Ο ΣΥΡΙΖΑ πολλές φορές διεκδίκησε να είναι το νέο ΠΑΣΟΚ και ο Αλέξης Τσίπρας συχνά επέλεξε μια ρητορική που παραπέμπει στον Ανδρέα Παπανδρέου.

Οι λόγοι για αυτή την επιλογή είναι προφανείς. Το ΠΑΣΟΚ συγκρότησε και διαμόρφωσε για μεγάλο διάστημα τη βασική δύναμη της «προοδευτικής παράταξης» στη χώρα, προτάσσοντας αιτήματα εκδημοκρατισμού, εκσυγχρονισμού, αναδιανομής και εθνικής ανεξαρτησίας και οικοδόμησε μια σχέση εκπροσώπησης με σημαντικό μέρος των λαϊκών στρωμάτων που άντεξε για δεκαετίες.

Η περίοδος της διακυβέρνησης του Αντρέα Παπανδρέου ακόμη καταγράφεται στη συλλογική μνήμη με θετικό τρόπο, ενώ η ικανότητα του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ να επικοινωνεί με τα πλήθη αποτελεί και σήμερα το μέτρο σύγκρισης για την αποτελεσματική πολιτική επικοινωνία.

Το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε να κρατήσει ηγεμονική θέση στο πολιτικό σκηνικό για δεκαετίες και ακόμη και στρατηγικές που ανήκαν στην ατζέντα της κεντροδεξιάς, από τη συμμετοχή στο ευρώ μέχρι τις ιδιωτικοποιήσεις και την «απελευθέρωση των αγορών», κατεξοχήν προωθήθηκαν από κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Όταν ο Αλέξης αντέγραφε τον Αντρέα

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είδαν μετά την εκλογική εκτίναξη του 2012 τη δυνατότητα να βρεθούν στην εξουσία, επέλεξαν σε μεγάλο βαθμό όχι απλώς να καταλάβουν τον εκλογικό χώρο που είχε κάποτε το ΠΑΣΟΚ, αλλά και να υιοθετήσουν πλευρές της ρητορικής του. Αλλά και εν μέσω της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η στροφή ήταν σαφώς προς μια «προοδευτική παράταξη» που θα έφτιαχνε το ΠΑΣΟΚ του 21ου πρώτου αιώνα, παρά τη «σύγχρονη ριζοσπαστική παράταξη».

Τώρα όμως ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί, πέραν όλων των άλλων να υποστηρίξει ότι όπως και το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια συντονισμένη επίθεση, ανάλογη με αυτή που δέχτηκε το ΠΑΣΟΚ το 1989. Μπορεί, όμως, να σταθεί μια τέτοια αναλογία;

Ξαναγυρνώντας 31 χρόνια πριν

Αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «βρώμικο ‘89», αφορούσε στην πραγματικότητα μια σειρά από διεργασίες. Από τη μια, υπήρξε ένα πραγματικό σκάνδαλο, αυτό που αφορούσε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες γύρω από την Τράπεζα Κρήτης και το ρόλο του Γ. Κοσκωτά. Αυτό αφορούσε μια προνομιακή μεταχείριση που του επέτρεψε πολύ σύντομα να επεκταθεί και στο χώρο των ΜΜΕ και του αθλητισμού και που συνδεόταν με την πολιτική επιλογή του ΠΑΣΟΚ να βοηθήσει την ανάδυση των λεγόμενων «νέων τζακιών». Βέβαια, όταν αποδείχτηκε ότι αφετηρία της δραστηριότητας ήταν κεφάλαια που δεν υπήρχαν και ότι ουσιαστικά υπήρξε εκτεταμένη λεηλασία του ενεργητικού της Τράπεζας Κρήτης, το οικοδόμημα κατέρρευσε. Η όλη υπόθεση έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα των πολιτικών ευθυνών του ΠΑΣΟΚ.

Αυτή ήταν η μία διάσταση. Η άλλη διάσταση ήταν ότι τότε από διαφορετικές αφετηρίες τόσο η Νέα Δημοκρατία, όσο και η Αριστερά, η ηγεσία του ΚΚΕ και η ΕΑΡ, ως διάδοχο σχήμα της πλειοψηφίας του ΚΚΕ εσ., θεώρησαν ότι το αίτημα της κάθαρσης θα αποδομούσε την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στο πολιτικό σκηνικό. Άλλωστε, ήταν εμφανής η φθορά της εξουσίας στο στελεχιακό δυναμικό του ΠΑΣΟΚ και ουκ ολίγα σημάδια εκμαυλισμού. Η ΝΔ ήλπιζε ότι θα κέρδιζε την εξουσία και η Αριστερά, εκπροσωπούμενη από τον νεότευκτο Συνασπισμό, ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει τον πολιτικό χώρο του ΠΑΣΟΚ.

Το γεγονός ότι στις εκλογές του Ιουνίου του 1989, εξαιτίας και του εκλογικού νόμου που ήταν παραλλαγή απλής αναλογικής, η ΝΔ δεν μπόρεσε να κερδίσει την πλειοψηφία, την ώρα που το ΠΑΣΟΚ διατήρησε σημαντικό μέρος των δυνάμεών του, οδήγησε στην κυβέρνηση Τζανετάκη και τη συγκυβέρνηση της ΝΔ με τον Συνασπισμό. Στη σύντομη διάρκειά της η κυβέρνηση αυτή προχώρησε προανακριτική για την υπόθεση Κοσκωτά και στην παραπομπή στελεχών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αλλά και του ίδιου του Αντρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Μετά το σύντομο διάλειμμα της Οικουμενικής Κυβέρνησης, το 1990 η ΝΔ θα μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Η προσπάθεια να χαραχτούν νέες διαχωριστικές γραμμές

Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και μια διάσταση ακόμη. Τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ήταν μια μεταβατική περίοδος για την ελληνική κοινωνία και την ελληνική πολιτική ζωή. Ήταν το τέλος του «σύντομου 20ου αιώνα» για την Ελλάδα, για να χρησιμοποιήσουμε την περιοδολόγηση του Έρικ Χόμπσμπάουμ για την παγκόσμια ιστορία. Οι διαιρέσεις του Εμφυλίου, φαινομενικά τουλάχιστον έδειχναν να υποχωρούν.

Μάλιστα, σε μια σύγκλιση που θα τη δούμε να επαναλαμβάνεται συχνά, διανοούμενοι της κεντροδεξιάς αλλά και διανοούμενοι της ανανεωτικής αριστεράς θα αρχίσουν να διαμορφώνουν ένα αφήγημα ότι πλέον η διάκριση δεν είναι «πρόοδος – συντήρηση», αλλά «εκσυγχρονισμός – καθυστέρηση», όπου στις αντίπαλες στον εκσυγχρονισμό δυνάμεις κατέτασσαν και τις ριζοσπαστικές μεταπολιτευτικές κοινωνικές διεκδικήσεις.

Κατά κάποιο τρόπο, η κληρονομιά της μεταπολίτευσης, όπως την εκπροσωπούσε το ιστορικό ΠΑΣΟΚ και ο Αντρέας Παπανδρέου, έπρεπε να εκκαθαριστεί για να ανοίξει ο δρόμος ώστε πλέον η εναλλακτική να είναι ανάμεσα στον νεοφιλελευθερισμό, που εκπροσωπούσε η υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ΝΔ και ένα εκσυγχρονιστικό Κέντρο, αυτό που θα εκπροσωπήσει αργότερα ο Κώστας Σημίτης, ήδη από τότε αντίπαλος πόλος του Αντρέα Παπανδρέου μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Καθόλου τυχαία, ήδη από τότε ως αντίπαλος θα οριστεί ο «λαϊκισμός»

Τότε, το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού ακροατηρίου του ΠΑΣΟΚ δεν θα πειστεί για τις ευθύνες του Αντρέα Παπανδρέου, που θα αρνηθεί να νομιμοποιήσει τη διαδικασία που τελικά θα τον απαλλάξει. Μάλιστα, η κοινωνική δυσαρέσκεια από τα μέτρα της κυβέρνησης Μητσοτάκη θα οδηγήσει στην θριαμβευτική επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1993 και στη μεγάλη απώλεια εκλογικής δύναμης της διασπασμένης ξανά αριστεράς, που εκτός όλων των άλλων πλέον είχε να αντιμετωπίσει και τις επιπτώσεις από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Μπορούμε να μιλάμε για ένα νέο 1989;

Η ιστορική αναδρομή που προηγήθηκε μπορεί να εξηγήσει και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διαμορφώσει ένα τέτοιο αφήγημα, αλλά και τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο τότε και το σήμερα.

Ας ξεκινήσουμε από τις πιθανές αναλογίες. Όντως, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, παρά την ταχεία συνθηκολόγηση και την ιδιαίτερα επιμελή εφαρμογή σκληρών μνημονιακών πολιτικών εξασφάλισαν τα εύσημα ακόμη και της Άνγκελα Μέρκελ, αντιμετωπίστηκε από ένα φάσμα «συστημικών» πολιτικών και αναλυτών ως μια ως και επικίνδυνη παρέκκλιση από την «πολιτική κανονικότητα».

Αυτό φάνηκε και στην ιδιαίτερη οξύτητα και υπερβολή με την οποία κάποιες φορές αντιμετωπίστηκε (ή και αντιμετωπίζεται) στη δημόσια σφαίρα, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων που κατηγόρησαν το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα για παραλλαγή… κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει ακόμη και μια αναδρομική εκδικητική διάθεση. Όμως, δύσκολα αυτό θα οδηγούσε σε ένα «οργανωμένο σχέδιο», ιδίως από τη στιγμή που οι εκλογές έγιναν και πλέον η χώρα κυβερνάται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ.

Έπειτα υπάρχουν και άλλες διαφορές. Το σκάνδαλο Κοσκωτά ήταν ένα πραγματικό σκάνδαλο, με πραγματικές πολιτικές ευθύνες που έγινε προσπάθεια (ή ακόμη και μεθόδευση) να αποδοθούν ακόμη και σε όσους μπορεί να μην τις είχαν (ακόμη και τότε λίγοι πίστεψαν τις κατηγορίες που αφορούσαν τον Αντρέα Παπανδρέου). Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατηγορείται για κάποιο μεγάλο σκάνδαλο. Πιο σωστό είναι να πούμε ότι η συζήτηση γίνεται για το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε ένα σκάνδαλο, αυτό της υπόθεσης Novartis. Και αυτό γιατί προφανώς και σκάνδαλο Novartis με την έννοιας μιας εκτεταμένης επιχείρησης χρηματισμού στελεχών του συστήματος Υγείας και πολιτικών ευθυνών για όποιους επέτρεψαν να εξελιχτεί υπάρχει.

Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή την υπαρκτή και σημαντική υπόθεση αντί να την διερευνήσει για να αναδειχτούν μηχανισμοί που εκτός όλων των άλλων διογκώνουν και τη φαρμακευτική δαπάνη και να αποδοθούν ευθύνες (και πολιτικές), την είδε απλώς ως ευκαιρία για να χτυπήσει γενικά τους πολιτικούς αντιπάλους του, ενώ επέλεξε ως βασικό συντονιστή της παρέμβασής του έναν άνθρωπο που δεν προερχόταν από την αριστερά, είχε περάσει από τη θέση του διοικητή της ΕΥΠ, είχε κατηγορηθεί δεν προωθούσε κρίσιμες υποθέσεις και στον οποίο αποδιδόταν η τακτική των διώξεων χωρίς πλήρη στοιχεία. Την ίδια ώρα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ όπως ο Νίκος Παππάς αποδεικνύεται ότι κάθε λογής παρασκηνιακές πρακτικές και επαφές, σε τόνο και ύφος που απείχαν πολύ από αυτό που θα λέγαμε ήθος της αριστεράς. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια συγκυρία που δεν μπορεί να περιγραφεί ως «νέο 1989».

Τα διακυβεύματα είναι διαφορετικά

Ακόμη περισσότερο, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το 1989 τα διακυβεύματα ήταν αρκετά πραγματικά. Το εάν θα συνεχίζονταν ή όχι πολιτικές αναδιανομής, το εάν στο όνομα του εκσυγχρονισμού θα προωθούνταν οι ιδιωτικοποιήσεις, το πώς θα οριζόταν η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρα, το εάν και κατά πόσο τα αιτήματα των λαϊκών στρωμάτων θα παρέμεναν στο επίκεντρο, όλα αυτά ήταν πραγματικά ζητήματα και όριζαν διαχωριστικές γραμμές μέσα στην πολιτική σκηνή.

Σήμερα, είμαστε σε μια άλλη συγκυρία. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγοντας να εφαρμόσει τα μνημόνια στην πράξη μετατοπίστηκε ως προς τη διαχωριστική γραμμή που όρισε το «αντιμνημόνιο» και δεν διεκδικεί κάτι παραπάνω από μια ήπια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση με σεβασμό στη δημοσιονομική πειθαρχία. Οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ και οι όροι τους αποτελούν βασικούς γνώμονες πολιτικής και για την προηγούμενη και για την τωρινή κυβέρνηση. ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έχουν κοινό γεωπολιτικό όραμα και αντίληψη για τις διεθνείς συμμαχίες. Με αυτή την έννοια δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί μια «συστημική συνωμοσία» εναντίον του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει το τίμημα των επιλογών του

Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει σήμερα ένα φάσμα δικών του πρακτικών και επιλογών. Επιλογών που δεν απέπνεαν το διαφορετικό ήθος και την διαφορετική αντίληψη για την πολιτικής αριστεράς, επιλογών που δεν μπόρεσαν να διερευνήσουν πραγματικά σκάνδαλα του παρελθόντος και να αποδώσουν ευθύνες, επιλογών που πρόταξαν το βραχύ και άμεσο πολιτικό όφελος αντί για τομές που θα διαμόρφωναν νέα συνθήκη «χρηστής διαχείρισης» σε κρίσιμους τομείς, επιλογών που σήμερα προσφέρουν στους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να ανταποδώσουν κάποια χτυπήματα, σε ένα πολιτικό παιχνίδι που είναι εγγενώς αδυσώπητο.

Μάλιστα, αυτό θα μπορούσε να δείξει και το πραγματικό στίγμα της αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της πραγματικής «συστημικής» προσαρμογής του. Αντί να διαμορφώσει μια συνθήκη και ένα θεσμικό πλαίσιο που να απαντά στα υπαρκτά ζητήματα ενδημικής διαφθοράς στον κρατικό μηχανισμό και το πολιτικό σύστημα, απλώς ακολούθησε την πεπατημένη της πολιτικής εκμετάλλευσης των όποιων «σκελετών στη ντουλάπα» μπορούσε να βρει για τους αντιπάλους του, προσπερνώντας το ενδεχόμενο το ίδιο ακριβώς να κάνουν και αυτοί με την πρώτη ευκαιρία.

Γράψτε το σχόλιό σας