Η άνοδος της ακροδεξιάς και ο τρόπος που έχει καταφέρει από το πολιτικό περιθώριο να περάσει στο πολιτικό mainstream αποτελεί μία από τις βασικές πολιτικές μετατοπίσεις που καταγράφονται στις σύγχρονες «φιλελεύθερες δημοκρατίες». Κοινός τόπος, επίσης και η συμπερίληψη της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο ως τμήμα αυτής της γενικότερης τάσης, δεδομένων των πολιτικών που έχει υιοθετήσει, ιδίως στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις επιδρομές των ενστόλων της ICE εναντίον μεταναστών αλλά και όσων εκφράζουν αλληλεγγύη σε αυτούς. Ωστόσο, βασική διάσταση αυτής της μετατόπισης είναι ότι ως προς την οικονομική πολιτική η σημερινή ακροδεξιά καμιά σχέση δεν έχει με την παράδοση κρατισμού και κορπορατισμού που υποτίθεται ότι είναι η αναφορά της ως ιστορικού ρεύματος, ούτε προτείνει την επιστροφή στην «ασφάλεια» ενός κοινωνικού κράτους (έστω και μόνο για τους «γηγενείς»). Αντιθέτως, η σημερινή ακροδεξιά, παρότι κατηγορείται ως «λαϊκιστική», είναι υποδειγματικά νεοφιλελεύθερη, επιμένει στο «λιγότερο κράτος», στηρίζει την επιχειρηματικότητα, και μισεί οτιδήποτε παραπέμπει σε κοινωνικό συμβόλαιο με τους εργαζόμενους, ακόμη και εάν κάνει ρητορικές αναφορές στην «εθνική» εργατική τάξη. Κοντολογίς ο νεοφιλελευθερισμός παραμάνει παραπάνω από ηγεμονικός.
Μάλιστα, εάν δούμε τις μετατοπίσεις των κεντροδεξιών και κεντρώων κομμάτων προς θέσεις κοντινές προς την ακροδεξιά, ιδίως σε θέματα όπως η μετανάστευση ή η αντιεγκληματική πολιτική, διαμορφώνεται μια εικόνα όπου όχι μόνο η ακροδεξιά έχει γίνει πια νεοφιλελεύθερη, αλλά και ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός» είναι πια ακροδεξιός. Αυτή την εμφάνιση δυνάμεων που «συνδυάζουν γνώριμα στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού (την άρση των περιορισμών για το κεφάλαιο, τον αυστηρό έλεγχο της εργασίας, τη δαιμονοποίηση του κοινωνικού κράτους και της επικράτειας του πολιτικού, την αντίθεση στην ισότητα και την προώθηση της ελευθερίας) με τα φαινομενικά αντίθετά τους (τον εθνικισμό, την επιβολή της παραδοσιακής ηθικής, τον λαϊκιστικό αντιελιτισμό και την απαίτηση για κριτικές λύσεις σε οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα)», εξετάζει η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, Γουέντι Μπράουν στο βιβλίο της «Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού. Η άνοδος της αντιδημοκρατικής πολιτικής στη Δύση», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις San Casciano σε μετάφραση του Βαγγέλη Πούλιου και πρόλογο της Έλενας Τζελέπη.
Όπως επισημαίνει η Μπράουν, η «νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα προετοίμασε το έδαφος για την κινητοποίηση βάναυσων αντιδημοκρατικών δυνάμεων». Στις απαρχές της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας βρίσκουμε μια συστηματική κριτική στην έννοια της κοινωνίας και του κοινωνικού σε στοχαστές όπως ο Φρίντριχ Χάγιεκ, που θεωρούσε «μοιραία αυταπάτη» κάθε επίκληση κοινωνικής μεταρρύθμισης με στόχο τη δικαιοσύνη, επειδή αυτή ερχόταν σε σύγκρουση με τους κατά τη γνώμη του πυλώνες του πολιτισμού, την παραδοσιακή ηθική και την ανταγωνιστική αγορά. Η «ελευθερία» γίνεται πολεμική κραυγή απέναντι στην κοινωνική ισότητα, ενώ πλέον στην «ελευθερία της έκφρασης» συμπεριλαμβάνεται η υπεράσπιση της αρρενωπότητας ή της λευκότητας απέναντι σε όσους αμφισβήτησαν τον ρατσισμό και τον σεξισμό.
Όμως, ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός» δεν περιορίζεται μόνο στην άρνηση του κοινωνικού («η κοινωνία δεν υπάρχει» είχε πει κάποτε η Μάργκαρετ Θάτσερ), αλλά περιλαμβάνει και την άρνηση του πολιτικού. Όπως επισημαίνει η Μπράουν, ο νεοφιλελευθερισμός περιορίζει την εμβέλεια του πολιτικού, άρα και της δημοκρατικής κυριαρχίας, προς όφελος όχι μόνο μιας πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας ως «ελεύθερης αγοράς» αλλά και μιας ιδιωτικοποίησης της ίδιας της διακυβέρνησης. «Το μάνατζμεντ, ο νόμος και η τεχνοκρατία παίρνουν τη θέση της δημοκρατικής διαβούλευσης, της αμφισβήτησης και του διαμοιρασμού της εξουσίας», κάτι που ενισχύει τις αντιδημοκρατικές εξεγέρσεις στις οποίες επενδύει η ακροδεξιά, σε έναν φαύλο κύκλο υπονόμευσης της δημοκρατικής πολιτικής και αντιμετώπισης της λαϊκής κυριαρχίας ως εμποδίου – την ώρα, βέβαια, που το μεγάλο κεφάλαιο συνεχίζει να εργαλειοποιεί προς όφελός του το κράτος και τη δημόσια δαπάνη.
Για την Μπράουν η σύγκλιση ανάμεσα σε νεοφιλελευθερισμό και νεοσυντηρητισμό που παρατηρούμε όταν π.χ. ο Τραμπ προσεταιρίζεται την «Ευαγγελική Δεξιά» στις ΗΠΑ, δεν αφορά κάποια τακτική συμπόρευση. Ο νεοφιλελευθερισμός με την εχθρότητά του σε κάθε προσπάθεια κοινωνικής μεταρρύθμισης καθαγιάζει την παράδοση ως αποτέλεσμα μιας ομαλής και πετυχημένης ανάδυσης κοινωνικών μορφών. Μια αντίληψη της ελευθερίας ως άρνησης όχι μόνο του κρατικού εξαναγκασμού αλλά κάθε πίεσης για συμμόρφωσης σε γνώμονες δημοκρατίας, ισότητας και δικαιοσύνης, διαμορφώνει το έδαφος για να δοθεί ακόμη μεγαλύτερος χώρος σε «παραδοσιακές ηθικές αξίες». Όπως δείχνει και η Μπράουν, ολοένα και περισσότερο στο όνομα – υποτίθεται –της αναγνωρισμένης ελευθερίας στη συνείδηση και την έκφραση, μεθοδεύεται η ανάκληση δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων (όταν για παράδειγμα μια επιχείρηση επικαλείται αυτή την ελευθερία για να μην τα εξυπηρετήσει) ή η προσπάθεια εκ νέου εκχριστιανισμού της δημόσιας σφαίρας. Αυτή η συνάντηση ανάμεσα σε νεοφιλελευθερισμό και «παραδοσιακές αξίες» γίνεται το εφαλτήριο μιας σύγχρονης ακροδεξιάς που παρουσιάζει την ρατσιστική και σεξιστική ιδεολογία, τον συνδυασμό λευκότητας και ετεροκανονιστικότητας, ως τον μόνο δρόμο για την κοινωνική συνοχή.
Ωστόσο, στην πράξη ο τρόπος που ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός διαλύει κάθε έννοια κοινωνικής ασφάλειας και προβάλλει έναν καταναγκαστικό καταναλωτικό ηδονισμό υπονομεύει κάθε «οικουμενική» διάσταση ακόμη και των «παραδοσιακών αξιών» τις οποίες μπορεί να επικαλείται, με την Μπράουν να επιστρέφει στην έννοια της κατά Μαρκούζε κατασταλτικής απομετουσίωσης αλλά και στον μηδενισμό όπως τον όρισε ο Νίτσε, για να περιγράψει το είδος της επιθετικότητας και της μοχθηρίας που καταγράφεται σε διάφορα φαινόμενα που συνοδεύουν την νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά, όπου μια «πληγωμένη λευκή αρρενωπότητα» ταυτόχρονα εξεγείρεται στο όνομα των αξιών και επιλέγει μια οργισμένη μνησικακία που στο όριό της γίνεται ακόμη και δολοφονική.
Για την Μπράουν «το έθνος, η οικογένεια, η ιδιοκτησία και οι παραδόσεις που αναπαράγουν το φυλετικό και έμφυλο προνόμιο, βαριά λαβωμένα από την αποβιομηχάνιση, τη νεοφιλελεύθερη λογική, την παγκοσμιοποίηση, τις ψηφιακές τεχνολογίες και τον μηδενισμό, συρρικνώνονται στα συναισθηματικά τους κατάλοιπα. Μέχρι σήμερα τα κατάλοιπα αυτά έχουν κινητοποιηθεί από τη δεξιά. Ποια αριστερή πολιτική χρειαζόμαστε και ποιο όραμα για να τα καταλάβουμε και να τα μετασχηματίσουμε;»