Το χαμηλότερο δείκτη εγκληματικότητας από όλες τις χώρες της ΕΕ έχει η Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει τον χαμηλότερο δείκτη εγκληματικότητας από όλες τις χώρες της ΕΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας που παρουσιάζει η Ελευθεροτυπία του Σαββάτου. Ωστόσο, οι Έλληνες πολίτες εμφανίζονται να είναι οι περισσότερο ανασφαλείς Ευρωπαίοι.
Η Ελλάδα έχει τον χαμηλότερο δείκτη εγκληματικότητας από όλες τις χώρες της ΕΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας που παρουσιάζει η Ελευθεροτυπία του Σαββάτου. Ωστόσο, οι Έλληνες πολίτες εμφανίζονται να είναι οι περισσότερο ανασφαλείς Ευρωπαίοι.
Αναλυτικά, με εξαίρεση τις ανθρωποκτονίες, στις οποίες η χώρα μας καταλαμβάνει την πέμπτη θέση της κατάταξης -χαμηλότερα όμως του μέσου όρου- η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ στην εγκληματικότητα.
Στις ανθρωποκτονίες, η Ισπανία και η Φινλανδία κατέχουν τις δύο πρώτες θέσεις, ενώ γενικά στα εγκλήματα φυσικής βίας (βιασμοί, επικίνδυνες σωματικές βλάβες, ληστείες) η Βρετανία κατέχει την πρώτη θέση, εμφανίζοντας γενικά υψηλούς δείκτες εγκληματικότητας, που την κατατάσσουν στην πρώτη θέση και με διαφορά από τις υπόλοιπες χώρες.
Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η Ιταλία και οι χώρες της σύγκλισης, δηλαδή οι χώρες των οποίων το ΑΕΠ είναι μικρότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς και η Γερμανία με την Αυστρία έχουν χαμηλούς δείκτες εγκληματικότητας.
Στον αντίποδα βρίσκονται οι χώρες του βορρά -Βρετανία, Σουηδία, Φινλανδία, Ολλανδία και Γαλλία- όπου οι δείκτες εγκληματικότητας είναι υψηλοί.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Ηλία Ιωακείμογλου, ο οποίος εκπόνησε την έρευνα για λογαριασμό της VPRC, οι κοινωνικές εντάσεις εκτονώνονται με διαφορετικό τρόπο στις χώρες της σύγκλισης από ό,τι στις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες.
Ένα άλλο στοιχείο της έρευνας είναι η δυσπιστία των Ελλήνων ως προς την αξιοπιστία της Αστυνομίας. Η απάντηση «η Αστυνομία δεν θα έκανε τίποτα ούτως ή άλλως» επιλέγεται από τους πολίτες της χώρας σε ποσοστό διπλάσιο (21%) έναντι του μέσου όρου των άλλων χωρών (10%).
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα θέματα που απασχόλησαν τα άτομα του δείγματος, τα οποία είναι κατά σειρά: ναρκωτικά, ξένοι/μετανάστες, ανθρωποκτονίες και αύξηση της εγκληματικότητας γενικά. Αυτό δείχνει ότι το θέμα των μεταναστών εμπλέκεται άμεσα σε τέτοιες συζητήσεις ως γενική κατηγορία που συνδέεται αφηρημένα με την αύξηση της εγκληματικότητας.
Επίσης, από τα στοιχεία της έρευνας φαίνεται ότι παρά την κάμψη της εγκληματικότητας κατά την περίοδο 1998-2000, οι πολίτες εξακολουθούν να θεωρούν ότι η εγκληματικότητα αυξάνεται.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Β.Καρύδης: «Η διαχείριση του ζητήματος από τα ΜΜΕ δεν είναι άμοιρη μιας τέτοιας λανθασμένης πεποίθησης. Ούτε είναι άμοιρη επίσης η κατά καιρούς απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης του φόβου της εγκληματικότητας, με αποτέλεσμα την αύξησή του.
» Οι συνέπειες της εγκληματοφοβίας είναι σοβαρότερες από το ίδιο το έγκλημα.»