Το πρόβλημα των Δημοκρατικών μπροστά στις εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ έχει να κάνει και με τη μείωση της επιρροής τους στην εργατική τάξη

Ότι οι Δημοκρατικοί θα είχαν πρόβλημα στις εκλογές του Νοεμβρίου, τις mid-term όπως λέγονται καθώς λαμβάνουν χώρα στο μέσο της θητείας του εκάστοτε Προέδρου των ΗΠΑ και στις οποίες επανεκλέγεται το σύνολο των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, το ένα τρίτο της Γερουσίας και αρκετοί κυβερνήτες, ως ένα βαθμό είναι αναμενόμενο.

Παραδοσιακά, το κόμμα στο οποίο ανήκει ο ένοικος του Λευκού Οίκου εμφανίζει δυσκολία σε αυτές τις εκλογές, καθώς οι ψηφοφόροι βρίσκουν την ευκαιρία να το «τιμωρήσουν» επειδή δεν έχει τηρήσει ακόμη τις προεκλογικές του υποσχέσεις του.

Στην περίπτωση του Τζο Μπάιντεν τα πράγματα κάνει πιο δύσκολα και το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο των τελευταίων 40 ετών, δημιουργώντας μια ανησυχία για την κατάσταση στην οικονομία παρά το γεγονός ότι η αγορά εργασίας παραμένει δυναμική, νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και το ποσοστό ανεργίας παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Επιπλέον, ο πρόεδρος Μπάιντεν είδε να περιορίζεται σημαντικά το εύρος του μεγάλου προγράμματος δημόσιων χρηματοδοτήσεων και επενδύσεων που είχε υποσχεθεί για την πράσινη μετάβαση αλλά και την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, υπό το βάρος της αντιπολίτευσης των Ρεπουμπλικάνων αλλά ορισμένων συντηρητικών Δημοκρατικών.

Βεβαίως, από την άλλη, οι Δημοκρατικοί δεν θα έπρεπε να τα πηγαίνουν τόσο άσχημα. Σε μια σειρά από θέματα, όπως είναι οι αμβλώσεις, η ανάγκη να μπουν κανόνες και περιορισμοί στην οπλοκατοχή και η υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών απέναντι σε μια ρητορική – και πρακτική…- όπως αυτή του Τραμπ που εξακολουθεί να αμφισβητεί το αποτέλεσμα των εκλογών, οι ψηφοφόροι συμφωνούν περισσότερο μαζί τους.

Μάλιστα, το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ο Τραμπ παραμένει ο ισχυρότερος πόλος μέσα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα και μάλιστα καταφέρνει να κερδίζουν οι υποψήφιοι που υποστηρίζει τις προκριματικές εκλογές, είναι επίσης ένα στοιχείο που θα έπρεπε να ενισχύει τη θέση των Δημοκρατικών μπροστά στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Το πρόβλημα με την εργατική τάξη

Ωστόσο, παρότι οι Δημοκρατικοί δείχνουν να ευνοούνται από το προς τα πού πηγαίνει τόνος της γενικής πολιτικής συζήτησης στις ΗΠΑ και οι θέσεις τους σε κρίσιμα ζητήματα που κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα να είναι σαφώς πλειοψηφικές, εντούτοις τα στοιχεία από τις δημοσκοπήσεις δεν είναι τα καλύτερα και οι Δημοκρατικοί δείχνουν δίνουν μάχη με τους Ρεπουμπλικάνους.

Αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που αλλάζει η κοινωνική τους βάση. Οι Δημοκρατικοί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν το κατεξοχήν κόμμα τα αμερικανικής εργατικής τάξης. Αυτή η σχέση σφυρηλατήθηκε πριν τον πόλεμο στη διάρκεια του New Deal και μεταπολεμικά ενισχύθηκε με διάφορους τρόπους. Εξ ου και η παραδοσιακή σχέση των συνδικάτων με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Το κύμα αναδιαρθρώσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα δημιουργήσει ένα νέο τοπίο, καθώς θα υποχωρήσει η βαρύτητα της παραδοσιακή εργατικής τάξης, με αποκορύφωμα το κύμα «αποβιομηχάνισης» σε Πολιτείες που ήταν κάποτε η καρδιά της αμερικανικής μεταποίησης.

Ωστόσο, η ψήφος αυτών των στρωμάτων θα είναι πάντοτε σημαντική οποτεδήποτε οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να κερδίσουν τον Λευκό Οίκο.

Όμως, όλα δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή η εκλογική βάση των Δημοκρατικών αρχίζει και μετατοπίζεται. Γίνονται όλο και περισσότερο το κόμμα των ψηφοφόρων με υψηλότερη μόρφωση και με πιο «ανοδική» κοινωνική προοπτική, των κόμμα των καλών περιοχών των πόλεων και των προαστίων.

Αντιθέτως, οι Ρεπουμπλικάνοι – ιδίως στη μορφή των οπαδών του Τραμπ – δείχνουν να αυξάνουν την πρόσβασή τους στην εργατική τάξη, τη λευκή, αλλά όχι μόνο. Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι οι απόψεις του Τραμπ έχουν συγκριτικά μεγαλύτερη απήχηση στα στρώματα των λευκών χωρίς ανώτερη μόρφωση και γενικά τα στρώματα χωρίς πτυχίο κολεγίου, κάτι που καταδεικνύει αυξανόμενη επιρροή στην εργατική τάξη.

Αυτό είχε να κάνει με το πώς πολιτεύτηκε ο Τραμπ και με τα ελλείμματα των Δημοκρατικών. Ο Τραμπ κυρίως εκπροσώπησε συγκεκριμένα συμφέροντα: προσέφερε μεγάλες φοροαπαλλαγές στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους, προώθησε περαιτέρω την απορρύθμιση, σταμάτησε μέτρα αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και τροποποίησε τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου σε κατευθύνεις που ικανοποιούν τη «θρησκευτική δεξιά». Όμως, ταυτόχρονα η ρητορική του περιλάμβανε την καταδίκη των πολιτικών του ελεύθερου εμπορίου που οδηγούσαν σε απώλειες θέσεων εργασίας στο αμερικανικό έδαφος και αυτό του επέτρεπε να συνδεθεί με τμήματα της εργατικής τάξης.

Αντιθέτως, οι Δημοκρατικοί δεν έχουν μπορέσει να τηρήσουν αρκετές υποσχέσεις τους: δεν έχουν κάνει βήματα για τη διαγραφή του σπουδαστικού χρέους που είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στις ΗΠΑ, ούτε έχουν γίνει μεγάλα βήματα στην αναμόρφωση του εργατικού δικαίου. Επιπλέον, δεν έχει πάρει επείγοντα μέτρα για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί η αύξηση του κόστους ζωή, σε μια κοινωνία όπου το 46% των Αμερικανών αναμένεται να πάρει σύνταξη με σημαντικό χρέος και αυτό διαμορφώνει ένα είδος συνταξιοδοτικής ανασφάλειας.

Οι ευθύνες των προηγούμενων Δημοκρατικών κυβερνήσεων

Με έναν τρόπο, ο Μπάιντεν πληρώνει ως προς τη σχέση με την εργατική τάξη πολιτικές προηγούμενων Δημοκρατικών κυβερνήσεων. Τόσο ο Κλίντον όσο και ο Ομπάμα σε μεγάλο βαθμό προώθησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές απελευθέρωσης αγορών, ιδιωτικοποίησης και «ελεύθερου εμπορίου», που σταδιακά υπονόμευσαν τη θέση της εργατικής τάξης. Ο Μπάιντεν θα πρέπει να βρει τρόπο να επανασυνδεθεί με αυτά τα στρώματα εάν θέλει οι Δημοκρατικοί να ανακτήσουν την εκλογική τους δυναμική. Οι έρευνες δείχνουν ότι αυτό απαιτεί να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην οικονομία που είναι το θέμα που απασχολεί περισσότερο την εργατική βάση των Δημοκρατικών.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr