Μπορεί στο Μαξίμου να αναθάρρησαν με το θετικό, για τα κυβερνητικά ποσοστά, μομέντουμ που αποτυπώνουν οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, όμως στο κυβερνητικό στρατόπεδο γνωρίζουν ότι το ταμείο γίνεται στο τέλος και ότι τότε θα φανεί αν τελικά η κυβέρνηση θα βγει κερδισμένη ή χαμένη από μια συγκυρία που τώρα φαίνεται ευνοϊκή για την ίδια.

Πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι πράγματι, μετά την προβολή της αποστολής φρεγατών και αεροσκαφών στην Κύπρο, καθώς και της κοινής παρουσίας του πρωθυπουργού εκεί με Μακρόν και Χριστοδουλίδη, στο κοινό στο οποίο απευθύνεται ο Κυρ. Μητσοτάκης βγαίνει αυτή τη στιγμή ενισχυμένος όσον αφορά το πρωθυπουργικό του προφίλ, καθώς και ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται να έχει κέρδη στο συντηρητικό και δεξιό ακροατήριο, σε μια μακρά περίοδο που πάλευε να ανακόψει τις διαρροές ψηφοφόρων στα δεξιά της ΝΔ και έδειχνε να μη μπορεί να το καταφέρει.

Στο ίδιο πλαίσιο, «γαλάζια» στελέχη πιστεύουν ότι η επιλογή να σταλούν στην Κύπρο συγκεκριμένα η νεοαποκτηθείσα Belhara και τα F-16, δεν έγινε τυχαία, αλλά για να μπορεί στη συνέχεια η κυβέρνηση να δηλώνει δικαιωμένη για την κούρσα εξοπλισμών, την οποία θέλει να αξιοποιήσει στη μάχη των εντυπώσεων.

Το αφήγημα

Τα ίδια στελέχη, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις επισημαίνουν ότι κάθε κρίση συσπειρώνει κόσμο γύρω από την υφιστάμενη εξουσία και αυτό το εισπράττει τώρα σε ένα βαθμό και η παρούσα κυβέρνηση, με τη συγκυρία να παρουσιάζεται ευνοϊκή και για το κεντρικό αφήγημα με το οποίο οδεύει σήμερα η ΝΔ προς τις εκλογές. Το αφήγημα δηλαδή περί κυβερνητικής σταθερότητας σε ένα ασταθές περιβάλλον.

Την ίδια ώρα, πολιτικοί αναλυτές με καλή γνώση των νεοδημοκρατικών πραγμάτων, λένε ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης θα επενδύσει την προεκλογική του ρητορική στη δημοσκοπική διαφορά που ο ίδιος καταγράφει από τους αρχηγούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης στην ερώτηση για την καταλληλόλητα στην πρωθυπουργία και θα πορευτεί από εδώ και πέρα με «σκληρά διλήμματα» του τύπου «Μητσοτάκης ή….», τα οποία στο δεύτερο σκέλος της διάζευξης θα βάζουν ονομαστικά τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Η άλλη όψη

Όλα αυτά βέβαια είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη αφορά τη διάρκεια του πολέμου και τις επιπτώσεις του στην οικονομία της χώρας μας. Στην κυβέρνηση γνωρίζουν ότι όσο περισσότερο διαρκέσει ο πόλεμος, τόσο μεγαλύτερες δυσμενείς επιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει και διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στις ανατιμήσεις των καυσίμων, των εμπορευμάτων, αλλά και στον τουρισμό, ενώ κυβερνητικά στελέχη ανησυχούν και για την αύξηση των προσφυγικών ροών.

Στο Μαξίμου απαντούν ότι είναι ακόμα νωρίς για την εκτίμηση των επιπτώσεων αυτών και επιχειρούν να εμφανιστούν καθησυχαστικοί, με κυβερνητικές πηγές να χαρακτηρίζουν την κατάσταση ελεγχόμενη, ενώ σε αυτή τη φάση εστιάζουν στα μέτρα για την αισχροκέρδεια που ανακοινώθηκαν.

Στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, όμως, επισημαίνουν ότι μια συγκυρία που τώρα μοιάζει ευνοϊκή για την κυβέρνηση, εύκολα μπορεί να γυρίσει ανάποδα και να τη φέρει αντιμέτωπη με νέα ακόμα μεγαλύτερη φθορά.

Κόστος

«Γαλάζιες» φωνές, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, τονίζουν ότι σε μια περίοδο που για τους πολίτες είναι επιτακτική η ανάγκη μιας καθημερινότητας χωρίς τα προβλήματα -όπως η ακρίβεια και τα υψηλά ενοίκια- που σέρνουν στην πλάτη τους, αν έρθουν να προστεθούν και νέα στρώματα ακρίβειας, τότε η κυβέρνηση -λένε- θα το πληρώσει.

Και όσο και αν το μέγαρο Μαξίμου τα αποδώσει όλα εκ νέου στην «εισαγόμενη ακρίβεια», τα ίδια στελέχη επιμένουν ότι στην πορεία θα έχει σοβαρό κόστος.

Πολιτικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν την ακρίβεια και τον πληθωρισμό, βόμβα που, όπως λένε, θα υποχρεώσει την κυβέρνηση να τρέχει από πίσω της χωρίς να έχει τον έλεγχο, και να δίνει επιδόματα, που όμως ως αφήγημα όταν είσαι ένα βήμα πίσω -λένε- δεν περνάει στον κόσμο, ο οποίος αισθάνεται ότι παίρνει «ένα» από το επίδομα αλλά χάνει «δύο» στο σουπερμάρκετ.

Η δεύτερη αιτία

Κατά τους ίδιους αναλυτές, οι αιτίες που μπορούν να επιφέρουν καίρια πλήγματα στην κυβέρνηση, είναι δύο: Η ακρίβεια και η κόπωση. Στην κόπωση -λένε- έρχονται και προστίθενται σωρευτικά τα σκάνδαλα, η διαφθορά και η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ίδιες δημοσκοπήσεις που καταγράφουν άνοδο των ποσοστών της ΝΔ, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών (πέριξ του 70%, ALCO για τον ALPHA) απαντάει «ναι» και «μάλλον ναι» στο ερώτημα αν η καταδικαστική απόφαση για τις υποκλοπές εκθέτει την κυβέρνηση. Απαντάει ακόμα ότι έγινε προσπάθεια συγκάλυψης από την κυβέρνηση στην τραγωδία των Τεμπών και ότι δεν πιστεύει πως θα τιμωρηθούν όλοι οι πραγματικοί ένοχοι για την υπόθεση αυτή. Αλλά και ότι για να έχουμε Δικαιοσύνη και κάθαρση πρέπει να υπάρξει πολιτική αλλαγή.

Περιττό να αναφέρουμε ότι ακόμα πιο υψηλά είναι τα ποσοστά όσων απαντούν «όχι» και «μάλλον όχι» στο ερώτημα αν η ακρίβεια έχει τους τελευταίους μήνες περιοριστεί.

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, οι ίδιοι πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ ή ένας ΟΠΕΚΕΠΕ νούμερο 2, που μπορεί να αποκαλυφθεί (άλλωστε ακόμα αναμένεται δεύτερη δικογραφία από την ευρωπαϊκή εισαγγελία για την υπόθεση αυτή) λειτουργούν σωρευτικά. Και ως εκ τούτου -λένε- μπορεί να σκάσει ξαφνικά μία αναλογικά μικρότερη υπόθεση, η οποία όμως, ακριβώς λόγω της συσσώρευσης τέτοιων υποθέσεων, να προκαλέσει στην κυβέρνηση ανυπολόγιστη φθορά.