Εγκλωβισμένη ανάμεσα στη κλασική και τη «δημοφιλή» μουσική, η jazz εξελίχθηκε στο πιο έντεχνο και συνάμα ριζοσπαστικό μουσικό χωνευτήρι της ιστορίας, αλλά και σε ένα όχημα πειραματικών αναζητήσεων που κατά καιρούς την ώθησαν προς ελιτίστικες διαδρομές. Έχοντας όμως τις ρίζες της βαθιά μέσα στην Αφροαμερικανική παράδοση και αποτελώντας τη φυσική εξέλιξη της ώσμωσης της ευρωπαϊκής […]
Εγκλωβισμένη ανάμεσα στη κλασική και τη «δημοφιλή» μουσική, η jazz εξελίχθηκε στο πιο έντεχνο και συνάμα ριζοσπαστικό μουσικό χωνευτήρι της ιστορίας, αλλά και σε ένα όχημα πειραματικών αναζητήσεων που κατά καιρούς την ώθησαν προς ελιτίστικες διαδρομές. Έχοντας όμως τις ρίζες της βαθιά μέσα στην Αφροαμερικανική παράδοση και αποτελώντας τη φυσική εξέλιξη της ώσμωσης της ευρωπαϊκής κουλτούρας με τις μπάντες του δρόμου, τις ορχήστρες χορού και τους πιανίστες των λαϊκών κέντρων διασκέδασης, αυτή η ιδιόμορφη μουσική φόρμα βασιζόταν ανέκαθεν στο συγκερασμό δύο θεμελιωδών συστατικών: του ρυθμού και του αυτοσχεδιασμού. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην jazz έχουν οι εκτελεστές και όχι τόσο οι ενορχηστρωτές ή οι συνθέτες, ενώ στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκαταλέγονται επίσης και η καθοριστική σημασία που έπαιξαν στην εξέλιξή της αφενός το συνεχές μπόλιασμά της από όλες ανεξαιρέτως τις παγκόσμιες μουσικές τάσεις και αφετέρου τα πνευστά και ιδιαίτερα το σαξόφωνο. Ξεχωριστή θέση στην όχι και τόσο μακροσκελή λίστα των σαξοφωνιστών που διακρίθηκαν τόσο για το παίξιμο και τον ήχο τους όσο και για τη καταλυτική συμβολή τους στην ανάπτυξη και τη διάδοση ενός καινούργιου ιδιώματος έχει ο εξαιρετικά δημοφιλής, αλλά και πέραν του δέοντος παραγνωρισμένος και παρεξηγημένος Grover Washington, Jr. Άντλησε την έμπνευσή του από τους κορυφαίους Dexter Gordon, Cannonball Adderley και Sonny Rollins, αλλά, σε αντίθεση με την πλειονότητα των jazz μουσικών της γενιάς του, ο Washington ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας σε συγκροτήματα που έπαιζαν blues, rhythm & blues (R&B) και soul-jazz. Η δισκογραφική του καριέρα άρχισε τo 1971 με την κυκλοφορία του Inner City Blues και από την πρώτη στιγμή έκανε αίσθηση με τον πρωτότυπο ήχο του, που ήταν γεμάτος από latin, soul και r&b επιρροές. Παρ’ όλο που μπορούσε να ξεχυθεί με χαρακτηριστική ευκολία σε πολύπλοκους αυτοσχεδιασμούς, προτιμούσε να είναι λιτός και συνήθιζε να χρησιμοποιεί τον όρο «τραγουδάω» αντί του «παίζω», αφού οραματιζόταν τις γραμμές του ως φωνητικά μέρη και όχι ως μακρόσυρτα σόλο επίδειξης. Χαμηλών τόνων ως άνθρωπος και μουσικός, ο Washington χαρακτηριζόταν από τους έντονους εσωτερικούς ρυθμούς της μουσικής του, αλλά και από το μοναδικό τρόπο με τον οποίο ανάμειξε την jazz με pop, r&b και έθνικ στοιχεία, δημιουργώντας το ιδίωμα που έγινε γνωστό ως «crossover». Το «crossover» κατηγορείται συχνά για τον εκφυλισμό της jazz προς τα μονοπάτια της pop. Ωστόσο, άνοιξε τις πόρτες της jazz σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό και κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι στις καλές του στιγμές γέννησε διαμάντια, με πιο λαμπερό από όλα το αριστουργηματικό «Winelight» του 1980. Με δύο και πλέον εκατομμύρια πωλήσεις, πέντε υποψηφιότητες και δύο βραβεία Grammy, το διαχρονικό και πάντα απολαυστικό «Winelight» δημιούργησε σχολή και έθεσε τα θεμέλια για μουσικούς όπως οι Kenny G και David Sanborn. Η πρόσφατη έκδοσή του σε DVD-Audio μας δίνει τη δυνατότητα να ακούσουμε αυτό το υπέροχο έργο με την κρυστάλλινη διαύγεια που του προσδίδουν το remastering και η ανάλυση των 24bit/192kHz, καθώς και με τη φυσικότητα και τον όγκο που του προσθέτει η πολυκάναλη μείξη (σε MLP 24/96, Dolby Digital και DTS), που επιμελήθηκε ο γνωστός μας Elliot Scheiner και ο αρχικός παραγωγός Ralph MacDonald. Συνοδευόμενο από ένα νέο και εκτενές κείμενο, το DVD-Audio του «Winelight» αποτελεί ένα χάδι για τα αφτιά, που αναμφίβολα ευφραίνονται ακούγοντας για πολλοστή φορά την κλασική επιτυχία «Just the Two of Us», αλλά και τα σαγηνευτικά «Let It Flow (For Dr. J)» και «Winelight». Πρότυπο παραγωγής και με έναν ακαταμάχητο ήχο σαξοφώνου, το «Winelight» πετυχαίνει να συνδυάσει το δυναμισμό των ρυθμών με τον αισθησιασμό των μελωδιών και τη χαλαρότητα του τέμπο με ένα μαεστρικό τρόπο που πολλοί προσπάθησαν, αλλά ελάχιστοι κατάφεραν να μιμηθούν τα είκοσι τελευταία χρόνια.