Τη δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου για την ανταγωνιστικότητα ανακοίνωσε το ΥΠΑΝ
Εθνικό συμβούλιο για την ανταγωνιστικότητα, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του ΣΕΒ και της ΓΣΕΕ δημιουργείται με πρωτοβουλία του υπουργείου Ανάπτυξης προκειμένου να παρακολουθούνται οι εξελίξεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις άλλες χώρες.
Εθνικό συμβούλιο για την ανταγωνιστικότητα, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του ΣΕΒ και της ΓΣΕΕ δημιουργείται με πρωτοβουλία του υπουργείου Ανάπτυξης προκειμένου να παρακολουθούνται οι εξελίξεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις άλλες χώρες.
Αυτό αναφέρθηκε από τον υπουργό Ανάπτυξης Νίκο Χριστοδουλάκη, ο οποίος παρουσίασε τη Δευτέρα έκθεση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στο Ζάππειο, παρουσία του προέδρου του ΔΣ του ΣΕΒ Οδυσσέα Κυριακόπουλου και του προέδρου της ΓΣΕΕ Χρήστου Πολυζωγόπουλου.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα κατέχει την 34η θέση από πλευράς της συνολικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της, μεταξύ 59 χωρών τα τελευταία τρία χρόνια. Σημειώνεται ότι το 1998 βρίσκονταν στην 44η θέση και το 1999 στην 41η. Η βελτίωση αυτή παρατηρείται όμως μόνο ως προς χώρες εκτός ΕΕ και όχι ως προς τις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τη θέση της Ελλάδας από πλευράς προσέλκυσης βιομηχανικών δραστηριοτήτων, δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης και υπηρεσιών, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 30ή θέση.
Ο κ. Χριστοδουλάκης παρατήρησε ότι υπάρχει μακροοικονομική πρόοδος και ότι η απασχόληση έχει αυξηθεί. Παράλληλα, είπε ότι σημαντικά στοιχεία του κόστους παραγωγής, όπως το πραγματικό ανά μονάδα κόστος εργασίας και τα επιτόκια, μειώνονται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, βελτιώνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα.
Επίσης, η καινοτομία και η έρευνα αποτελούν, σύμφωνα με τον υπουργό Ανάπτυξης, το σημαντικότερο παράγοντα αύξησης της ανταγωνιστικότητας της χώρας, ενώ οι δαπάνες για την τεχνολογία, την πληροφορική και τις επικοινωνίες ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκονται κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ.
Ο υπουργός Ανάπτυξης είπε ακόμα ότι υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες αύξησης της ανταγωνιστικότητας της χώρας και επισήμανε ως βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη του στόχου την ύπαρξη θεσμικής εμπιστοσύνης και τον υψηλό βαθμό κοινωνικής συνεννόησης.
Για αντιφάσεις της ελληνικής οικονομίας μίλησε ο Χρ.Πολυζωγόπουλος
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Χρήστος Πολυζωγόπουλος είπε ότι ένα μέρος της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας οφείλεται στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην αύξηση των πάγιων επενδύσεων.
Επισήμανε όμως ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει την εξής αντίφαση: από τη μια πλευρά βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα, όλοι οι δείκτες της οικονομίας παρουσιάζουν βελτίωση, αλλά, από την άλλη, παρατηρείται αύξηση της ανεργίας ενώ η βελτίωση των εισοδημάτων των εργαζομένων είναι περιορισμένη.
Τα τελευταία 15 χρόνια, πρόσθεσε ο κ. Πολυζωγόπουλος, η αναδιανομή των εισοδημάτων έχει αποβεί σε βάρος της εργασίας. Ο ΟΟΣΑ μάς κατατάσσει μεταξύ των πρώτων χωρών σε ό,τι αφορά τις ανισότητες των εισοδημάτων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μισθών, η ανεργία, αν και έχει μειωθεί ελαφρά, εξακολουθεί να βρίσκεται στα επίπεδα του 11% και η αύξηση του πληθωρισμού είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των μισθών, συνέχισε ο κ. Πολυζωγόπουλος.
Τέλος, είπε ότι οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται με χαμηλότερους ρυθμούς από την παραγωγικότητα και πρέπει να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά προβλήματα στις εργασιακές σχέσεις, ενώ τόνισε ότι η μείωση του χρόνου εργασίας προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης του 35ωρου, χωρίς μείωση των μισθών, δεν πρέπει να απουσιάζει από τους στόχους κυβέρνησης, εργοδοτών και εργαζομένων.
Τέλος, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ είπε ότι στην έκθεση της Θεσσαλονίκης, η συνομοσπονδία θα παρουσιάσει τη δική της θέση για την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Υπάρχουν ακόμα σημαντικά προβλήματα, υπογράμμισε ο Οδ.Κυριακόπουλος
Το γεγονός ότι η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της τα τελευταία χρόνια από πλευράς ανταγωνιστικότητας υποστήριξε και ο πρόεδρος του ΔΣ του ΣΕΒ Οδυσσέας Κυριακόπουλος. Επισήμανε όμως ότι συμφωνεί με τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ ότι υπάρχουν σημαντικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και παραμένουν αρκετές αδυναμίες, τις οποίες πρέπει να επιδοθούμε σε ένα αγώνα δρόμου για να καλυφθούν.
Το δημόσιο χρέος, είπε, παραμένει σε υψηλά επίπεδα, αλλά πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, από την άλλη πλευρά, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων στην Ελλάδα είναι υψηλότερος από ό,τι στις άλλες χώρες – μέλη της ΕΕ. Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και η εφαρμογή του Γ ΚΠΣ παρέχουν σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης, αλλά θα πρέπει παράλληλα να απλουστευθούν οι διαδικασίες και να μειωθεί ο ρόλος του κράτους.
Σε ερώτηση σχετικά με το πώς μπορούν να βελτιωθούν τα εισοδήματα στην Ελλάδα, όταν τα χρήματα τα οποία αντλήθηκαν από το χρηματιστήριο δεν επενδύονται, ο πρόεδρος του ΣΕΒ είπε ότι, σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία που διαθέτει ο Σύνδεσμος, το 60% των αντληθέντων κεφαλαίων έχει ήδη επενδυθεί και τα υπόλοιπα θα επενδυθούν εφόσον βρίσκεται σε εξέλιξη το επενδυτικό πρόγραμμα των βιομηχανιών.
Εκείνο πάντως που παρατήρησε ο κ. Κυριακόπουλος είναι ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Από την άποψη αυτή, ενώ έχουν σημειωθεί πρόοδοι τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή θέση.