Δέκα χρόνια μετά τον άδικο χαμό τριών αθώων στη Marfin, τα πολιτικά κόμματα δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στο αυτονόητο: ότι το κεφάλαιο αυτής της δραματικής ιστορίας θα κλείσει μόνο αν βρεθούν και καταδικαστούν οι ένοχοι της δολοφονίας. Ωστόσο πολύ φοβάμαι πως περισσότερο και από την απονομή δικαιοσύνης αυτό που ενδιαφέρει αρκετούς από τους πολιτικούς μας είναι η συνέχιση της συζήτησης. Ακόμα κι όσοι την ιστορία των θυμάτων της Μarfin την έχουν διαγράψει από τη μνήμη τους, θεωρώντας τη μάλλον ασήμαντη (όπως ο κ. Γιώργος Κυρίτσης π.χ. που μας είχε πει ότι από μολότοφ δεν πέθανε κανένας…), έχω την εντύπωση πως παρ’ όλα αυτά θέλουν η συζήτηση για το τι έγινε δέκα χρόνια πριν στο υποκατάστημα της Marfin να επανέρχεται στην επικαιρότητα. Οχι για τους ίδιους λόγους ίσως, αλλά το θέλουν.

Αλλοι θεωρούν ότι η επικαιροποίηση της ιστορίας τρομάζει και κάνει τον κόσμο να μην κατεβαίνει στους δρόμους. Αλλοι τη θεωρούν μια μεγάλη στιγμή του αντιμνημονιακού αγώνα – ένα είδος υπενθύμισης για το τι είναι ικανός ένας διαδηλωτής, έτσι και τον αναγκάσεις με την ανάλγητη πολιτική σου να διαδηλώσει. Αλλοι πιστεύουν ότι η συζήτηση επαναφέρει στην επικαιρότητα τη σκληράδα της άκαρδης εργοδοσίας. Κι άλλοι χαίρονται απλά παίζοντας με τους φόβους των αστών, τον πολιτισμό των οποίων η επανάστασή τους κάποτε θα καταστρέψει – ο καθένας έχει τη «Marfin» που επιθυμεί.

Η μη αποκατάσταση της ζημιάς στο κτίριο που στέγαζε τους κινηματογράφους Αττικόν και Απόλλων, δυο από τους πλέον πολυσύχναστους του κέντρου της Αθήνας, συντελεί, νομίζω, στην ίδια στρατηγική: στη διατήρηση της συζήτησης. Δέκα χρόνια μετά οι κινηματογράφοι παραμένουν κλειστοί γιατί κανείς δεν ανέλαβε σοβαρά μια προσπάθεια επαναλειτουργίας τους. Μου λένε ότι είναι μπερδεμένο το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους κ.τ.λ. κ.τ.λ.: απαντάω πως όποιος δεν θέλει να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει.

Τις προηγούμενες μέρες διάβασα διάφορα για το τραγικό αυτό γεγονός. Πολλοί προσπάθησαν να απαντήσουν θαρραλέα στην ερώτηση «ποιος φοβάται τη Μarfin;», άλλοι, πάντα καλοπροαίρετα, ξανάφεραν στην επικαιρότητα την ανάγκη να βρεθούν οι δολοφόνοι, ενώ άλλοι μίλησαν «για πολιτική τυμβωρυχία», για «ασύλληπτους προβοκάτορες» και άλλα τέτοια καταπληκτικά. Εγώ λέω ότι δέκα χρόνια μετά από όσα έγιναν είναι ντροπή για τη χώρα μας να μην έχουν βρεθεί οι δράστες: για αυτή την αδυναμία εντοπισμού τους θα ‘πρεπε να απολογηθούν όλοι όσοι έχουν την ευθύνη – υπουργοί, αρχηγοί Αστυνομίας, υπεύθυνοι που ανέλαβαν την έρευνα. Ολοι αυτοί θα ‘πρεπε να μας απαντήσουν σε ένα σωρό «γιατί»: όλα τα άλλα είναι γαρνιτούρα – ευκαιρία για διαδικτυακές συγκρούσεις και πολλά πολλά λόγια του αέρα.

Οι αίθουσες του Αττικόν και του Απόλλωνα παραμένουν κλειστές. Η είδηση ότι οι συγγενείς των θυμάτων θα αποζημιωθούν δέκα χρόνια αργότερα, μετά από παραίτηση του Δημοσίου από αίτημα αναίρεσης, μεγαλώνει απλά την αμηχανία. Δεν μας ψεκάζουν σίγουρα. Αλλά ότι μας φυλακίζουν σε ιστορίες που προκαλούν διαιρέσεις δεν χωρά αμφιβολία. Ο λαός σε αυτή τη χώρα λέμε ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά: ας συμφωνήσω. Ωστόσο, πέρα από το να ζητάμε από τον λαό να θυμάται, πρέπει και τις ιστορίες να τις κλείνουμε. Μου μοιάζει βολικό ότι η ιστορία δεν κλείνει – βολικό και δυσάρεστο. Δυστυχώς στην Ελλάδα το πολιτικό παιχνίδι πρέπει να παίζεται πάντα κοιτώντας το παρελθόν – άλλωστε αυτό μπορείς να το διαβάζεις όπως θες. Το μέλλον είναι δύσκολο.

Καλή είναι η πλακέτα. Αλλά ας κλείσουμε όπως πρέπει την πληγή. Ανοίγοντας πάλι τα σινεμά, αποζημιώνοντας τους συγγενείς και κυρίως συλλαμβάνοντας τους δράστες. Και βάζοντας τέλος στην πολιτικολογία της θλίψης…

Γράψτε το σχόλιο σας