Το επίσημο μπλόκο στην εισαγωγή προϊόντων διύλισης πετρελαίου από τη Ρωσία, δημιουργεί φόβους για εκτόξευση τιμών στα καύσιμα

Τελειώνει η άμμος στην κλεψύδρα του… ρωσικού diesel, καθώς σε 12 ημέρες τίθενται σε εφαρμογή οι κυρώσεις προς τον μεγαλύτερο προμηθευτή της Ευρωπαϊκής Ενωσης και αυξάνεται η ανησυχία για το κενό εφοδιασμού και τις τιμές των καυσίμων την επόμενη ημέρα.

Την Κυριακή 5 Φεβρουαρίου, θα απαγορεύεται επίσημα στις χώρες της ΕΕ να εισάγουν προϊόντα διύλισης πετρελαίου από τη Ρωσία (ντίζελ, βενζίνη, μαζούτ, κηροζίνη κ.λπ.), στο πλαίσιο των κυρώσεων που επέβαλε η Ευρώπη, και πολλοί αναλυτές αναρωτιούνται μήπως το μπλοκ οδεύει προς μία κρίση καυσίμων.

Επιχείρηση απεξάρτησης

Για τη Γηραιά Ηπειρο – προ εισβολής – η απεξάρτηση από την ενέργεια της Ρωσίας φάνταζε μη ρεαλιστικό σενάριο, ωστόσο φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά. Πέρυσι, η ΕΕ εισήγαγε περίπου 220 εκατομμύρια πετρελαίου diesel από τη Ρωσία , σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa Ltd, ενώ το καύσιμο αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την ευρωπαϊκή οικονομία, τροφοδοτώντας αυτοκίνητα, φορτηγά, πλοία, βιομηχανικό εξοπλισμό και πολλά άλλα.

Βέβαια, όπως και με το φυσικό αέριο, τα πράγματα αναφορικά με το πετρέλαιο της Ρωσίας είναι περίπλοκα. Η αντικατάσταση τόσο μεγάλης ποσότητας ρωσικών καυσίμων -φανταστείτε περίπου 14.000 πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων γεμάτες diesel- είναι μια μεγάλη πρόκληση.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά οι 27 χώρες μέλη της ΕΕ έχουν υποχρέωση να διαθέτουν αποθέματα των προϊόντων διύλισης για τουλάχιστον 60 ημέρες και ήδη οι αποθηκευτικοί χώροι είναι γεμάτοι με ρωσικό ντίζελ.

Ψάχνοντας προμηθευτές

Κοιτάζοντας με αισιοδοξία το μέλλον, το Bloomberg τονίζει πως υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι και οι υπόλοιπες ρωσικές προμήθειες μπορούν να καλυφθούν από αλλού. «Οι χαμένες ρωσικές προμήθειες θα αντικατασταθούν», δήλωσε ο Γιουτζίν Λίντελ, επικεφαλής διυλισμένων προϊόντων στην Facts Global Energy.

Είναι γεγονός ότι η Ευρώπη δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια όλο αυτό το διάστημα των διαβουλεύσεων για τα μέτρα που θα λάβει κατά της Μόσχας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη απευθυνθεί σε άλλες χώρες με το Κουβέιτ να έχει ήδη πενταπλασιάσει τις εξαγωγές ντίζελ στην Ευρώπη, που μέχρι πρόσφατα ήταν μόλις 50.000 βαρέλια την ημέρα.

Την ίδια ώρα, μετά τη Ρωσία το αντίπαλον δέος της στον ΟΠΕΚ+, η Σαουδική Αραβία είναι η χώρα από την οποία η Ευρώπη εισάγει περισσότερο πετρέλαιο. Τον περασμένο Οκτώβριο Σεπτέμβριο μάλιστα οι εξαγωγές της προς την Ευρώπη αυξήθηκαν σημαντικά, ωστόσο και σε αυτήν την περίπτωση η εικόνα μοιάζει να είναι η ίδια με αυτήν πριν την έναρξη του πολέμου.

Η Ινδία και οι ΗΠΑ έχουν επίσης αυξήσει τις αποστολές προς την ΕΕ τις τελευταίες εβδομάδες, αλλά -όπως επισημαίνεται- ο σημαντικότερος πιθανός «παίχτης», έστω και έμμεσα, μπορεί να αποδειχθεί η Κίνα. «Η πολιτική της Κίνας αλλάζει το παιχνίδι», δήλωσε ο Μαρκ Γουίλιαμς, διευθυντής ερευνών της Wood Mackenzie Ltd. Η χώρα «κρατά το κλειδί για όλη την πλεονάζουσα ικανότητα διύλισης παγκοσμίως».

Οι εξαγωγές καυσίμου τύπου diesel από την Κίνα θα μπορούσαν να φτάσουν στα 400.000 έως 600.000 βαρέλια την ημέρα μέχρι το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Αυτός είναι ένας όγκος παρόμοιος με αυτόν που αναμένεται να χάσουν αυτή τη στιγμή η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τις θαλάσσιες παραδόσεις από τη Ρωσία.

Η ευρύτερη ανησυχία

Όμως, ενώ υπάρχουν πολλές επιλογές επανατροφοδότησης για την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει επίσης μια δυνητικά ευρύτερη ανησυχία: μπορεί οι κυρώσεις της ΕΕ να οδηγήσουν στην εξαφάνιση από την παγκόσμια αγορά των ρωσικών βαρελιών diesel.

Εάν η Ρωσία δεν είναι σε θέση να βρει αρκετούς νέους αγοραστές εκτός ΕΕ για τα καύσιμα της, τι θα γίνει; Εάν επρόκειτο να μειώσει κατά συνέπεια την παραγωγή στα διυλιστήρια της, αυτό θα μπορούσε να περιορίσει τις παγκόσμιες προμήθειες, ανεβάζοντας τις τιμές.

Ο Lindell αναμένει ότι οι ροές diesel της χώρας θα μειωθούν τον επόμενο μήνα και τον Μάρτιο, καθώς τίθενται σε ισχύ οι κυρώσεις. Ακόμα κι αν υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι αγοραστές, η απόσυρση των καυσίμων από τη Ρωσία μπορεί να είναι μια πρόκληση. Ενα άλλο βασικό ερώτημα έχει να κάνει με τη ζήτηση και πόσο ισχυρή θα είναι στο μέλλον. Ο ζεστός καιρός στην Ευρώπη αναμφίβολα βοήθησε, πιθανώς μειώνοντας την κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης —ένα καύσιμο τύπου diesel— και μειώνοντας την τιμή του φυσικού αερίου, γεγονός που θεωρητικά καθιστά φθηνότερο για τα διυλιστήρια πετρελαίου την παραγωγή diesel υψηλής ποιότητας.

Οι ενδιάμεσοι

Ο ρόλος των ενδιάμεσων χωρών δεν πρέπει επίσης να υποτιμηθεί. Η Τουρκία, για παράδειγμα, η οποία δεν είναι μέρος της ΕΕ, θα μπορούσε θεωρητικά να εισάγει μεγάλες ποσότητες ρωσικού diesel —χρειάζεται ήδη μια σημαντική ποσότητα— και στη συνέχεια να το χρησιμοποιήσει για να προμηθεύσει την εγχώρια αγορά της.

Το μη ρωσικό diesel που παράγουν στη συνέχεια τα δικά της διυλιστήρια θα μπορούσε να πωληθεί στην ΕΕ, ενδεχομένως σε πολύ υψηλότερη τιμή.

Αλλά και η Κίνα μπορεί να στέλνει πετρελαϊκά προϊόντα στις γειτονικές της χώρες, στην Ασία και από εκεί στην Ευρώπη. «Υπάρχει ιδιαίτερος κίνδυνος εισαγωγής ρωσικού ντίζελ  μέσω της Κίνας και της Ινδίας», αναφέρει μια πηγή στη βιομηχανία πετρελαίου. «Δεν αποκλείεται η τιμή του ντίζελ να ξεπερνά κατά πολύ τα 2 ευρώ το λίτρο στα πρατήρια».

«Μια παρατεταμένη οικονομική επιβράδυνση, ο ζεστός καιρός, οι υψηλότερες κινεζικές εξαγωγές και το ανώτατο όριο τιμών θα βοηθούσαν τις παγκόσμιες ισορροπίες diesel να παραμείνουν ζωντανές» και θα έδιναν στην Ευρώπη αρκετές επιλογές αντικατάστασης», δήλωσε από την πλευρά του ο Χέντι Γκρατί, αξιωματούχος της S&P Global Commodity Insights. «Όσο υψηλότερη είναι η ζήτηση και όσο πιο απότομα μειώνεται η ρωσική παραγωγή diesel, τόσο πιο περίπλοκα θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα», πρόσθεσε.

Πολλά θα εξαρτηθούν από το πλαφόν που θα οριστεί και το πώς θα αναγνωστεί από τη Μόσχα. Αν θα είναι αρκετά υψηλό για να συνεχίσει τις εξαγωγές, αλλά και χαμηλό για να μειώσει τα έσοδα του Κρεμλίνου.

Πηγή: ΟΤ

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr