Μετά τη συνέντευξη που έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στον Αλέξη Παπαχελά, όλοι αντιλήφθηκαν ότι άτυπα εισερχόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Τα σενάρια εξάλλου για προσφυγή στις κάλπες δίνουν και παίρνουν εδώ και καιρό με πολλούς να βάζουν το χέρι τους στη φωτιά ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πάει σε εκλογές κάποια στιγμή το Φθινόπωρο. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο χρόνος είναι αμείλικτος. Αυτό σημαίνει πως εάν δεν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, το 2027 θα είναι έτος εκλογών έτσι κι αλλιώς αφού θα έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη θητεία διακυβέρνησης της ΝΔ.

Με το βλέμμα στις εκλογές

Το ερώτημα λοιπόν, όπως φάνηκε και από τη συνέντευξη, δεν ήταν τόσο το πότε θα γίνουν οι εκλογές, όσο το αποτέλεσμα αυτών και η επόμενη μέρα για τη χώρα – και τα κόμματα εξουσίας βεβαίως. Για παράδειγμα ο κ. Μητσοτάκης απέκλεισε γι’ άλλη μια φορά το ενδεχόμενο αλλαγής του εκλογικού νόμου, έδειξε να πιστεύει πως η ΝΔ μπορεί να πετύχει την περιβόητη αυτοδυναμία (χωρίς να πείθει ιδιαίτερα βέβαια) κι εν συνεχεία έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του για διεμβολισμό του ΠΑΣΟΚ, σχέδιο που όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι από εδώ και στο εξής θα κλιμακώνεται και θα ξεπετάγεται στο δημόσιο λόγο σε κάθε ευκαιρία.

Το ΠΑΣΟΚ στο στόχαστρο αφορά στο σοβαρό -και πιο πιθανό ενδεχόμενο- που θα θέλει τη ΝΔ να χρειάζεται το κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη προκειμένου να σχηματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας. Εάν συμβεί αυτό θα είναι η δεύτερη φορά στα τελευταία 14 χρόνια που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα ακολουθήσουν κοινή, κυβερνητική πορεία.

Να θυμίσουμε βέβαια πως την προηγούμενη φορά ο λογαριασμός αποδείχθηκε εξαιρετικά βαρύς για το κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη το οποίο στις επόμενες εκλογές έφτασε σε πρωτόγνωρα ιστορικά χαμηλά κοντά στο 4,5%. Πολλοί λένε πως εκεί το οδήγησαν οι μνημονιακές συνθήκες που επικρατούσαν. Αυτό εν μέρει είναι αλήθεια, για παράδειγμα και η σκληρή, μνημονιακή ΝΔ σημείωσε πτώση των ποσοστών της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έγινε ΠΑΣΟΚ.

Από την πλευρά του ο Νίκος Ανδρουλάκης απορρίπτει κάθε συζήτηση συνεργασίας με τη ΝΔ, γνωρίζοντας προφανώς πως κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην πολιτική καταδίκη του και θα συμπαρέσυρε το κόμμα σε μια νέα, απίστευτη περιπέτεια απ’ την οποία ουδείς γνωρίζει εάν ποτέ καταφέρει να συνέλθει. Εξάλλου, όπως φαίνεται υπάρχουν και άλλοι πρόθυμοι σύμμαχοι στο πολιτικό πεδίο να αποτελέσουν το δεκανίκι της ΝΔ στην περίπτωση που επαληθευτούν οι δημοσκοπήσεις και είναι πρώτο κόμμα, αλλά δίχως τη δυνατότητα αυτοδυναμίας.

Ορισμένες δημοσκοπήσεις ωστόσο έχουν δείξει και κάτι άλλο. Πέρα από ένα γενικό συμπέρασμα όπου ο «Κανένας» από τους-τις υπάρχοντες ηγέτες και ηγέτιδες (συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού) κυριαρχεί στις γνώμες της πλειονότητας ως άξιος να κυβερνήσει,  πολλοί είναι εκείνοι που στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», απαντούν το… δεύτερο. Το εύρημα είναι εξαιρετικά ανησυχητικό για τον πρωθυπουργό και γι’ αυτό ξεκίνησε την αποδόμησή του στη συνέντευξη που έδωσε.

Δίλημμα με ονοματεπώνυμο

Τι είπε ο κ. Μητσοτάκης; «Όχι, δεν συμφωνώ. Το δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος». Όχι, δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος». Είναι λάθος να το λέτε. Αυτό είναι το δίλημμα. Τώρα το τι θα προέλθει από την κάλπη και πώς θα μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση, νομίζω ότι πρέπει να απασχολήσει τους πολίτες. Αλλά όχι, εγώ δεν συγκρίνομαι με το χάος. Συγκρίνομαι με τους πολιτικούς μου αντιπάλους». Μια πρώτη παρατήρηση εδώ είναι ότι δεν ανέφερε καν το όνομα Τσίπρας ή Καρυστιανού. Μπορεί να ήταν τυχαίο αυτό, μπορεί και όχι.

Στην ουσία όμως της απάντησης ο κ. Μητσοτάκης επιθυμεί να αντικαταστήσει τη γενικότητα και την απρόσωπη ασάφεια του χάους με ένα υπαρκτό και γνωστό στην κοινωνία πρόσωπο. Κι αυτό το κάνει επειδή σε όλες τις μετρήσεις εμφανίζεται καλύτερος των αντιπάλων που ονοματίζει. Παρουσιάζεται δηλαδή ως η πιο αξιόπιστη λύση στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης», «Μητσοτάκης ή Βελόπουλος» κλπ. Κατά συνέπεια αυτό το δίλημμα θα συνεχίζει να προβάλει έως την ημέρα της κάλπης προκειμένου να πείσει πως ο ίδιος αποτελεί την ιδανική λύση.

Πώς σκοπεύει να ενισχύσει αυτό το αφήγημα; Είναι απλό κι έχει σχέση με το υπόλοιπο μέρος της συνέντευξης του πρωθυπουργού. Ερωτώμενος για τα σκάνδαλα (ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές, ΕΛΤΑ κλπ.) ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε γι’ άλλη μια φορά ως ο αγνοών τα πάντα, ο οποίος όμως, όταν αντιλήφθηκε τι συμβαίνει πήρε το κομματικό φραγγέλιο κι έδιωξε τους απατεώνες και όλους όσους απειλούν το οικοδόμημα που θέλει να παρουσιάσει. Με απλά λόγια έβγαλε τον εαυτό του από το κάδρο. Το μήνυμα πίσω από τις λέξεις είναι πως «άλλοι τα έκαναν, άλλοι φταίνε, εγώ είμαι αθώος».

Αλλά πόσο αθώος είναι ένας πρωθυπουργός όταν επί χρόνια γίνεται ο κακός χαμός πέριξ του και ο ίδιος δηλώνει πως δεν αντιλαμβάνεται τίποτε, παρά μόνο όταν αρχίζουν και σκάνε φρικτοί διάλογοι στη Βουλή ως μέρος μιας ογκωδέστατης δικογραφίας που εμπλέκει σε σειρά παρανομιών ουκ ολίγα γαλάζια στελέχη; Ομοίως πώς μπορεί να δηλώνει πλήρη άγνοια όταν ακόμα και σήμερα η ΕΥΠ, της οποίας είναι πολιτικός προϊστάμενος αρνείται να ενημερώσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τους λόγους παρακολούθησής του, παραβιάζοντας σχετική απόφαση του ΣτΕ;

Μητσοτάκης και υποκρισία

Η συνέντευξη που έδωσε ο κ. Μητσοτάκης συνέπεσε με τη σπουδή του να ανοίξει τη συζήτηση περί νέας συνταγματικής αναθεώρησης, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως έναν πολιτικό που βασικό του μέλημα είναι η ευημερία του τόπου, η προστασία των θεσμών κλπ. Ωστόσο όταν ρωτήθηκε πολύ συγκεκριμένα γιατί επί μια επταετία δεν έκανε τίποτε σε μια σειρά κομβικών θεμάτων όπως π.χ. στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στην εναέρια κυκλοφορία, στα ΕΛΤΑ, η απάντηση ήταν εντελώς υποκριτική.

«Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, πράγματι προσπαθήσαμε πολλές φορές, αλλά δυστυχώς η απειλή της στάσης πληρωμών, ότι δεν μπορούμε να το «πειράξουμε» αυτό το σύστημα διότι ήταν έτσι διαρθρωμένο, υπήρχαν τέτοιες εξαρτήσεις από εταιρείες του ιδιωτικού τομέα που αν πας να το ακουμπήσεις δεν θα πληρωθεί κανείς, ήταν τέτοιες που πράγματι φοβηθήκαμε τις πολύ τολμηρές αλλαγές και τις κάναμε όταν είδαμε ότι δεν μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτα διαφορετικό».

Τί μας είπε ο πρωθυπουργός; Ότι δεν έκανε τίποτε επειδή υπήρχε η «απειλή στάσης πληρωμών». Η εγκληματική του απραξία οδήγησε λοιπόν σε πρόστιμο 700 εκατ. ευρώ από την Ευρώπη, ποσό που θα κληθούν να πληρώσουν οι φορολογούμενοι, μεταξύ τους και οι αγρότες για τους οποίους κατά τα λοιπά ανησυχούσε μήπως και καθυστερήσουν οι πληρωμές τους. Την ίδια ώρα βέβαια ένα γαλάζιο σύστημα πλούτιζε όπως φάνηκε από τους διαλόγους που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας. Την ίδια ώρα επίσης, άνθρωποι που σήμερα υπηρετούν στο πλευρό του -όπως ο καθηγητής κ. Βάρρας- έβλεπαν την πόρτα της εξόδου από τον ΟΠΕΚΕΠΕ με απόφαση υπουργών του (Μάκης Βορίδης) επειδή επιχείρησαν να επιφέρουν κάθαρση στον Οργανισμό. Με αυτά τα δεδομένα είναι τουλάχιστον αστείο το επιχείρημα που επικαλέστηκε ο κ. Μητσοτάκης για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ακόμα πιο αστείο και έωλο είναι το επιχείρημα για τη λειτουργεία των εξεταστικών-προανακριτικών επιτροπών της Βουλής σε σειρά σκανδάλων που για τον ίδιο πολλές φορές έχουν… κομματική καθοδήγηση. Επ’ αυτού δεν είχε να κάνει κανένα σχόλιο για τον πλήρη ευτελισμό της Βουλής τον προηγούμενο Αύγουστο στη συζήτηση περί προανακριτικής ή όχι για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όταν όλη η Ελλάδα είδε σε ζωντανή μετάδοση τη μεθόδευση κι εν τέλει την καθοδήγηση των βουλευτών της πλειοψηφίας, οι μισοί εκ των οποίων ψήφισαν με… επιστολική ψήφο προκειμένου να μην υπάρξουν διαρροές για το κόμμα της ΝΔ. Για τέτοια θεσμικότητα μιλάμε.

Μάλλον φταίει η… διαφάνεια

Το καλύτερο όμως, το είπε απαντώντας για το φιάσκο με το FIR Αθηνών πριν από λίγες μέρες, καθώς όπως φαίνεται φταίει το… Ελεγκτικό Συνέδριο και η διαφάνεια των διαγωνισμών. Τι απάντησε αναλυτικά ο κ. Μητσοτάκης;

«Πέφτουμε, όμως, πολύ συχνά ξέρετε, σε δυσχέρειες που έχουν να κάνουν με κρατικούς διαγωνισμούς, με τον ρόλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου -δεν τον κρίνω, εν προκειμένω, μπορεί να έχει δίκιο- και με μία ‘βαριά’ διαδικασία η οποία, στο όνομα της διαφάνειας και καλώς, οδηγεί πολλές φορές σε καθυστερήσεις, προσφυγές ανταγωνιστών. Εκ των πραγμάτων, για κρίσιμα έργα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να το αντιμετωπίσουμε.

Τώρα κάνουμε ένα bypass για το ζήτημα αυτό. Δεν μου αρέσει κατ’ ανάγκη θεσμικά αυτό το οποίο κάνουμε, να χρησιμοποιήσουμε ιδιωτικές δωρεές για να λύσουμε το πρόβλημα, όμως η Ελλάδα χρειάζεται χθες να μπορέσει να ανατάξει τα συστήματα αεροναυτιλίας, όχι γιατί υπάρχει κίνδυνος στην ασφάλεια πτήσεων, το ξεκαθαρίζω αυτό, αλλά διότι τα νέα συστήματα θα μας επιτρέπουν να υποδεχόμαστε τα διπλάσια αεροπλάνα από αυτά που υποδεχόμαστε τώρα».

Ο κ. Μητσοτάκης ρωτήθηκε για το κράτος δικαίου επί των ημερών του, για τα Τέμπη και τις υποκλοπές και αν είχε ευθύνη για όλα αυτά; Η απάντηση ήταν εξαιρετικά γενική και το ίδιο σύντομη. «Κοιτάξτε, εάν πιστεύουν αυτό οι πολίτες, που το πιστεύουν σε έναν βαθμό, σίγουρα έχουμε κι εμείς σε έναν βαθμό την ευθύνη, στον βαθμό που είμαστε κυβέρνηση τα τελευταία επτά χρόνια, βέβαια δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Είναι παγκόσμιο πρόβλημα και σίγουρα πραγματικό».

Να σημειωθεί ότι η συνέντευξη του κ. Μητσοτάκη γινόταν από τον κ. Παπαχελά, ο οποίος ως γνωστόν υπήρξε στόχος του Predator, ανάμεσα στους δεκάδες λοιπούς στόχους. Δυστυχώς δεν υπήρχε άλλη ερώτηση επί του θέματος ώστε να είχαμε την ευκαιρία να δούμε πως σχολιάζει ο κ. Μητσοτάκης τις αποκαλύψεις της δίκης των υποκλοπών.

Δεν πείθει

Όλα τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τη συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης προκάλεσαν -εύγλωττα- πολλές αντιδράσεις, όχι μόνο από τον πολιτικό κόσμο, αλλά πανεπιστημιακούς, συνταγματολόγους κλπ. Ίσως η πιο εμπεριστατωμένη αντίδραση ήταν αυτή του πρώην επικεφαλής της ΑΑΔΕ, Χρήστου Ράμμου, ο οποίος μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής:

«Τα Συντάγματα είναι για να ρυθμίζουν τα γενικά θέματα στον μακρύ ιστορικό χρόνο και όχι για να αλλάζουν κάθε λίγο. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο λιτά και να μην είναι φορτωμένα με λεπτομερειακές ρυθμίσεις , όπως συμβαίνει με το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα. Αν τα συντάγματα ασχολούνται με λεπτομέρειες, τότε ασχολούνται αναγκαστικά με συγκυριακά ζητήματα, η ρύθμιση των οποίων συνδέεται με τον βραχύ χρόνο και με πολιτικές σκοπιμότητες. Έτσι , όμως, μεταπίπτουν στο επίπεδο του κοινού νόμου. Η συνεχής ανά δεκαετία αλλαγή των συνταγματικών κανόνων τα εξισώνει ουσιαστικά με τον τυπικό νόμο».