Οι τελευταίες ημέρες κάθε απερχόμενου έτους, σε συνδυασμό με τις πρώτες ημέρες κάθε νέου χρόνου, τόσο στις επιχειρήσεις ή στο Δημόσιο, όσο και στη συνείδηση των λαών αλλά και του καθενός μας χωριστά είναι ημέρες, ώρες και στιγμές όχι μόνο οικονομικής απογραφής, αλλά και ενός ιδιόρρυθμου ταμείου με τη συνείδησή μας.

Θα σταθώ περισσότερο στο «ταμείο με τη συνείδησή μας» και ακριβέστερα στο κλείσιμο αυτού του ταμείου, με τη τελική σφραγίδα μιας παρατεταμένης πολιτισμικής παρακμής. Μιας αθεράπευτης στασιμότητας, που έχει καταντήσει τον καθημερινό βίο κονσέρβα με ναφθαλίνη ή φορμόλη, ή άλλες αποστειρωτικές και απολυμαντικές ουσίες, που συντηρούν σε κατάσταση νάρκης περασμένα, αξιοδάκρυτα (σύμφωνα με τον εθνικό ποιητή) μεγαλεία.

Αυτά τα μεγαλεία της δημιουργικής διάνοιας αλλά και της ψυχικής και συναισθηματικής απογείωσης που εξαϋλώνουν την ύλη και τη μετουσιώνουν σε πολιτισμό. Αυτές ακριβώς οι κατακτήσεις όχι μόνο στην επιστήμη, την πολιτική και την τεχνολογία, αλλά και στα γράμματα και τις τέχνες οδηγούν στο ισοζύγιο του άρτου με τα θεάματα, στο ισοζύγιο της αυτοσυντήρησης με υπερβάσεις από το μονόδρομο του χυδαιοϋλισμού. Με άλλα λόγια δεν νοείται ψυχική ενορχήστρωση χωρίς υπέροχη μουσική και ελκυστικό χορό. Χωρίς τον έρωτα για ζωή, όπως τον περιγράφει το πλατωνικό «Συμπόσιο», ως «τέκνο του πόρου και της πενίας».

Σταθμοί ακμής

Η πατρίδα μας, στους νεότερους χρόνους, γνώρισε αξιοσημείωτα ξέφωτα, στις δεκαετίες του ’30 και του ’60, σε μια αλυσίδα πολιτισμικής ανόδου, από το δημοτικό σχολείο μέχρι και την πανεπιστημιακή παιδεία. Και μάλιστα σε μια αμοιβαία καρποφόρα συνύπαρξη αστυκολαϊκού πολιτισμού.

Ειδικότερα όμως η «άνοιξη του ‘60», που εκδικητικά πολεμήθηκε από την βάρβαρη απριλιανή δικτατορία του 1967, είχε τη σφραγίδα του νεολαιΐστικου  προοδευτικού κινήματος του 1-1-4, που συνδύασε τα προοδευτικά δημοκρατικά ιδεώδη με τη μελοποιημένη υψηλή ποίηση.

– Ο Μίκης Θεοδωράκης διαβάζοντας τους πρώτους στίχους από τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου απογειώθηκε μουσικά και μελοποίησε το επικό-λυρικό αυτό έργο που δίνει ανάγλυφη την πορεία της Ελλάδας

Για πρώτη ίσως φορά, στα πολιτισμικά μας χρονικά, οι στίχοι δύο τιμημένων με το βραβείο Νόμπελ, του Σεφέρη και του Ελύτη, μπόλιασαν το νου και την καρδιά του μέσου Έλληνα. Στην ίδια γραμμή της πολιτιστικής απογείωσης, ενδεικτικά αναφέρω τον Γιάννη Ρίτσο, τον Κώστα Βάρναλη, τους Τάσο Λειβαδίτη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Μιχάλη Κατσαρό, Νίκο Γκάτσο, Μάνο Ελευθερίου, Διονύση Σαββόπουλο και αμέτρητους άλλους.

Κοντά σ’ αυτούς τους βάρδους της εθνικής και λαϊκής ποίησης άλλη μια πλειάδα λογοτεχνών και στιχουργών μετέτρεψαν τους μελοποιημένους στίχους σε τρόπο συμπεριφοράς, σε τρόπο ζωής.

Ιδιαίτερος φόρος τιμής στον Μίκη Θεοδωράκη που ενσάρκωσε το αξίωμα «Όλα τα πουλιά να τραγουδούν κι όλα τα λουλούδια ν’ ανθίζουν» μαζί με τον Χατζηδάκη. Και ο ένας και ο άλλος από το podium, το μαεστρικό βάθρο, πάντρεψαν το λόγο με τον ήχο και ανέδειξαν σε σουξέ (success) σε ανεπανάληπτες και ασύγκριτες επιτυχίες αυτά τραγούδια και τους χορούς, που ξεσηκώνουν στα πέρατα της γης, σ’ όλες τις μεγάλες πλατείες των μεγαλοπόλεων της Υφηλίου, λευκούς, νέγρους, μιγάδες στον κυκλοτερό χορό του Ζορμπά.

Θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη η μη αναφορά στους συνθέτες Γιάννη Σπανό, Σταύρο Ξαρχάκο, Χρήστο Λεοντή, τους συνθέτες του «νέου κύματος» με τις αξέχαστες μπουάτ που ήταν χώρος μουσικής μυσταγωγίας. Το ίδιο δεν λησμονούνται και οι φωνές του Γιώργου Ζωγράφου, της Καίτης Χωματά, της Πόπης Αστεριάδη, ή του Κώστα Χατζή.

Η νέα άνοιξη που αργεί…

Ο επτάχρονος στρατοκρατικός παγετός 1967-1974 σχεδόν ξερίζωσε το ανθοκήπιο του 1958-1967, με κατά το πλείστον λογοκρινόμενες δημιουργίες, φυσικά και με γλυκανάλατες λυρικές παρενθέσεις.

Αλλά η επιστροφή στη Δημοκρατία το 1974-1975, αντί να εκκολάψει κάτι σαν συνέχεια, ή ορθότερα σαν αλυσίδα της τσακισμένης από τον φασισμό «άνοιξης του ’60», περιορίστηκε στης χειρότερης μορφής τα «πειραγμένα», σε πλαστά και κακόγουστα αντίγραφα αριστουργημάτων του ’60, ή και άμουσες παραγωγές «μιας χρήσεως», ή αλλιώς σε ψευδομουσικά ταχυφαγεία.

Θα χρειαστούν αρκετά συνεδριακά συμπόσια για να ξεκαθαρίσουν την αχλύ αυτής της περιόδου, που πολύ απέχει από του να χαρακτηριστεί ως μεταβατική.

– Οι συγκλονιστικοί στίχοι του Κώστα Βάρναλη θα γίνουν το χιλιοτραγουδισμένο αργό ρεμπέτικο του Θεοδωράκη «Οι μοιραίοι», «Μες στην υπόγεια την ταβέρνα…»

Το μόνο βέβαιο είναι αυτή η περίοδος τείνει να εξελιχτεί ως ψευδοπολιτισμικό καθεστώς. Με αμέτρητα πειραγμένα κακέκτυπα του ’60, αλλά και επιτηδευμένα fast music. Κατά τα άλλα, περιττεύουν κάποιες κιθάρες κρεμαστές στους ώμους κάποιων νέο-τροβαδούρων, που στα αμέτρητα διαστήματα του αυχένα της γοητευτικής κιθάρας, ζήτημα να μπορούν να σχηματίσουν περισσότερες από τέσσερις-πέντε συγχορδίες. Αρκούνται να σχηματίζουν με το δείκτη της παλάμης άτεχνα μπαρέ ακομπανιαμέντα, χτυπώντας αλύπητα τις χορδές με άρες-μπάρες-κουκουνάρες.

Άραγε τι φταίει; Έλλειψη φωτισμένων δημιουργών; Ή μήπως κάποιο «Σύστημα» που πανικοβάλλεται από κάθε αυθεντική δημιουργία, που «χαλάει την πιάτσα» της θλιβερής απομίμησης που καταδυναστεύει, αδρανοποιεί και πνίγει εν τη γενέσει κάθε πρωτοτυπία;

Καίτη Χωματά

Περιττό ν’ αναφέρουμε παραδείγματα με όνομα και σφραγίδα για να μη χαλάμε χρονιάρες μέρες τις καρδιές μας.

Το μόνο βέβαιο είναι, ότι έστω και αργά, αυτός ο μικρομεσαίωνας έχει πεταχτεί στο απορριμματοδοχείο μιας σιωπηρής και χωρίς κραυγές συλλογικής μνήμης. Κάτι ανάλογο έλαμψε μετά τον σκοταδισμό σαν λυκαυγές, σαν ροδαυγή στις παραμονές των δύο πολιτισμικών ανοίξεων του 1930 και του 1960…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο