Ο Χάρβεϊ Γουάινσταϊν, ο ισχυρός της Miramax που κάποτε όριζε την τύχη των μεγαλύτερων αστέρων του πλανήτη πριν γίνει η σπίθα που γέννησε το κίνημα #MeToo είναι πλέον σκιά του εαυτού του.

Καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο και χτυπημένος από τον καρκίνο, αλλά διατηρώντας ακόμα εκείνη την εκρηκτική αλαζονεία που τον χαρακτήρισε για δεκαετίες ο Γουάινσταϊν, ακόμη και μέσα από το κελί του, εξαπολύει πυρά κατά των πρώην συνεργατών του, επιμένει στην αθωότητά του και περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες την καθημερινή του μάχη για επιβίωση σε ένα περιβάλλον που δεν συγχωρεί.

Η συνάντηση του Μέερ Ροσάν, διευθυντή σύνταξης πλέον του The Hollywood Reporter, με τον Γουάινσταϊν στο Ράικερς Άιλαντ τον Ιανουάριο είναι μια ακτινογραφία της απόλυτης πτώσης.

Είχαν συμφωνήσει για την πρώτη μεγάλη προσωπική του συνέντευξη από τη σύλληψή του το 2018 και την πρώτη φορά που θα σπάσει τη σιωπή του για τα εγκλήματα που ενέπνευσαν το κίνημα #MeToo και αναμόρφωσαν δραματικά το Χόλιγουντ.

Ο Ροσάν, ο οποίος εργάστηκε για τον ατιμασμένο Γουάινσταϊν ως διευθυντής σύνταξης του περιοδικού Talk το 1999, φέρνει στη συνέντευξη ένα μοναδικό προσωπικό πλαίσιο.

Η προδοσία της Γκουίνεθ Πάλτροου φαίνεται να τον πονάει περισσότερο από κάθε άλλη. «Ήταν καλή μου φίλη. Της πρότεινα ένα μασάζ και μου είπε όχι. Αυτό ήταν όλο. Τώρα πάει στους New York Times και το κάνει θέμα. Αυτός ο άνθρωπος που μου χρωστάει την καριέρα του, με μαχαίρωσε πισώπλατα γιατί ήθελε να είναι μέρος της παρέας»

«Για μένα, η επίσκεψη ήταν ένα είδος επανένωσης», γράφει. «Είχα δει τον Χάρβεϊ στο απόγειο της δύναμής του. Τώρα περνάει 23 ώρες την ημέρα σε ένα κελί. Είναι άλλος; Είχαν όλες αυτές οι δικαστικές υποθέσεις και η δημόσια κατακραυγή μετριάσει την αλαζονεία του; Ποια μαθήματα είχε αποκομίσει από την εκπληκτική ανατροπή της τύχης του;

Ο Γουάινσταϊν πέρασε από μια σειρά από οπερατικά συναισθήματα – υπερηφάνεια, οργή, αυτολύπηση, ντροπή. Αλλά τα οκτώ χρόνια φυλάκισής του δεν τον είχαν κάνει να μετανιώσει αληθινά. Ο κόσμος μπορεί να τον είχε στιγματίσει ως τέρας, αλλά ο Χάρβεϊ εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του θύμα».

Όταν πιέζεται, ο Γουάινσταϊν παραδέχεται ότι η συμπεριφορά του μπορεί να ήταν άθλια, αξιολύπητη, ακόμη και κακοποιητική. Αλλά επιμένει ότι δεν είναι βιαστής – απλώς ένας «μ@λάκας με υπερβολικές σεξουαλικές ορμές που έκανε κάποιες ηλίθιες κινήσεις και ξεκίνησε κατά λάθος ένα παγκόσμιο κοινωνικό κίνημα».

Ο ατιμασμένος μεγαλοπαραγωγός και πρώην μεγιστάνας της βιομηχανίας του θεάματος, φορώντας την κίτρινη στολή της φυλακής , επιχειρεί να ανασκευάσει το αφήγημα της ζωής του. Για αυτόν η κουλτούρα ακύρωσης που ακολούθησε τα εγκλήματα του είναι «σύγχρονος μακαρθισμός».

Με αποκαλύψεις για τη σχέση του με την Γκουίνεθ Πάλτροου, την οργή του για τον αδελφό του Μπομπ και τον φόβο του ότι θα αφήσει την τελευταία του πνοή πίσω από τα σίδερα, η συνέντευξη στέκει σοκαριστικά ως το τελευταίο μανιφέστο ενός ανθρώπου που αρνείται να δεχτεί τη μοίρα του.

«Με τρομάζει μέχρι θανάτου. Έχω καρκίνο των οστών. Πεθαίνω εδώ μέσα. Η ιδέα του εισαγγελέα είναι μάλλον να πεθάνω στη φυλακή. Αλλά πεθαίνω όντως. Θα γίνω 74 ετών τον Μάρτιο. Δεν θέλω να αφήσω την τελευταία μου πνοή εδώ μέσα»

Η συνάντηση με τον Χάρβεϊ Γουάινσταϊν ξεκίνησε μέσα σε μια χιονοθύελλα που παρέλυσε τη Νέα Υόρκη, ένας οιωνός για το τι θα ακολουθούσε γράφει ο Ροσάν στο The Hollywood Reporter.

Στα 73 του χρόνια, ο άνθρωπος που κάποτε έμπαινε στα δωμάτια ακολουθούμενος από στρατιές βοηθών, εμφανίστηκε σιωπηλά, σπρώχνοντας το αναπηρικό του αμαξίδιο.

Είναι πιο αδύνατος, πιο γκρίζος και η κίτρινη στολή του του δίνει μια αρρωστημένη, πρασινωπή απόχρωση. «Και έτσι λοιπόν, συναντιόμαστε ξανά», είπε θεατρικά, ξεκινώντας να αφηγείται τη δική του ιστορία, γεμάτος υπερηφάνεια, οργή και αυτολύπηση.

Παρά τα έξι χρόνια κράτησης, ο Γουάινσταϊν δεν δείχνει ίχνος πραγματικής μεταμέλειας, θεωρώντας τον εαυτό του θύμα μιας άλλης εποχής του Χόλιγουντ.

«Ο θείος μου ήταν ισχυρός και πλούσιος και εγώ φιλοδοξούσα να γίνω σαν εκείνον παρά σαν τον ταλαιπωρημένο πατέρα μου. Εκεί έχασα τον δρόμο μου. Δεν ήθελα να είμαι το κορόιδο στη ζωή»

Η καθημερινότητα του Γουάινσταϊν στο Ράικερς Άιλαντ είναι ένας διαρκής περιορισμός. Λόγω προβλημάτων υγείας —διαβήτη, καρκίνου των οστών και μιας πρόσφατης επέμβασης στην καρδιά— κρατείται σε ιατρική μονάδα.

«Περνάω σχεδόν όλη τη μέρα στο κελί μου. Δεν έχω καμία ανθρώπινη επαφή εκτός από τους φύλακες και τις νοσοκόμες», περιγράφει. Η διασημότητά του τον αναγκάζει σε πλήρη απομόνωση για τη δική του ασφάλεια.

«Κάθε φορά που βγαίνω έξω, νιώθω υπό πολιορκία. Έρχονται και μου λένε: «Γουάινσταϊν, δώσε μου λεφτά», «Γουάινσταϊν, δώσε μου τον δικηγόρο σου». Με απειλούν και με χλευάζουν συνεχώς».


Μάλιστα, αποκάλυψε πως μια φορά δέχτηκε σφοδρή επίθεση: «Ένας τύπος με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο ενώ περίμενα στο τηλέφωνο. Έπεσα στο πάτωμα γεμάτος αίματα, αλλά δεν μπορείς να «καρφώσεις». Αυτός είναι ο νόμος της ζούγκλας».

Ο Γουάινσταϊν δεν κρύβει την οργή του για τους πρώην φίλους του. Η προδοσία της Γκουίνεθ Πάλτροου φαίνεται να τον πονάει περισσότερο από κάθε άλλη.

«Ήταν καλή μου φίλη. Της πρότεινα ένα μασάζ και μου είπε όχι. Αυτό ήταν όλο. Τώρα πάει στους New York Times και το κάνει θέμα. Αυτός ο άνθρωπος που μου χρωστάει την καριέρα του, με μαχαίρωσε πισώπλατα γιατί ήθελε να είναι μέρος της παρέας» λέει.

Η πικρία του επεκτείνεται και σε άλλους κορυφαίους παίκτες του Χόλιγουντ. «Πάσχω από μαζική ακύρωση, είμαι τοξικός. Αν απαντήσεις σε μια κλήση μου στο τηλέφωνο, ακυρώνεσαι. Μακάρι ο Τζέφρι Κάτζενμπεργκ να απαντούσε στις κλήσεις μου. Ή ο Μπράντλεϊ Κούπερ. Ή ο Τεντ Σαράντος. Μου λείπουν αυτοί οι άνθρωποι».

Σε μια στιγμή αυτοκριτικής, ο Γουάινσταϊν αναγνωρίζει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί ύβρη. «Είναι μια καλή λέξη για την περίπτωση μου. Χρησιμοποίησα τη δύναμη με αλαζονικό τρόπο. Ήμουν ένας νταής και ένας άπιστος σύζυγος. Αλλά βίασα ποτέ γυναίκα; Όχι. Αυτό είναι το μεγάλο ψέμα».

Ο Γουάινσταϊν υποστηρίζει πως οι κατηγορίες εναντίον του τροφοδοτήθηκαν από οικονομικά κίνητρα. «Πολλοί το έκαναν για τα χρήματα. Όποιος ήθελε μια επιταγή, απλώς συμπλήρωνε μια φόρμα που έλεγε ότι του επιτέθηκα σεξουαλικά. Η Disney πλήρωσε εκατομμύρια απλώς για να εξαφανιστεί το θέμα».

Αμετανόητος και σχεδόν σίγουρος για την αθωότητα του ο Γουάινσταϊν παραδέχεται πως το κίνημα του MeToo ήταν καλό που συνέβη (αν κάποιες δέχθηκαν σεξουαλική επίθεση πολύ καλά έκαναν να το πουν δημόσια, είπε, εκείνος το μόνο που έκανε ήταν να φλερτάρει εκτός ορίων) ενώ υπόσχεται πως θα παλέψει για την υστεροφημία του μέχρι τέλους, πιστεύοντας πως οι επερχόμενες δίκες θα τον δικαιώσουν.

Σε μια σπάνια αναδρομή στα παιδικά του χρόνια, ο Γουάινσταϊν συνδέει την ακόρεστη ανάγκη του για δύναμη με το περιβάλλον που μεγάλωσε.

Ο Γουάινσταϊν μεγάλωσε βλέποντας τον πατέρα του («’Εναν τίμιο, καλό άνδρα») να βοηθάει τον θείο του να πλουτίσει. Όταν ο θείος του έγινε πλούσιος ο πατέρας του Γουάινσταϊν παρέμενε στην αφάνεια, φτωχός.

«Ο θείος μου ήταν ισχυρός και πλούσιος και εγώ φιλοδοξούσα να γίνω σαν εκείνον παρά σαν τον ταλαιπωρημένο πατέρα μου. Εκεί έχασα τον δρόμο μου. Δεν ήθελα να είμαι το κορόιδο στη ζωή».

Ο Γουάϊνσταϊν πιστεύει πως ο όρκος του να μην είναι «ένας loser» τον οδήγησε στην καταστροφική διαχείριση της ισχύος του, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην οικογενειακή του ζωή.

Η πτώση του Χάρβεϊ Γουάινσταϊν δεν σταμάτησε στις δικαστικές αίθουσες· εισέβαλε βίαια στα άδυτα της οικογένειάς του, διαλύοντας σχέσεις δεκαετιών.

Η πτώση του ήταν εκκωφαντική, το ωστικό κύμα της διέλυσε την οικογένεια Γουάινσταϊν ως σκοτεινή προέκταση της δημόσιας κατάρρευσης του, με τον ίδιο να ελπίζει ακόμα σε μια απίθανη συμφιλίωση -όχι με τον αδελφό του.

Η ρήξη τους φαίνεται οριστική και γεμάτη δηλητήριο. Ο Μπομπ έχει δηλώσει δημόσια ότι η απερισκεψία του Χάρβεϊ κατέστρεψε τα πάντα, αλλά ο έγκλειστος μεγιστάνας έχει μια εντελώς διαφορετική οπτική.

«Εγώ κατέστρεψα την εταιρεία; Εκείνος την κατέστρεψε! Κοιτάξτε τις ταινίες του — η μία καταστροφή μετά την άλλη. Εγώ έσωσα την εταιρεία με επιτυχίες όπως ο Λόγος του Βασιλιά και ο Καλλιτέχνης», ξεσπά.

Ο Χάρβεϊ Γουάινσταϊν δεν δείχνει κανένα έλεος για τον αδελφό του, Μπομπ, με τον οποίο έχτισε την αυτοκρατορία της Miramax και της The Weinstein Co. «Εκείνος μας κατέστρεψε» λέει

Για τον Χάρβεϊ, η στάση του αδελφού του είναι μια απελπισμένη προσπάθεια επιβίωσης. «Είναι απεγνωσμένος να δουλέψει ξανά και νομίζει ότι αν με βρίζει θα τον αφήσουν να επιστρέψει. Αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν, δεν θα τον αφήσουν ποτέ. Είναι εγκλωβισμένος εκεί, μαζί μου».

Ο Γουάινσταϊν αναφέρεται με ειλικρίνεια, που αγγίζει τον κυνισμό, στις αποτυχημένες του προσπάθειες να παραμείνει πιστός. Παραδέχεται ότι χρησιμοποίησε ακόμα και το προσωπικό του για να κρύψει τις εξωσυζυγικές του περιπέτειες από τις γυναίκες του.

«Ήμουν παντρεμένος με την Εβ για 17 χρόνια και μετά με την Τζορτζίνα για άλλα 12. Ήμουν ένας μάστορας της εξαπάτησης. Η Τζορτζίνα δεν ήξερε τίποτα για όσα έκανα και λυπάμαι που η εταιρεία της τιμωρήθηκε εξαιτίας μου».

Παρά το γεγονός ότι δεν μιλά πλέον με την πρώην σύζυγό του, Τζορτζίνα Τσάπμαν, δηλώνει ευγνώμων που του επιτρέπει να βλέπει τα μικρότερα παιδιά τους, ενώ σχολίασε θετικά ακόμα και τη νέα της σχέση με τον Άντριεν Μπρόντι. «Χαίρομαι που βρήκε την ευτυχία. Υπέφερε τρομερά εξαιτίας μου».

Το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της προσωπικής του ζωής παραμένει η σχέση με τις μεγαλύτερες κόρες του. Δύο από αυτές έχουν αλλάξει τα ονόματά τους και αρνούνται κάθε επαφή μαζί του από την ημέρα που ξέσπασε το σκάνδαλο.

«Τις έχω καλέσει αμέτρητες φορές. Δεν απαντούν ποτέ. Η μητέρα τους με απέκοψε εντελώς», εξομολογείται. Παρά τη σιωπή ασυρμάτου  ο Γουάινσταϊν παραμένει παραλογικά αισιόδοξος:

«Πιστεύω ότι θα μιλήσουμε ξανά όταν βγω από εδώ και αποδείξω την αθωότητά μου. Θέλω απλώς να ξέρουν ότι τις αγαπώ και ότι δεν έκανα όσα νομίζουν».

Η συνέντευξη κλείνει με μια δραματική έκκληση. Ο Γουάινσταϊν φοβάται πως δεν θα προλάβει να δει την ελευθερία. «Με τρομάζει μέχρι θανάτου. Έχω καρκίνο των οστών. Πεθαίνω εδώ μέσα. Η ιδέα του εισαγγελέα είναι μάλλον να πεθάνω στη φυλακή. Αλλά πεθαίνω όντως. Θα γίνω 74 ετών τον Μάρτιο. Δεν θέλω να αφήσω την τελευταία μου πνοή εδώ μέσα».