της Ντιάνας Καρτσαγκούλη 

Μιλώντας για την ποιότητα ενός κρασιού, το τερουάρ είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας που διαμορφώνει την αξία του. Ομως, αν και ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το λατινικό «terra», που σημαίνει «γη», περιλαμβάνει εννοιολογικά και άλλα χαρακτηριστικά που δεν αφορούν μόνο τη σύσταση του εδάφους όπου καλλιεργούνται τα σταφύλια.

To terroir (γαλλιστί) αναφέρεται επίσης στις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στο συγκεκριμένο αμπέλι – ακόμη δηλαδή και στην κλίση που έχει το ηλιακό φως στο οποίο εκτίθεται ή στη φορά των ανέμων -, στο αν υπάρχει ή υπήρχε υγρό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή, στο υψόμετρο. Και φυσικά – κάτι που συχνά παραβλέπεται – στον ανθρώπινο παράγοντα. Στις πρακτικές δηλαδή που επιλέγουν οι οινοποιοί για να κάνουν τη φύτευση, να καταπολεμήσουν τους εχθρούς του αμπελιού, να πραγματοποιήσουν τον τρύγο, μέχρι και τη μέθοδο οινοποίησης, την παλαίωση, την εμφιάλωση και την αποθήκευση.

Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί – πιο συντηρητικοί – θεωρούν ότι μόνο στη Γαλλία υπάρχει πραγματικό τερουάρ (εκεί άλλωστε δημιουργήθηκε ο όρος), γιατί μόνο εκεί οι άνθρωποι εξέλιξαν την οινοποίηση, τις τεχνικές τους, ανάλογα με τους παράγοντες που αφορούσαν το μικροκλίμα κάθε αμπελιού – πολλές φορές παρατηρούνται διαφορετικές συνθήκες ακόμη και μέσα στο ίδιο αμπέλι. Ετσι προέκυψαν, για παράδειγμα, τα περίφημα κρασιά της Βουργουνδίας, τα πιο ακριβά του κόσμου.

Στην Ελλάδα για πολλά χρόνια η καλλιέργεια διαφόρων γηγενών ποικιλιών σταφυλιού είχε παραμεληθεί, καθώς η οργανωμένη οινοποίηση δεν είχε ξεκινήσει να γίνεται σε μεγάλες εκτάσεις, αλλά και επειδή είχαμε στραφεί περισσότερο στην καλλιέργεια ξενόφερτων ποικιλιών, οι οποίες ήταν πιο αναγνωρισμένες, δημοφιλείς και άρα πιο ανταγωνιστικές στο εξωτερικό. Μόνο πολύ πρόσφατα έχει ξεκινήσει από τους έλληνες οινοποιούς η προσπάθεια αναβίωσης ποικιλιών που απαντώνται αποκλειστικά στην Ελλάδα, προκειμένου να τις καταστήσουν αναγνωρίσιμες στο εξωτερικό ώστε να αποκτήσουν διεθνή αναγνώριση και να θεωρηθούν σημαντικοί οίνοι. Τρανό επιτυχημένο παράδειγμα το ασύρτικο της Σαντορίνης με το ιδιαίτερο τερουάρ χάρη στο ηφαιστειογενές έδαφος του κυκλαδίτικου νησιού. Μάλιστα, είναι τόσο δηµοφιλές που έχει αρχίσει να καλλιεργείται και εκτός συνόρων, και συγκεκριµένα στην Αυστραλία.

To success story της µαλαγουζιάς

Λίγοι άνθρωποι έχουν συνδέσει τόσο στενά το όνομά τους με ένα συγκεκριμένο κρασί όπως το έχει κάνει ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου. Ως νέος οινολόγος, όταν εργαζόταν στο Κτήμα Porto Carras, για πρώτη φορά οινοποίησε την ξεχασμένη ποικιλία μαλαγουζιά. Ηταν 1981 όταν αποφάσισε να αναβιώσει τα 25 στρέμματα του οικογενειακού του αμπελώνα στην περιοχή Παπαμόλα Επανομής, περίπου 25 χλμ. νοτιοανατολικά της Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στις διάφορες ελληνικές και ξένες ποικιλίες άρχισε να καλλιεργεί και τη μαλαγουζιά. Σήμερα το κρασί του σερβίρεται στα περισσότερα καλά εστιατόρια, ακόμη και του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, κερδίζοντας διεθνή αναγνώριση. Το 2018, μάλιστα, συμπεριελήφθη στη λίστα του αμερικανικού περιοδικού «Wine & Spirits» με τα 100 καλύτερα κρασιά του κόσμου, ενώ το επίσης αμερικανικό «Wine Spectator» το κατέταξε 49ο καλύτερο ανάμεσα σε 15.000 κρασιά.

Μαυροκουντούρα, η ωραία της Κύµης

Η αρχαία ποικιλία της Εύβοιας, η μαυροκουντούρα Κύμης, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συνέβαλε σημαντικά στην οικονομία της περιοχής χάρη στις εξαγωγές ακόμη και στη Γαλλία. Πρόκειται για έναν «κλώνο» της μανδηλαριάς, την οποία συναντούμε στο Αιγαίο Πέλαγος, αλλά με μικρότερα σταφύλια και πιο σκούρο χρώμα. Οταν, λοιπόν, σταμάτησαν οι εξαγωγές της, η καλλιέργεια της μαυροκουντούρας εγκαταλείφθηκε. Μέχρι τη στιγμή που ο Απόστολος Μούντριχας, ο δημιουργός του Κτήματος Αβαντίς, αποφάσισε να την αναβιώσει σε συνεργασία με τον γεωπόνο Κωνσταντίνο Μπακασιέτα. Ως λάτρης των ερυθρών οίνων, είδε τη δυνατότητα της συγκεκριμένης ποικιλίας να δημιουργήσει κρασί με βαθυκόκκινο χρώμα, μακριά επίγευση, βελούδινες τανίνες, φρουτώδη και μπαχαρένια αρώματα. Οι συνεχείς βραβεύσεις από διάφορους διεθνείς θεσμούς επιβεβαιώνουν τον οινοποιό για την επιλογή του.

Η άγνωστη, ξηρή µαυροδάφνη

Η λέξη «μαυροδάφνη» έχει γίνει συνώνυμη του γλυκού, κόκκινου κρασιού. Σε αυτό βέβαια συμβάλλει και το γεγονός ότι ανήκει σε ένα προϊόν ΠΟΠ (Περιοχή Ονομασίας Προέλευσης), που σημαίνει ότι μπορεί να αναγράφεται μόνο στα γλυκά κρασιά «Μαυροδάφνη Πατρών» και «Μαυροδάφνη Κεφαλληνίας». Ετσι, πολλοί παραγωγοί ξηρής μαυροδάφνης έχουν αναγκαστεί να βρουν άλλες ονομασίες που να «περιγράφουν» την ποικιλία του κρασιού τους. «Τσιγγέλω» λέγεται μία από τις πιο ποιοτικές εκδοχές που ξεκίνησε να καλλιεργείται στις ορεινές πλαγιές της Αιγιαλείας από το Οινοποιείο Ρούβαλη. Την αυτόχθονη ποικιλία αποφάσισε να αναζωογονήσει ο Αγγελος Ρούβαλης – στον ίδιο οφείλεται η αναβίωση και ανάδειξη του ροδίτη -, για να φτιάξει ένα ξηρό κρασί διεθνών προδιαγραφών. Η μέτρια οξύτητα, οι μαλακές τανίνες, το φρουτώδες άρωμα και ο χαμηλός δείκτης αλκοόλ είναι τα χαρακτηριστικά της που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες τάσεις της παγκόσμιας αγοράς. Η ντελικάτη λοιπόν ξηρή μαυροδάφνη του Κτήματος Ρούβαλη αναγνωρίστηκε, με την πρώτη εμφάνισή της το 2017, από το παγκόσμιας εμβέλειας περιοδικό «Decanter», ενώ η επόμενη εσοδεία της κατετάγη στα 50 «Great Greek Wines» (Σπουδαία Ελληνικά Κρασιά) από γευσιγνώστες διεθνούς κύρους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο