Εντάξει, δική μας πατέντα είναι, την έχουμε καταχωρίσει και με τη βούλα της Ιστορίας μάλιστα. Πρώτος καταγεγραμμένος εμφύλιος, σου λέει, στην Κέρκυρα, στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Και από τότε μια ζωή στην κόντρα με τους «απέναντι». Για οιονδήποτε λόγο. Για το τίποτα. Δεν είναι όλοι οι «εθνικοί διχασμοί» μας για ιδεολογικά θέματα, για τη νομή της εξουσίας. Είναι και γι’ αυτές τις κόντρες που συντηρούν τη μυθολογία της καθημερινότητας και συντηρούνται από αυτήν.

Από μικρή τα θυμάμαι. Από τότε που έπρεπε να δώσουμε όρκο τιμής για να ενταχθούμε στις παιδικές, καλοκαιρινές «συμμορίες». Με τον Ολυμπιακό ή με τον Παναθηναϊκό; Με τον Μίκυ ή με τον Ντόναλντ; Με τον Μικρό Ηρωα ή με τα Μικρά Κλασικά Εικονογραφημένα; Με τη Βουγιουκλάκη ή με την Καρέζη; Με την πορτοκαλάδα ή με τη λεμονάδα; Με το κουτσό ή με το κρυφτό;

Και μετά, καθώς μεγαλώναμε, λες και αναζητούσαμε «σκέπη» ετεροπροσδιορισμού να πάμε να χωθούμε από κάτω. Του λαϊκού ή του έντεχνου; Του εμπορικού ή του ποιοτικού; Του ελληνικού του ξένου; Της ντίσκο ή της μπουάτ; Ροκάδες ή καρεκλάδες; Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης; Θεοδωρακικοί ή Χατζιδακικοί; Κιθαρίστας ή ντράμερ; Βουνό ή θάλασσα; Φραπέ ή φρέντο; Πάνω από το Αυλάκι ή κάτω από το Αυλάκι; Καλοκαιράκηδες και χειμωνάκηδες. Χορτοφάγοι και κρεατοφάγοι. Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες. Βροντάκηδες και Φουρτουνάκηδες. (Εδώ κάποτε «σφάζονταν» οι άνθρωποι των ελληνικών γραμμάτων για το αν οι «Αδελφοί Καραμαζώφ» ή οι «Δαιμονισμένοι» είναι το καλύτερο έργο του Ντοστογέφσκι).

Δυο κόσμοι χωριστά

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο εμβολιασμένοι – ανεμβολίαστοι. Και, πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την υποχρέωση των εργαζομένων να εμβολιαστούν και την ελεύθερη πρόσβαση των εμβολιασμένων σε χώρους ψυχαγωγίας, με τον Λαζάρου που δήλωσε ότι δεν μπορεί να κάνει επιλογή πελατών ούτε να επιβάλει στους εργαζομένους στα εστιατόριά του να εμβολιαστούν ή με το «να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο».

Δεν θα μιλήσω για το τι σημαίνει δημόσια υγεία, για το μποϊκοτάζ σε αυτό το ύψιστο αγαθό που κάνουν, στην πραγματικότητα, οι οπαδοί του αντιεμβολιαστικού κινήματος, για το πολιτικό κόστος που (πολύ κακώς) φοβάται η κυβέρνηση προκειμένου να βάλει τη βούλα σε αυτόν τον διαχωρισμό. Θα θυμηθώ ότι, παλιά, εμείς οι υποτιθέμενοι «ροκάδες» δεν πηγαίναμε στα μαγαζιά που σύχναζαν οι «καρεκλάδες». Οι «του έντεχνου» δεν διασταυρώνονταν στις εξόδους τους με τους «του λαϊκού». Κι εγώ δεν πήγαινα σε ένα εστιατόριο διότι ο ιδιοκτήτης ήταν Παναθηναϊκάκιας και χαλιόμουν. Ο καθείς στο «σπίτι» του κουτσουλιά στη μύτη του λοιπόν. Ή μήπως να θυμηθώ την «πόρτα» στα μαγαζιά που επέτρεπαν την είσοδο ανάλογα με το τι φορούσες;

Ε, αυτό θα κάνουμε και τώρα. Το κάναμε για τις μουσικές και για το φάρδος της καμπάνας ή του ρεβέρ στο παντελόνι. Δεν θα το κάνουμε για την υγεία μας; Με τους φίλους μας που δεν θέλουν να εμβολιαστούν, από μακριά και αγαπημένοι. Και, όπως δεν πάμε σε κάποια μαγαζιά επειδή δεν μας αρέσει το σέρβις, έτσι δεν θα πηγαίνουμε και σε αυτά που δεν έχει εμβολιαστεί το προσωπικό. Μη σκάμε, έτσι ήμασταν πάντα σε αυτήν τη χώρα. Μισοί μισοί και περιχαρακωμένοι. Ετσι θα συνεχίσουμε και τώρα. Μέχρι να τελειώσει αυτή η πανδημία, κάτι που δεν φαίνεται να γίνεται γρήγορα.

Λέξεις

Το να χρησιμοποιείς σπάνιες λέξεις δεν σημαίνει ότι μιλάς καλά ελληνικά. Ισα ίσα που, σε κάποιες περιπτώσεις, αυτό αποκαλύπτει ουσιαστική άγνοια (γενικά, όχι μόνο της γλώσσας). Ναι, θεωρητικά, το «ξενοδοχία» της Κατερίνας Νοτοπούλου υφίσταται ως λέξη. Μόνο που αναφέρεται δύο, όλες κι όλες, φορές στην αρχαία γραμματεία. Και δεν υπάρχει στο Λεξικό της Ακαδημίας. Και η πρώην υπουργός τη χρησιμοποίησε λάθος.

Και επειδή τα λεκτικά της λάθη είναι πλέον ο μόνος λόγος που απασχολεί την επικαιρότητα, θα ήθελα να την ακούσω να λέει τη λέξη «κρονόληρος». Ετσι, χωρίς λόγο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο