Ένας παλιός και κάπως κυνικός κανόνας της πολιτικής είναι στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες όλα έχουν πάντα να κάνουν με τις κάλπες. Και όταν μια κυβέρνηση επιμένει ότι δεν κάνει κάτι με προεκλογική ιδιοτέλεια, τότε είτε ψεύδεται είτε απλώς θεωρεί ότι δεν θα έχει ελπίδα στις επόμενες εκλογές.

Ωστόσο, όπως όλοι οι γενικοί κανόνες, έτσι και αυτός δεν μπορεί να εξηγήσει την ιδιαίτερη δυναμική στιγμών όπως αυτές που βιώνουμε στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει τις τελευταίες μέρες να μην επικεντρώσει στον απολογισμό του κυβερνητικού έργου αλλά σε ένα πολιτικό σφυροκόπημα στο Νίκο Παππά. Αρχικά με τις αποκαλύψεις για τις συνομιλίες του με τον επιχειρηματία Σάμπι Μιωνή, στις οποίες ο Παππάς ακουγόταν να περιγράφει ουσιαστικά το ρόλο του τότε αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης ως «παράλληλο κύκλωμα» με «δική του ατζέντα.  Και τώρα με τις αποκαλύψεις για τις μεθοδεύσεις ώστε να βρει ο επιχειρηματίας Καλογρίτσας τα κεφάλαια που χρειαζόταν για να προχωρήσει στη διεκδίκηση μιας τηλεοπτικής άδειας στην οποία είχε επενδύσει ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ και στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού που γινόταν στη βάση νόμου που ο Νίκος Παππάς ως υπουργός είχε φέρει προς ψήφιση στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Σε όλα αυτά η κυβέρνηση προσθέτει την πολιτική πίεση από την προανακριτική της Βουλής σε βάρος του πρώην αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης κ. Δημήτρη Παπαγελόπουλου, με τους εκπροσώπους της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ να αποδίδουν όχι μόνο στον κ. Παπαγγελόπουλο αλλά και συνολικά στην κυβέρνηση Τσίπρα την προσπάθεια να στηθεί αυτό που χαρακτηρίζουν ως «σκευωρία».

Η προσπάθεια ακύρωσης του «ηθικού πλεονεκτήματος»

Η κυβερνητικά επικέντρωση στα ζητήματα ήθους και ύφους ως προς την άσκηση της εξουσίας δεν είναι τυχαία. Στηρίζεται σε μια εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως προς την κοινωνική και οικονομική πολιτική του κατάφερε τελικά να έχει θετική εκτίμηση στα μάτια των υποστηρικτών του. Το αρχικό ρήγμα που είχε επιφέρει η ψήφιση του τρίτου μνημονίου, αντικαταστάθηκε από ένα κλίμα «το μη χείρον βέλτιστον» που θεωρούσε κάθε έστω και ανεπαρκές βήμα προς την αποτροπή της κοινωνικής καταστροφής ως σημαντικό. Αυτό εξηγεί και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είχε απώλειες σε κομμάτια της «μεσαίας τάξης», όμως κράτησε δυνάμεις στα πιο λαϊκά στρώματα.

Ακόμη περισσότερο το στοιχείο αυτό ενείχε και έναν κίνδυνο μεσοπρόθεσμα για την κυβέρνηση: ο ΣΥΡΙΖΑ να μπορέσει να επενδύσει στην κοινωνική δυσαρέσκεια που αναμένεται να ενταθεί όσο θα φαίνονται τα αποτελέσματα της ύφεσης και θα εξαντλείται η δυναμική των μέτρων που μέχρι τώρα έχει πάρει η κυβέρνηση. Σε μια τέτοια περίπτωση στον ορίζοντα θα μπορούσε κανείς να δει ακόμη και ένα ενδεχόμενο κυβερνητικής εναλλαγής με βάση το μηχανισμό της φθοράς στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Αντίθετα, «αχίλλειος πτέρνα» του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αποδειχθεί το ζήτημα της διαφθοράς και της πολιτικής συναλλαγής. Και ο λόγος είναι ότι αυτό θα γκρέμιζε την πολιτική εικόνα για έναν ΣΥΡΙΖΑ που εκπροσωπεί άλλο ήθος και ύφος της εξουσίας.

Αυτό στηρίζεται και στην εκτίμηση ότι ενώ το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ αποδέχτηκαν ως ένα λίγο πολύ οδυνηρό συμβιβασμό τη συνθηκολόγηση του 2015, εξακολούθησαν να εμπιστεύονται τον ΣΥΡΙΖΑ στο βαθμό που θεωρούσαν ότι αντιπροσώπευε μια εκδοχή πολιτικής εντιμότητας ανταγωνιστική προς αυτή των συστημικών κομμάτων.

Ακριβώς, γι’ αυτόν τον λόγο η κυβέρνηση επενδύει ιδιαίτερα στις τελευταίες αποκαλύψεις με επίκεντρο τον Νίκο Παππά, θεωρώντας ότι έτσι ακυρώνει την εικόνα του «ηθικού πλεονεκτήματος», παρουσιάζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα όπως όλα τα άλλα.

Οι προεκλογικοί υπολογισμοί

Ο πειρασμός της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες είναι υπαρκτός για το κυβερνητικό επιτελείο.

Στηρίζεται σε μια εκτίμηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να επιδιώξει να εμπεδώσει τη θέση με όρους αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού που να επικυρώνει την κυριαρχία του. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσα από πρόωρες εκλογές που θα μετέφραζαν εκλογικά τη θετική απήχηση από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετώπισε την πρώτη φάση της πανδημίας και θα διεύρυναν την εκλογική επιρροή της ΝΔ. Αυτό με τη σειρά του θα έδινε πολύ καλύτερη αφετηρία για την  ΝΔ για να κυβερνήσει με αέρα ισχυρότερης δύναμης.

Ταυτόχρονα, κάτι τέτοιο θα της έδινε και το αναγκαίο πολιτικό κεφάλαιο για να μπορέσει να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια που αναμένεται να ενταθεί καθώς ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας θα βιώνουν τις επιπτώσεις της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Βεβαίως υπήρχε και υπάρχει και ο αντίλογος: οι εκλογές θα φάνταζαν ανακόλουθες με μια περίοδο υγειονομικής αλλά και οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ενώ το γεγονός ότι οι εκλογές θα γίνουν αναγκαστικά με το σύστημα της απλής αναλογικής, διαμορφώνει το φόβο μήπως πάμε σε διπλή εκλογική μάχη, άρα με όλο το κόστος μια παρατεταμένης προεκλογικής εκστρατείας, την ώρα που η χώρα θα καλείται να αντιμετωπίσει πολύ μεγάλες προκλήσεις.

Σε αυτό το φόντο, η επικέντρωση στα ζητήματα ήθους και διαπλοκής επί των ημερών των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να στηρίζεται στον πολιτικό υπολογισμό μιας σημαντικής επιπλέον μείωσης της εκλογικής επιρροής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, έστω και συγκυριακά, που θα μπορούσε να διαμόρφωνε, με δεδομένη και την αμηχανία του ΚΙΝΑΛ, μια δυναμική υπέρ της ΝΔ που θα μπορούσε να ξεπέρναγε τα εμπόδια που θέτει ο εκλογικός νόμος.

Η διάψευση αλλά…

Παρά το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δέχεται εισηγήσεις για να στήσει εκλογές το φθινόπωρο, σε όλες του τις τοποθετήσεις είναι κάθετος: «Οχι εκλογές, μόνο στο τέλος της τετραετίας». Μιλώντας στον Σκάι για τον ένα χρόνο από τη νίκη της ΝΔ ο πρωθυπουργός είπε: «Δεν έχω πρόθεση να κάνω εκλογές. Οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας».

Γνωρίζοντας κάποιος τον κ. Μητσοτάκη θα έλεγε ότι θα επιμείνει στη θέση του και δεν θα πάει σε εκλογές σύντομα. Ομως, ο πολιτικός χρόνος είναι πυκνός, τα γεγονότα είναι… ξεροκέφαλα και οι καταστάσεις αλλάζουν.

Κανείς δε γνωρίζει πώς θα είναι η οικονομία σε δύο μήνες και τι μηνύματα θα έρχονται από τη ζημιά στον τουρισμό.

Κανείς δε γνωρίζει ποια θα είναι η κατάσταση της ίδιας της κυβέρνησης αλλά και πόσο «πληγωμένη» θα είναι η αξιωματική αντιπολίτευση από την υπόθεση Παππά. Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες πιέσεις ασκούνται προκειμένου η ΝΔ να αναλάβει το ρίσκο των εκλογών θέλοντας να έχει μια «καθαρή» τετραετία μιας και το επόμενο διάστημα η κατάσταση στη χώρα δεν θα είναι καθόλου ανέφελη και θα πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις.

Φυσικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η θέση των πολιτικών οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό λένε «όχι» σε προσφυγή στις κάλπες.

Γράψτε το σχόλιό σας