Το φαγητό είναι μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής. Η γεύση, η όψη, η υφή του, τα διαφορετικά συστατικά, η μυρωδιά του, γεννούν ευεξία, χαρά, χαλάρωση, ακόμα και έρωτα (αν θυμηθούμε τη λαϊκή ρήση «ο έρωτας περνά από το στομάχι»). Δυστυχώς, το ευχάριστο, για τους περισσότερους από εμάς, αίσθημα της πληρότητας του στομάχου μετά το γεύμα, για κάποιους άλλους είναι μάλλον βάρος δυσ-βάστακτο/ πεπ-τικου δηλ. δυσ-πεπ-σ-ία.

Το φαγητό είναι μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής. Η γεύση, η όψη, η υφή του, τα διαφορετικά συστατικά, η μυρωδιά του, γεννούν ευεξία, χαρά, χαλάρωση, ακόμα και έρωτα (αν θυμηθούμε τη λαϊκή ρήση «ο έρωτας περνά από το στομάχι»). Δυστυχώς, το ευχάριστο, για τους περισσότερους από εμάς, αίσθημα της πληρότητας του στομάχου μετά το γεύμα, για κάποιους άλλους είναι μάλλον βάρος δυσ-βάστακτο/ πεπ-τικου δηλ. δυσ-πεπ-σ-ία.

Τι σημαίνει δυσπεψία για τον ιατρό και τι για τον ασθενή;
Η δυσπεψία, ως ιατρικός όρος είναι το σύνολο των συμπτωμάτων που εντοπίζονται στο ανώτερο τμήμα της κοιλιάς και τα οποία οφείλονται σε οργανικά ή μη οργανικά αίτια (δηλαδή σε συγκεκριμένες νόσους ή λειτουργικές διαταραχές του οργανισμού).

Αντίθετα, οι ασθενείς σπάνια χρησιμοποιούν τον όρο δυσπεψία, και προτιμούν να περιγράφουν τα ενοχλήματα που αισθάνονται στην κοιλιά ως πόνο, φούσκωμα, δυσφορία, βάρος, κάψιμο, ναυτία ή γενικά «δυσκολία να χωνέψουν».

Η δυσπεψία είναι ένα πολύ κοινό πρόβλημα στον γενικό πληθυσμό και μια από της συνηθέστερες αιτίες επίσκεψης στον ιατρό, είτε στον γενικό ιατρό και τον παθολόγο, είτε στον ειδικό γαστρεντερολόγο.

Υπολογίζεται ότι στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, η συχνότητα εμφάνισης δυσπεψίας είναι 10% ανά έτος. Τα δυσπεπτικά ενοχλήματα είναι επίμονα, υποτροπιάζουν, είναι λίγο συχνότερα στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες και, παραδόξως, φαίνεται οτι μειώνονται με την πάροδο της ηλικίας.

Παρότι το 50% περίπου του πληθυσμού θα παρουσιάσει σε κάποια χρονική στιγμή της ζωής του δυσπεψία, μόνο οι μισοί από αυτούς θα καταφύγουν στον ιατρό, κυρίως λόγω της διάρκειας ή της έντασης των συμπτωμάτων τους, του φόβου για κάποια σοβαρή ασθένεια, των παραινέσεων φίλων και γνωστών με τα ίδια ή παρόμοια ενοχλήματα. Πολλοί άλλωστε θα απευθυνθούν σε διατροφολόγους, ομοιοπαθητικούς ιατρούς ή θα πάρουν φάρμακα μόνοι τους.

Ποια είναι τα αίτια της δυσπεψίας;
Το είδος του φαγητού, αν και από τους περισσότερους ασθενείς αναφέρεται ότι σχετίζεται με δυσπεπτικά ενοχλήματα, στις περισσότερες μελέτες δεν έχει αποδειχθεί ότι παίζει τόσο σημαντικό ρόλο. Συχνότερα ενοχοποιούνται για δυσπεψία ποτά ή φαγητά όπως ο καφές, το αλκοόλ, τα καυτερά φαγητά, το γάλα, τα λαχανικά και τα βαριά λιπαρά.

Φάρμακα, που πολλοί ασθενείς λαμβάνουν και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι δυνατό να προκαλέσουν δυσπεψία εξαρχής ή κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε σε «οργανικές» βλάβες που προκαλούν στο πεπτικό σύστημα π.χ. έλκος ή οισοφαγίτιδα, είτε σε «λειτουργικές διαταραχές», χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη βλάβη.

Τέτοια φάρμακα είναι η ασπιρίνη και τα αντιφλεγμονώδη-αναλγητικά, ορισμένα αντιβιοτικά, σκευάσματα σιδήρου, κορτικοστεροειδή, καρδιολογικά φάρμακα όπως τα νιτρώδη, η δακτυλίτιδα, αντιυπερτασικά κ.α.

Παθήσεις του πεπτικού σωλήνα (οισοφάγου, στομάχου, λ.εντέρου), που μπορούν να εκδηλωθούν με δυσπεψία, είναι το έλκος του πεπτικού (στομάχου και δωδεκαδακτύλου), οι διάφορες γαστρίτιδες, η γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος, οι καλοήθεις και κακοήθεις όγκοι του στομάχου και του οισοφάγου, λοιμώξεις του στομάχου, σύνδρομα κακής εντερικής απορρόφησης, αλλά και η κακή κινητικότητα του στομάχου (μετά από εγχειρήσεις, σε σακχαροδιαβητικούς), καθώς και η χρόνια ισχαιμία του εντέρου (που οφείλεται συνήθως σε γενικευμένη αγγειοπάθεια, αθηροσκλήρυνση κλπ).

Παθήσεις του ήπατος, των χοληφόρων και του παγκρέατος, όπως χολολιθίαση, λιθίαση του χοληδόχου πόρου, χρόνια παγκρεατίτιδα, τα νεοπλάσματα του παγκρέατος, μπορούν επίσης να προκαλέσουν δυσπεπτικά ενοχλήματα.

Τέλος, συστηματικά νοσήματα όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, οι παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα, τα συστηματικά ρευματικά νοσήματα (νόσοι του κολλαγόνου), μέσω της προσβολής πολλών οργάνων και συστημάτων, μπορούν να εκδηλωθούν με συμπτώματα από το πεπτικό του τύπου της δυσπεψίας.

Επίσης, η ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσος και η καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη στη διερεύνηση του ασθενούς με δυσπεψία, καθώς επίσης και «φυσιολογικές» καταστάσεις όπως η εγκυμοσύνη.

Τι είναι λειτουργική δυσπεψία;
Όπως γίνεται φανερό, από την παράθεση πιο πάνω των αιτίων της δυσπεψίας, είναι πολλές οι καταστάσεις εκείνες που μπορεί να ευθύνονται για την δημιουργία της. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι στην πλειονότητα των δυσπεπτικών αρρώστων (περίπου στο 60%), παρά τον εκτεταμένο και ενδελεχή έλεγχο, δεν ανευρίσκεται κάποια «ειδική» αιτία για την δυσπεψία.

Σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούμε τον όρο «λειτουργική δυσπεψία», εννοώντας την δυσπεψία εκείνη για την οποία υπεύθυνες είναι μία ή περισσότερες μη σαφώς καθοριζόμενες διαταραχές στο τρόπο «λειτουργίας» του πεπτικού (π.χ. κακός συντονισμός της κινητικότητας των διαφόρων τμημάτων του εντέρου, «υπερευαισθησία» του στομάχου στην αντίληψη διαφόρων ερεθισμάτων, διαταραχές της λειτουργίας του νευρικού συστήματος που ρυθμίζει τη λειτουργία του εντέρου κ.α.).

Τι έλεγχος και πότε πρέπει να γίνεται στους ασθενείς με δυσπεψία;
Αφ’ ενός επειδή η δυσπεψία είναι ένα πολύ κοινό πρόβλημα, αφ’ ετέρου επειδή η πλειοψηφία των περιπτώσεων αφορά ασθενείς με λειτουργική δυσπεψία, δεν είναι απαραίτητο, αλλά ούτε και εφικτό, να υποβάλλονται όλοι οι ασθενείς με δυσπεπτικά ενοχλήματα σε εξειδικευμένο έλεγχο.

Σκοπός του ελέγχου είναι να αποκαλύψει κατ’ αρχήν τυχόν οργανικό πρόβλημα. Ο ιατρός με τη λήψη λεπτομερούς ιστορικού και την αντικειμενική κατά συστήματα εξέταση του ασθενούς, μπορεί να ξεχωρίσει ως ένα βαθμό ποιοι είναι οι ασθενείς εκείνοι που χρειάζονται παραπάνω έλεγχο.

Ασθενείς μεγαλύτεροι των 45 ετών, με έντονα συμπτώματα που χρονολογούνται από μεγάλο διάστημα αλλά άλλαξαν τους τελευταίους μήνες, με ύποπτα συμπτώματα ή σημεία, όπως απώλεια βάρους, αναιμία, δυσκολία στην κατάποση του φαγητού, χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.

Επίσης ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό σοβαρών παθήσεων του πεπτικού όπως π.χ. καρκίνου στομάχου. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε ενδοσκόπηση (γαστροσκόπηση) και εξετάσεις αίματος (γενική αίματος, εξέταση ηλεκτρολυτών, ηπατικής λειτουργίας κ.α.).

Αντίθετα ασθενείς χωρίς τα παραπάνω χαρακτηριστικά μπορούν να πάρουν εμπειρικά θεραπεία, χωρίς να υποβληθούν σε άλλο έλεγχο, αν και η θέση αυτή από πολλούς αμφισβητείται. Αυτό διότι η γαστροσκόπηση είναι πλέον στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, ευρέως διαθέσιμη, εύκολη και ασφαλής και -ειδικά στη χώρα μας- χαμηλού κόστους.

Επιπλέον, η μη ανεύρεση στην ενδοσκόπηση οργανικής βλάβης και μάλιστα «καρκίνου», καθησυχάζει τον άρρωστο δρώντας ως ένα βαθμό και θεραπευτικά. Είναι δε γενικά αποδεκτό, ότι στην δυσπεψία, όπως και σε παθήσεις όπως το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου, ψυχολογικοί παράγοντες, «άγχος», αλλά και η ίδια η δομή της προσωπικότητας παίζουν σημαντικό ρόλο. Τέλος και για τον γιατρό είναι καλύτερο να γνωρίζει τι θεραπεύει.

Τι είδους θεραπεία μπορούν να πάρουν οι ασθενείς με λειτουργική δυσπεψία;
Πολλές μελέτες έχουν γίνει για τον καθορισμό της καλύτερης θεραπευτικής αγωγής ασθενών με δυσπεψία. Στις περιπτώσεις που ο έλεγχος που γίνεται αναδεικνύει την αιτία της δυσπεψίας, π.χ. βρίσκεται έλκος, η θεραπεία είναι αυτή του έλκους.

Επειδή όμως στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν ανευρίσκεται οργανικό αίτιο, δηλαδή πρόκειται για λειτουργική δυσπεψία, η θεραπεία είναι εμπειρική και ως εκ τούτου μπορεί να αποτύχει ή να είναι αποτελεσματική μόνο σε ένα ποσοστό ασθενών.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία της λειτουργικής δυσπεψίας είναι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, οι Η2-αναστολείς, τα φάρμακα που επηρεάζουν την κινητικότητα του στομάχου, αντικαταθλιπτικά κ.α. Τα φάρμακα αυτά δίνονται για διάστημα 2-4 εβδομάδων και διακόπτονται, για να ξαναδοθούν αν τα συμπτώματα επανεμφανιστούν.

Υπάρχει πολλή συζήτηση για τον ρόλο του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού (του μικροοργανισμού που ευθύνεται για το έλκος) στην πρόκληση λειτουργικής δυσπεψίας, και για το κατά πόσο η θεραπεία με αντιβιοτικά που δίδεται για την εκρίζωσή του, βοηθά στην αντιμετώπιση της δυσπεψίας.

Από διάφορες μελέτες φαίνεται ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των ασθενών (περίπου το 10%) με λειτουργική δυσπεψία ωφελούνται από την καταπολέμηση του μικροβίου.

Τέλος, ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική αγωγή ή υποτροπιάζουν συχνά, μπορεί να δοκιμάσουν άλλου τύπου θεραπείες όπως ψυχοθεραπευτικές μεθόδους, ύπνωση κλπ. που όμως ακόμα δεν είναι ευρέως διαδεδομένες τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό.

health.in.gr

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr