Ακούμε πολύ συχνά τον τελευταίο μήνα από δικούς μας ανθρώπους, νέους στην ηλικία κατά κύριο λόγο να λένε: «Δεν αντέχω άλλο την καραντίνα. Δεν μπορώ να κάθομαι σπίτι όταν γυρίζω από τη δουλειά. Βαρέθηκα, θέλω να πάω στην ταβέρνα ή σε ένα μπαράκι».

Εύλογες αναγκαιότητες αλλά από ανθρώπους που φοβούνται λιγότερο, που βλέπουν καθημερινά κόσμο, που βγαίνουν έστω και για λίγο, που έχουν παιδιά ή φίλους για να μιλήσουν από κοντά ή μέσω διαδικτύου.

Όμως, μέρες που είναι. Μέρες ταπεινότητας, κατάνυξης και εσωτερικής αναζήτησης, ακόμη και για εκείνους που δεν πιστεύουν, μήπως θα πρέπει να δούμε τα πραγματικά «θύματα» αυτής της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε;

Ασφαλώς η ανθρώπινη ζωή, η υγεία, είναι πάνω από όλα. Όμως, μήπως υπάρχει και κάτι που ξεχνάμε μέσα στην κόλαση της καθημερινότητας που μας έχει ρίξει ο κοροναϊός;

Είναι οι παππούδες και οι γιαγιάδες όλων μας. Αυτοί που ζουν μακριά, σε κάποιο χωριό της επαρχίας και θα στερηθούν φέτος τη γιορτή με τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Αλλά και τους απόμαχους της ζωής που βρίσκονται κλεισμένοι σε κάποιο διαμέρισμα μεγάλης πόλης, συχνά πολύ κοντά στους συγγενείς τους, αλλά και τόσο μακριά.

Οποιοι είναι από την επαρχία ξέρουν τι στερούνται το επόμενο τριήμερο. Το σπίτι στο χωριό, το γεμάτο μυρωδιές από κουλούρια και τσουρέκια. Τον παππού να προετοιμάζει τη σούβλα και να κάνει τις παραγγελίες για το αρνί.

Και τη γιαγιά με το τσεμπέρι να παίρνει τα εγγόνια από το χέρι και να πηγαίνει να τα φιλέψει.

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής στην εκκλησία για το «Αρατε πύλας» και το κάψιμο του Ιούδα, το Μεγάλο Σάββατο οι τελευταίες ετοιμασίες, η Ανάσταση, η μαγειρίτσα.

Και ο παππούς με τη γιαγιά εκεί. Βράχοι να περιμένουν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους με μια ζεστή αγκαλιά και να φτιάχνουν το τραπέζι της Κυριακής.

Αλλά και στην πόλη, το ίδιο πάνω – κάτω σκηνικό. Κάθε παππούς και γιαγιά έχουν μια ζεστή αγκαλιά για όλους, έστω κι αν είναι στη διπλανή πολυκατοικία.

H μεγάλη ανατροπή

Όμως, φέτος όλα έχουν αλλάξει. Όλα έχουν ανατραπεί, τα πάντα έχουν παγώσει. Αραγε και οι καρδιές μας;

«Γιαγιά, σε ποιο μέρος του κόσμου κάνει το περισσότερο κρύο; Στην ψυχή του ανθρώπου παιδί μου», λέει ένα παλιό απόφθεγμα.

Ο κοροναϊός πάγωσε τα πάντα, αλλά θα νικήσει αν παγώσει και τις ψυχές μας. Και αυτό θα φανεί μόνο με τη στάση μας αυτές τις ημέρες απέναντι σ’ αυτούς που πράγματι έχουν ανάγκη.

Μιώ για τους παππούδες και γιαγιάδες στην επαρχία που δεν έχουν skype για να δουν τους δικούς τους. Αλλά κι αυτούς που ζουν στα 50 τετραγωνικά της απρόσωπης και απάνθρωπης Αθήνας και των άλλων πόλεων.

«Πήγα να χαιρετίσω τον παππού και τη γιαγιά στην είσοδο της πολυκατοικίας, από μακριά και χωρίς αγκαλιές. Κλάματα, συγκίνηση ευχές ’’και του χρόνου όλοι μαζί’’. Βγήκαν όλοι στο μπαλκόνι και χαιρετούσαν, χτυπούσαν τα κουδούνια για χρόνια πολλά. Χαρμολύπη γι’ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση».

Αυτή είναι μια εικόνα από μια γειτονιά της Αθήνας, από ένα εγγονάκι που πήγε να δει τους δικούς του.

Πόσα τέτοια εγγονάκια πήγαν να κάνουν το ίδιο;

Χωρίς αγκαλιά, χωρίς φιλιά, με επαφή πίσω από ένα τζάμι, με δάκρυα συγκίνησης για ανθρώπους που μπορεί του χρόνου να μη ζουν. Που μπορεί το «χρόνια πολλά» να μην τους λέει κάτι. Που η κάθε μέρα είναι μια ζωή και που θέλουν να τη ζουν χωρίς να την στερεί κανείς.

Ούτε μια αρρώστια.

Υπομένουν κι ελπίζουν

Όμως, υπομένουν. Καρτερικά, χωρίς θυμό, χωρίς να σπάνε την καραντίνα και να γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τις εντολές. Από αυτούς πρέπει να παραδειγματιστούμε.

Οι παππούδες και γιαγιάδες ζουν τώρα μεγαλύτερο δράμα από το δικό μας.

Η Σταύρωσή τους είναι χειρότερη από τη δική μας, η Ανάστασή τους αργεί περισσότερο από τη δική μας. Τα αισθήματά τους είναι πολύ πάνω από τις δικές μας κακίες, μικρότητες και εγωισμούς.

Γι’ αυτό, λοιπόν, τις μέρες αυτές μην τους ξεχνάτε. Το έχουν περισσότερο ανάγκη.

Πηγαίνετε. Μιλήστε τους από μακριά, στείλε τους αέρινα φιλιά και ζεστές αγκαλιές. Ξέρουν αυτοί, ξέρετε κι εσείς.

Τηλεφωνήστε τους στο χωριό. Δώστε τους κουράγιο κι ευχές: «Του χρόνου μαζί, πάντα μαζί».

«Του παιδιού το παιδί, δύο φορές παιδί μου», λέει η λαϊκή θυμοσοφία.

Οι παππούδες και οι γιαγιάδες είναι αυτή την περίοδο ευάλωτοι. Πονάνε περισσότερο από εμάς. Ο κοροναϊός τους έχει τσακίσει ψυχολογικά.

Εστω κι αν ξέρουν ότι αυτοί κινδυνεύουν περισσότερο, έστω κι αν ο φόβος τους έχει καταβάλλει, η απώλεια της ζεστής αγκαλιάς του παιδιού και του εγγονιού δεν αντικαθίσταται.

Οι ηλικιωμένοι, λοιπόν, δεν είναι νούμερα της στατιστικής. Δεν είναι οι παλιόγεροι που σπάνε την καραντίνα.

Δεν είναι οι «τελειωμένοι» που δεν έχει κανένα νόημα να ασχοληθούμε μαζί τους.

Είναι οι δικοί μας άνθρωποι, τους χρωστάμε.

Βγείτε, λοιπόν, στις γειτονιές με ασφάλεια και τηρώντας τα μέτρα. Χτυπήστε τα κουδούνια, πάρτε τηλέφωνο, μιλήστε.

Η αγάπη πάντα κερδίζει στο τέλος. Και τις διαφορές, και τις συγκρούσεις και τις αρρώστιες και τις παγωμένες ψυχές.

Αυτό το Πάσχα είναι διαφορετικό, σκοτεινό, καταθλιπτικό. Οσοι, όμως, έχουν τους δικούς τους ανθρώπους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες ξέρουν ότι έχουν μια ευκαιρία να είναι ξανά μαζί.

Να ξανακερδίσουν τη ζωή τους, να ξανανοίξουν τις αγκαλιές τους, να ξαναμυρίσουν τα σπίτια τους.

Μην ξεχνάμε όλοι μας: Ενας γέρος είναι ένα παιδί με παρελθόν.

Ή όπως λέει το δημοτικό τραγούδι «Να’ σαν τα νιάτα δυό φορές τα γηρατειά καμία».

Αυτές τις ώρες και τις μέρες που περνάμε, ας τα σκεφτούμε καλά όλα αυτά.

Πάνω από όλα όσα νομίζουμε ότι είναι σημαντικά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr