Κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι ζήτημα χρόνου να γίνει δεκτή η Κεντρολογία στο κλαμπ ως ισότιμο μέλος και να αναδιατυπωθεί το παλιό καλό ανέκδοτο ως ακολούθως: «Τι κοινό έχουν η Θεολογία, η Ψυχολογία και η Κεντρολογία; Είναι και οι τρεις επιστήμες με ανύπαρκτο αντικείμενο». Εάν κρατώ ακόμη μια επιφύλαξη και δεν αποδέχομαι ότι η Κεντρολογία έχει γίνει κιόλας δεκτή στο κλαμπ, είναι επειδή παρατηρώ το τελευταίο διάστημα να πληθαίνουν τα εκτενή δημοσιεύματα και οι εμβριθείς αναλύσεις γύρω από το μέλλον του κεντρώου πολιτικού χώρου, λες και αυτός ο χώρος εξακολουθεί να υφίσταται και δεν έχει πάει από καιρό να συναντήσει το Τέρας του Λόχνες, τον Χιονάνθρωπο των Ιμαλαΐων και τα άλλα μυθικά πλάσματα. Δεν γίνεται όμως να ξεμπερδέψουμε με καλαμπούρια. Για να αντέχει ο μύθος στη βάσανο της αληθείας πρέπει να υπάρχει λόγος σοβαρός.

Οποιος έχει διαβάσει τον συναρπαστικό «Ερασιτέχνη επαναστάτη» (εκδόσεις Ικαρος, 2018), όπου ο Απόστολος Δοξιάδης, γεννημένος το 1953, εξιστορεί σε πάνω από χίλιες πυκνοτυπωμένες σελίδες τα πρώτα εικοσιένα χρόνια της ζωής του, έχει αποκομίσει μια γλαφυρή, ανάγλυφη και αδρή αίσθηση του τι σημαίνει να μεγαλώνει προδικτατορικά ένα παιδί σε μια καθαρόαιμη κεντρώα οικογένεια. Πριν από την έλευση των συνταγματαρχών, ο τυπικός κεντρώος είχε σαφή και αταλάντευτα χαρακτηριστικά, τα εξής δύο: ήταν αντικομμουνιστής και αντιβασιλικός. Υστερα από την πτώση των συνταγματαρχών, η μπουγάδα ανακάτεψε τα χρώματα, όπως τραγουδούσε και ο Γιάννης Μηλιώκας ντουέτο με την Αφροδίτη Μάνου («Ροζ», 1988): «Πόσο άλλαξες / πόσο άλλαξα / τα όνειρά μου κόκκινα / τα όνειρά (σου) άσπρα / ρούχα μαζί που πλύθηκαν / κι έχουνε γίνει ροζ».

Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως υπεύθυνος για το ανακάτεμα των ονείρων δεν ήταν κανένας κεντρώος ηγέτης, αλλά ένας μεταλλαγμένος δεξιός που, αμέσως μετά την επιστροφή του από το Παρίσι, είχε το σθένος να αντιμετωπίσει τους δύο «δράκους» που το Κέντρο διαχρονικά και συστηματικά απέφευγε: το Παλάτι και το ΚΚΕ. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κλειδώνοντας με το Δημοψήφισμα το Παλάτι στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και νομιμοποιώντας το Κομμουνιστικό Κόμμα, κυριολεκτικά «πήρε την μπουκιά» από το στόμα του Κέντρου και ουσιαστικά το έριξε σε βαθιά υπαρξιακή δίνη, από την οποία δεν ξαναβγήκε έκτοτε· αντί να τον αναθεματίζουν οι μικρονοϊκοί δεξιοί για τη διπλή κόντρα ρελάνς, θα έπρεπε να του ανάβουν το καντήλι.

Μολονότι με το πέρασμα του χρόνου καθίστατο ολοένα και πιο δύσκολο να προσδιορίσεις τι σημαίνει να είσαι «κεντρώος», ολοένα και πιο πολλοί συμπατριώτες μας δήλωναν στις δημοσκοπήσεις «κεντρώοι» – αλλά προσέξτε τη λεπτή διαφορά: όχι «κεντρώοι» νέτα σκέτα· «κεντροδεξιοί» ή «κεντροαριστεροί». Η υιοθέτηση της περσόνας του «κεντρώου», όχι ως αυτόνομης, αυτόφωτης και αυτοδύναμης πολιτικής ταυτότητας μα ως διευκρινιστικού αστερίσκου στη δεξιά ή στην αριστερή πολιτική ταυτότητα, μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως το άλλοθι που θα επικαλεστούμε εκ των υστέρων για την ψήφο που θα ρίξουμε στην κάλπη – «αν και κεντρώος, ψήφισα ΝΔ» ή «αν και κεντρώος, ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ» – αλλά δυστυχώς σημαίνει και κάτι πολύ χειρότερο: η κεντρώα ιδεολογία έχει χάσει προ πολλού τη δυναμική της και την ικανότητα να εμπνέει. Μόνη της, δίχως να στηρίζει ως δεκανίκι είτε τη Δεξιά είτε την Αριστερά, όχι μονάχα δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει, αλλά (με την πολυδιάσπαση των εκπροσώπων της) ρισκάρει και αυτήν ακόμη την είσοδό της στη Βουλή. Δεν εκφράζει πλέον παρά μια μετριοπαθή στάση. Και όσο και αν ακούγεται παράδοξο, αυτό είναι ό,τι πιο πολύτιμο μπορεί να προσφέρει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο