Νέα στοιχεία για την εξαφάνιση της 16χρονης Λόρας από την Πάτρα έρχονται στο φως. Η νεαρή παραμένει άφαντη για 16η ημέρα, με τις Αρχές να εξετάζουν νέες μαρτυρίες, στην προσπάθειά τους να ρίξουν φως στη μυστηριώδη φυγή της.

Το Amber Alert για την εξαφάνιση της πήρε και νέα παράταση, κατόπιν εισαγγελικής εντολής. Μέχρι στιγμής οι  έρευνες δεν έχουν αποδώσει κανένα αποτέλεσμα και η ανησυχία για την τύχη της μεγαλώνει.

«Σε αγαπάμε πάρα πολύ. Μας λείπεις αφόρητα. Αγωνιούμε για σένα και θέλουμε μόνο να ξέρουμε ότι είσαι καλά»

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, από την Ομόνοια γίνονται διαδρομές λεωφορείων με προορισμό τη Γερμανία μία φορά τον μήνα. Στις 15 Ιανουαρίου ήταν το τελευταίο δρομολόγιο που έγινε. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: βρίσκεται η Λόρα ακόμη στην Ελλάδα ή έχει περάσει τα σύνορα για τη Γερμανία; Και κυρίως, είναι ασφαλής;

Η μητέρα της το βράδυ της Παρασκευής (23/1) μίλησε στην κάμερα του «Φως στο Τούνελ» και έστειλε το πιο δύσκολο μήνυμα της ζωής της στην αγνοούμενη κόρη της. Επίσης, ο δικηγόρος της οικογένειας φώτισε κρίσιμες πτυχές της εξαφάνισης της 16χρονης.

Η μητέρα της «σπάει» τη σιωπή της

Τα σενάρια για το πού μπορεί να βρίσκεται σήμερα η 16χρονη μαθήτρια είναι πολλά. Τα ίχνη όμως, όσο περνούν οι μέρες, λιγοστεύουν και η αγωνία μεγαλώνει.

Η μητέρα της, Βαλεντίνα, μιλώντας στο «Φως στο Τούνελ» συγκλονίζει. Με μάτια βουρκωμένα, απευθύνεται στο παιδί της:

«Λόρα, αγαπημένη μας κόρη… Σε αγαπάμε πάρα πολύ. Μας λείπεις αφόρητα. Αγωνιούμε για σένα και θέλουμε μόνο να ξέρουμε ότι είσαι καλά. Θα κάνουμε τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη. Είσαι η ζωή μας. Σε παρακαλούμε, δώσε μας ένα σημάδι ότι είσαι καλά».

Η ίδια δηλώνει πως δεν γνωρίζει πού μπορεί να βρίσκεται η κόρη της, ούτε αν κάποιος τη βοήθησε να φύγει. Δακρύζει καθώς προσπαθεί να βάλει σε σειρά τις σκέψεις και τους φόβους της.

«Υποθέτω πως ίσως το κίνητρο για να φύγει να ήταν η δυσκολία της στο σχολείο. Σε κάποιες συζητήσεις μας είχε αναφέρει ότι ήθελε να φοιτήσει σε σχολείο όπου θα μπορούσε να μιλά αγγλικά ή γερμανικά τη γλώσσα δηλαδή που γνωρίζει καλύτερα, και το είχε ήδη ψάξει. Μήπως ήταν αυτό; Είχε ρωτήσει ακόμη αν υπήρχε η δυνατότητα για διαδικτυακά μαθήματα. Από τη δική μας πλευρά κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Ζητήσαμε βοήθεια από ειδικό, προσπαθήσαμε με κάθε τρόπο να τη στηρίξουμε. Δεν ξέρω όμως… ίσως η ίδια να μην είχε πια τη δύναμη ή τη διάθεση. Όσο ήταν εκεί, δεν έπαιρνε κακούς βαθμούς. Ήταν καλή μαθήτρια. Όμως το αν μέσα της συνέχιζε να δυσκολεύεται και το πόσο ήθελε πραγματικά να συνεχίσει, δεν μπορώ να το γνωρίζω».

«Δυστυχώς, δεν είχε κάποιο ημερολόγιο για να έχει σημειώσει κάτι… Υπήρχαν φίλοι και συμμαθητές από το σχολείο, με τους οποίους έκανε παρέα, μιλούσε, αντάλλασσαν μηνύματα, συζητούσαν. Δεν της έκανα ποτέ έλεγχο. Δεν μπορούμε, όμως, να επικοινωνήσουμε μαζί τους, γιατί δεν γνωρίζουμε ελληνικά. Τα έχουμε αφήσει όλα στην αστυνομία», λέει.

Για όσα ακούγονται από φίλους της Λόρας, πως καταπιεζόταν από την οικογένειά της και ζούσε δύσκολες στιγμές, η μητέρα της δηλώνει βαθιά πληγωμένη. Επιμένει πως τίποτα από αυτά δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Απευθύνεται στο παιδί της με λόγια καρδιάς: «Θέλω να σου πω πως σε αγαπάμε πάρα πολύ. Αγωνιούμε για σένα κάθε λεπτό. Δώσε μας ένα σημάδι ότι είσαι καλά… ότι είσαι ζωντανή. Είμαστε στο πλευρό σου. Ό,τι κι αν έχει συμβεί, όποιο κι αν είναι το πρόβλημα, μπορούμε να το λύσουμε μαζί. Να στηριχτείς πάνω μας, σε όλα. Το μόνο που ζητάμε είναι ένα σημάδι. Να ξέρουμε ότι είσαι καλά, ότι είσαι υγιής, ότι ζεις».

 Το τελευταίο ίχνος της εντοπίζεται 10 και 11 Ιανουαρίου

Στην εκπομπή μίλησε και ο δικηγόρος της οικογένειας, Τηλέμαχο Μπενετάτο, ο οποίος έδωσε τη σαφή εικόνα του θρίλερ.

«Βρισκόμαστε ουσιαστικά σε ένα τέλμα. Αναζητούμε συνεχώς ένα στοιχείο, κάτι μικρό, που θα μας οδηγήσει κάπου. Γνωρίζουμε ότι η εκπομπή σας αντιμετωπίζει την υπόθεση με το ίδιο πρίσμα που τη βλέπουμε κι εμείς με έναν και μοναδικό στόχο – να βρεθεί το παιδί. Αυτόν υπηρετώ κι εγώ, βοηθώντας την οικογένεια».

Όπως εξήγησε, υπάρχει καθημερινή και στενή συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, από την οποία προέρχεται και η επίσημη εικόνα των γεγονότων.

«Το κορίτσι ξεκίνησε από την Πάτρα με ταξί. Ζήτησε από τον οδηγό να την αφήσει στην οδό Αιγίου, στου Ζωγράφου, όμως κατέβηκε λίγο νωρίτερα. Από εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει ενεργό κινητό, δεν υπάρχει στίγμα».

Το τελευταίο βέβαιο ίχνος της εντοπίζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, σε σούπερ μάρκετ της περιοχής, στις 10 και 11 Ιανουαρίου.

Επισημαίνει πως ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αγορές που πραγματοποίησε η Λόρα στο κατάστημα: «Δεν πήρε κάτι πρόχειρο, ένα σνακ για τον δρόμο. Αγόρασε καθαριστικά και τρόφιμα. Προϊόντα για ένα σπίτι. Αυτό δείχνει ότι σκόπευε να μείνει κάπου, όχι για λίγες ώρες, αλλά για περισσότερο χρόνο».

Το κορίτσι είχε κανονικά φίλους και κοινωνικές επαφές, απλώς αντιμετώπιζε δυσκολίες στη γλώσσα

Κάμερα ασφαλείας την έχει καταγράψει να εισέρχεται σε καφετέρια της περιοχής και να ζητά τον κωδικό wi-fi: «Το γεγονός ότι χρησιμοποίησε ασύρματο δίκτυο και όχι τα δεδομένα του κινητού της δείχνει πρόθεση να μην εντοπιστεί. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ανίχνευση σήματος».

Ο κ. Μπενετάτος αποκαλύπτει πως όταν έφυγε από την Πάτρα, η ανήλικη είχε μαζί της κινητή συσκευή με δύο κάρτες SIM: «Καμία από τις δύο δεν έχει ενεργοποιηθεί μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει ούτε ένα στίγμα από κεραία. Είναι σαν να εξαφανίστηκε μέσα στο κενό».

«Οι γονείς είναι μια κανονική, δεμένη οικογένεια και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα. Μοιράζονται την ίδια αγωνία, τον ίδιο πόνο. Είναι μαζί σε αυτή τη δοκιμασία… μια οικογένεια που αγαπιέται», τονίζει ο δικηγόρος της οικογένειας της αγνοούμενης μαθήτριας, Τηλέμαχος Μπενετάτος, απαντώντας σε όσα είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα για δήθεν εντάσεις μέσα στο σπίτι.

«Όλα αυτά είναι ψευδή και ανυπόστατα. Δεν υπήρχαν καβγάδες. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν τη δική τους αγωνία και τον δικό τους πόνο και τώρα καλούνται να αντικρούσουν φήμες και σενάρια. Ακούστηκαν πράγματα από ανήλικα παιδιά. Λόγια που μεταφέρονται εύκολα αλλοιωμένα, παρεξηγημένα, χωρίς να μπορεί κανείς να τα θεωρήσει ασφαλή βάση για συμπεράσματα», προσθέτει.

Παράλληλα, διαψεύδει κατηγορηματικά και τα περί αυτοτραυματισμών. «Ο πατέρας είναι γιατρός και θα είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Σε ό,τι αφορά όσα ειπώθηκαν περί πίεσης προς το παιδί, οι γονείς οφείλουν να έχουν εποπτεία. Μπορεί ο πατέρας της να ήταν πιο αυστηρός, μπορεί να της ζήτησε να διαβάσει, μπορεί να την επέπληξε για την υπερβολική χρήση του κινητού τηλεφώνου της. Αυτό το κάνουν όμως όλοι οι γονείς. Κάπου πρέπει να τελειώσει αυτή η ανθρωποφαγία».

Ο δικηγόρος της οικογένειας ξεκαθαρίζει, επίσης, ότι το κορίτσι είχε κανονικά φίλους και κοινωνικές επαφές, απλώς αντιμετώπιζε δυσκολίες στη γλώσσα, καθώς μέχρι πρότινος μιλούσε κυρίως γερμανικά.

«Οι γονείς προσπάθησαν να της προσφέρουν τα πάντα, για να μη της λείψει τίποτα. Βρήκαν ένα όμορφο σπίτι, την έγραψαν σε ιδιωτικό σχολείο και φρόντισαν να έχει καθηγήτρια ελληνικών στο σπίτι. Όταν διαπιστώθηκε ότι δυσκολευόταν να ακολουθήσει τον ρυθμό του ιδιωτικού, μεταγράφηκε σε δημόσιο σχολείο στην περιοχή του Ρίου».

«Η Αστυνομία έχει ερευνήσει κάθε στοιχείο αλλά…»

Για την ημέρα της εξαφάνισης, όπως επισημαίνει, ένα μόνο είναι βέβαιο: «έφυγε από το σπίτι για να πάει στο σχολείο και δεν ξαναγύρισε». Ωστόσο, δηλώνει πεπεισμένος ότι στην υπόθεση εμπλέκεται και άλλο πρόσωπο.

«Είτε μένουν μαζί, είτε τη βοηθά, είτε κάτι άλλο συμβαίνει. Ένα ανήλικο παιδί βρέθηκε μόνο του στην Αθήνα, σε μια πόλη που δεν είχε ξαναπάει ποτέ. Όσο περνούν οι μέρες, ο κίνδυνος μεγαλώνει. Το μόνο που ζητάμε είναι να κινηθούν τα πάντα άμεσα – για το παιδί, πάνω απ’ όλα. Οι λογαριασμοί της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι κλειστοί και μπλοκαρισμένοι. Η Αστυνομία έχει ερευνήσει κάθε στοιχείο, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει τίποτα ουσιαστικό», λέει.

Παράλληλα, αναφέρει πως αυτό που ακούστηκε ότι δεν είχε επαφές με τον ετεροθαλή αδελφό της στη Γερμανία διαψεύδεται κατηγορηματικά: «Είχαν επικοινωνία, μιλούσαν κανονικά και το περασμένο καλοκαίρι εκείνος είχε έρθει στο Ρίο».

Επιβεβαιώνει, τέλος, ότι η μητέρα είχε δει τη Λόρα να φωτογραφίζει το διαβατήριό της και το κατέθεσε στην Ασφάλεια Πατρών.

«Όμως τι σημαίνει αυτό; Θα έβγαζε πλαστά χαρτιά ένα παιδί; Το ζητούμενο δεν είναι, σε αυτή τη φάση, να επιστρέψει απλώς στο σπίτι. Το ζητούμενο είναι να δώσει ένα σημάδι ζωής. Να μάθουμε ότι είναι καλά και μετά όλα τα υπόλοιπα βρίσκουν τον δρόμο τους», καταλήγει.