Για επερχόμενη «μείζονα κρίση με σοβαρές συνέπειες» προειδοποιεί το Φανάρι
Ανακοίνωση, με την οποία προειδοποιεί για επερχόμενη «μείζονα κρίση με λίαν σοβαρές συνέπειες» στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος, εξέδωσε την Τετάρτη το Φανάρι. Η κίνηση αυτή ενισχύει την υφιστάμενη βαθιά ρήξη.
Ανακοίνωση, με την οποία προειδοποιεί για επερχόμενη «μείζονα κρίση με λίαν σοβαρές συνέπειες» στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος, εξέδωσε την Τετάρτη το Φανάρι.
«Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προετοιμάζει το έδαφος για την αλλαγή του υφιστάμενου στην Ελλάδα εκκλησιαστικού καθεστώτος» διαπιστώνει το Πατριαρχείο.
Η ανακοίνωση του Πατριαρχείου εκδόθηκε έπειτα από έκτακτη σύγκληση της Συνόδου, στην οποία εξετάστηκε το περιεχόμενο της ομιλίας του αρχιεπίσκοπου κατά την έναρξη της τριήμερης έκτακτης συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αναλυτικά, η ανακοίνωση αναφέρει: «Η άποψις του Μακαριωτάτου ότι η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 επί ουδενός Ιερού Κανόνος ερείδεται θέτει υπό αμφισβήτησιν δια πρώτη φορά την κανονικότητα του υφιστάμενου εν Ελλάδι εκκλησιαστικού καθεστώτος, το οποίο στηρίζεται και επί της εν λόγω Πράξεως. Δια αυτού του τρόπου, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, προετοιμάζει το έδαφος διά καθεστωτικές μεταβολές, υποστηριχθείσας άλλωστε εντόνως υπό τινων Ιεραρχών κατά τη χθεσινή -Τρίτη- συνεδρία της Ιεραρχίας».
Στην ανακοίνωση προστίθεται επίσης ότι «κατόπιν της εμμέσου πλην σαφούς αμφισβητήσεως υπό του Μακαριώτατου της κανονικότητας της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι υποχρεωμένο να εμμείνει και πάλιν εις την αξίωσιν της πιστής εφαρμογής της εν λόγω Πράξεως, την οποία ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος έχει χαρακτηρίσει ως ιερώτατον και τιμιώτατον καταστατικόν εκκλησιαστικόν κείμενον».
«Οι προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο φιλοφρονήσεις του Μακαριώτατου αξία έχουν μόνο όταν επιβεβαιώνονται από την όλη στάση του επί θεσμικών θεμάτων» αναφέρει ακόμη η ανακοίνωση. Και καταλήγει: «Κατόπιν αυτών, καλείται κάθε καλής πίστεως άνθρωπος να κρίνη ποιαι αι αληθείς προθέσεις εκάστου και ποιος πυροδοτεί την παρούσα κρίσιν, ο οποίος και θα φέρει ακέραιαν την ευθύνη δια τας οιασδήποτε λίαν σοβαράς συνέπειας».
Διάψευση για το χειρόγραφο του μητροπολίτη Σεβαστείας
Μία ακόμη πτυχή της διένεξης ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος είδε την Τετάρτη το φως της δημοσιότητας, όταν η Αρχιεπισκοπή Αθηνών μίλησε για την ύπαρξη χειρόγραφου σημειώματος του μητροπολίτη Σεβαστείας Δημητρίου, το οποίο αποδεικνύει την ύπαρξη αρχικής συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών και την τελική επιλογή του Φαναρίου να «σπάσει» τη συμφωνία.
Ωστόσο, το χειρόγραφο κείμενο που εμφανίζεται ως «διεκκλησιαστική συμφωνία» αποτελεί πρόχειρη περίληψη των ιδεών που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της εθιμοτυπικής επίσκεψης που πραγματοποίησαν στον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 22 Οκτωβρίου οι μητροπολίτες Πειραιώς Καλλίνικος και Δημητριάδος Ιγνάτιος, καθώς και ο πρώην διοικητής του Αγίου Όρους Σταύρος Ψυχάρης με τον αναπληρωτή διοικητή Αρίστο Κασμίρογλου.
Ο διευθυντής του ιδιαιτέρου πατριαρχικού γραφείου, μητροπολίτης Σεβαστείας Δημήτριος, ο οποίος και συνέταξε τις πρόχειρες εκείνες σημειώσεις, σε γραπτή ανακοίνωσή του τόνισε ότι πληροφορείται με έκπληξη το πώς παρουσιάζεται στην Αθήνα η «φιλική εξυπηρέτηση» που παρείχε στον κ. Αρίστο Κασμίρογλου.
«Διά της παρούσης δηλώ ότι κατά την υπηρεσιακώς άτυπο συνάντησιν, παρακληθείς ιδιωτικώς υπό του κ. Αρίστου Κασμίρογλου, εσημείωσα εν περιλήψει ενίας σκέψεις που αντηλλάγησαν. Ο κ. Κασμίρογλου, φανταζόμενος πιθανώς ότι προσφέρει μεγάλην υπηρεσίαν, προώθησε το προχειρότατον τούτο σημείωμα εις τον μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, διά να το αναγάγει με τη σειρά του ο μακαριώτατος εις περιωπήν διεκκλησιαστικής συμφωνίας και μάλιστα επιλεκτικώς και ουχί εν όλω τω περιεχομένω του».
Στο σημείωμα αυτό αναφέρεται: «1. Ο κατάλογος αποστέλλεται προς ενημέρωσιν και δια προσθήκας και διαγραφάς κατά νόμον 2. Επιστολή της Α. Μακαριότητος προς την Α.Θ. Παναγιότητα, δια της οποίας διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει πρόθεσις ενσωματώσεως των Μητροπόλεων των Ν.Χωρών εις την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον διατηρεί την κανονική δικαιοδοσίαν του στις Μητροπόλεις του Θρόνου στη περιοχή των Νέων Χωρών. 3. Επιστολή της Α.Θ. Παναγιότητος, στην οποία θα διαβεβαιώνει ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει την πρόθεσιν να άρη την επιτροπικώς παραχώρησιν. 4. Κοινή δήλωσις ότι η πράξις του 1928 έχει κανονικόν κύρος εν τω συνόλω της».
Ανησυχία στους κόλπους του Πατριαρχείου- Αποθαρρυντικές εκτιμήσεις
Οι αναφορές του κ. Χριστόδουλου σε επιστολές προκατόχων του, που υποστηρίζουν ότι η διοικητική προσάρτηση των Νέων Χωρών έγινε με νόμο που δεν προβλέπει κανένα απολύτως όρο στην προσάρτηση, «σημαίνει ότι δίδεται προτεραιότης εις τον νόμο -την θέλησιν του κράτους- και όχι εις την Πράξιν -την θέλησιν της Εκκλησίας» υποστηρίζουν στο Φανάρι.
«Η μία πλευρά διαβάζει τον νόμο και η ετέρα την Πράξιν της Εκκλησίας και δεν υπάρχει έδαφος συνεννοήσεως, όχι επί του θέματος της εγκρίσεως (παρονυχίς), αλλά επί του θέματος της μείζονος αρχής περί του ποίος είναι ο υπερέχων (νόμος ή κανών)» λένε άλλοι μητροπολίτες.
Προσθέτουν ακόμη: «Αν δεχθώμεν την ορθήν άποψιν ότι διά την Εκκλησίαν υπερέχει ο κανών, τότε η Εκκλησία εφαρμόζει αυτόν χωρίς να προσκρούει εις τον νόμον, διότι ο νόμος δεν επιτάσσει μεν, αλλά ούτε απαγορεύει την τήρησιν όρων τεθειμένων υπό της Εκκλησίας και μη τεθειμένων από αυτόν».
Συνοδικοί μητροπολίτες χαρακτήρισαν την νομοκρατική αντίληψη του Αρχιεπισκόπου «ατυχή» και «απαράδεκτον δι εκκλησιαστικόν άνδρα». Ανησυχία επίσης προκάλεσαν οι ισχυρισμοί Χριστόδουλου ότι «ουδείς κανών υπάρχει, ο οποίος να κατοχυρώνει εν ιδιότυπον καθεστώς, όπως αυτό των λεγομένων Νέων Χωρών. Η άποψις αύτη παραβλέπει ότι κανών είναι και αυτή αύτη η Πράξις του 1928».
«Προσχηματική η επιχειρηματολογία της Εκκλησίας της Ελλάδος»
Συνοδικοί μητροπολίτες χαρακτηρίζουν επίσης «προσχηματική» την επιχειρηματολογία σχετικά με την έγκριση του καταλόγου των εκλογίμων για τις μητροπόλεις των Νέων Χωρών και τα δήθεν προβλήματα που μια τέτοια έγκριση θα προκαλούσε, προσκρούοντας στην ελληνική έννομη τάξη.
«Ποίον πρόβλημα θα υπήρχεν αν ο Πατριάρχης επέστρεφε τον κατάλογον με την ένδειξιν εγκρίνεται και κατά τι θα έπασχεν η εκλογή αρχιερέως από ένα τοιούτον κατάλογον» αναρωτιούνται στο Φανάρι.
«Εάν η Ελλαδική σύνοδος διεφώνη, τότε μόνον θα ετίθετο κάποιο θέμα. Αλλά η φαναριώτικη πείρα δεν θα εσόφιζε τον Πατριάρχην να μην προτείνη την διαγραφήν κάποιου, διά την ακαταλληλότητα του οποίου δεν θα είχε βασίμους λόγους» σημειώνουν.
Και αναρωτιούνται: «Θα υπήρχε περίπτωσις να ζητήση ο Πατριάρχης διαγραφήν χωρίς αδιάσειστα στοιχεία; Αλλά και εάν το έπραττεν, η Σύνοδος θα απήντα αδελφικώς ότι δεν εύρε τα στοιχεία επαρκή και παρακαλεί να σταλούν περισσότερα, οπότε ή θα εστέλλοντο ή δεν θα εστέλλοντο».
«Αλλά και εάν δεν εξευρίσκετο λύσις και προσέφευγε κάποιος υποψήφιος μη εκλεγείς εις το ΣτΕ, μήπως θα ήτο η πρώτη φορά εις τα ελληνικά χρονικά;» σημειώνουν στο Φανάρι.
«Η έγκρισις του καταλόγου θα ήτο σχεδόν εις όλας τας περιπτώσεις μία ανώδυνος δια την Ελλαδικήν Εκκλησίαν πράξις, μία επευλογία των γενομένων, η οποία θα ενείχε την τιμητικήν αναγνώρισιν της πνευματικής κανονικής ευθύνης του Πατριάρχου διά τας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις την Ελλάδα» τονίζουν.