από τους πιο επιτυχημένους σεναριογράφους στο Χόλιγουντ (μεταξύ άλλων, έχει γράψει το “Δικηγόρο του Διαβόλου”). Και ως καλός σεναριογράφος έδωσε πολύ μεγάλο βάρος τόσο στις μικρές λεπτομέρειες που “χτίζουν” τους διάφορους χαρακτήρες όσο και στη δομή της ταινίας. Ειδικά για τη δομή, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι παρουσιάζεται με τη μορφή ψηφίδων, τις οποίες ο θεατής θα πρέπει υπομονετικά να βάλει στη σειρά, ώστε να βρει το νήμα της. Η κινηματογράφηση είναι στιβαρή, δίχως οπτικές ακροβασίες, ενώ η συχνή χρήση μεγάλων τηλεφακών, που μειώνουν το βάθος πεδίου, δημιουργεί μια πολύ λειτουργική αποπνικτική αίσθηση. Η γκρίζα και αρκετά σκληρή φωτογραφία φέρει την υπογραφή του Ρόμπερτ Έλσουιτ, ο οποίος φέτος απέσπασε το Όσκαρ για το φιλμ “Θα Χυθεί Αίμα”, ενώ στην παραγωγή δούλεψαν ορισμένα από τα καλύτερα μυαλά της κινηματογραφικής βιομηχανίας: ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ο μακαρίτης πια Άντονι Μιγκέλα και ο πολυτεχνίτης Σίντνεϊ Πόλακ που εμφανίζεται με την ιδιότητα του ηθοποιού δίπλα στον -επίσης συμπαραγωγό- Τζορτζ Κλούνι. Ο τελευταίος μάς χαρίζει μια χαμηλών τόνων, αλλά πολύ μεστή ερμηνεία, που θυμίζει αρκετά εκείνη που του χάρισε το Όσκαρ για το “Συριάνα”. Εξαιρετικοί είναι και οι Τομ Γουίλκινσον και Τίλντα Σουίντον (Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου) στους πολυδιάστατους ρόλους του “φρικαρισμένου” δικηγόρου και της αμοραλίστριας μάνατζερ, αντίστοιχα. Είδαμε την ξένη έκδοση DVD, καθώς η ελληνική δεν έφτασε εγκαίρως στα χέρια μας. Η ποιότητα κινείται σε υψηλά επίπεδα, ειδικά σε ό,τι αφορά την εικόνα, η οποία διαθέτει έντονα μαύρα και πολύ μεγάλη οξύτητα. Η ταινία εδώ παρουσιάζεται στο αυθεντικό κάδρο (2,35:1), κάτι που δεν φαίνεται να ισχύει για την ελληνική έκδοση· μολονότι θα προέρχεται από το ίδιο master, τα στοιχεία που μας έδωσε η εταιρεία διανομής αναφέρουν κάδρο 1,85:1. Ο εξακάναλος ήχος αναπαράγει με ακρίβεια το, σε γενικές γραμμές “σιωπηλό”, ηχητικό πεδίο της ταινίας, ενώ στις πρόσθετες παροχές υπάρχουν μερικές κομμένες σκηνές, καθώς και ένας ενδιαφέρων ηχητικός σχολιασμός από τον Τόνι Γκίλροϊ και τον αδερφό του, Τζον, που έκανε το μοντάζ της ταινίας.