Κοιτάζω τις εξελίξεις για τη σύνοδο του Βερολίνου, στην οποία δεν προσκλήθηκε η Ελλάδα.

Ορθά, η ελληνική κυβέρνηση αλλά και συνολικά ο πολιτικός κόσμος διαμαρτύρονται γιατί δεν προσκλήθηκε η Ελλάδα.

Δηλαδή, δεν προσκλήθηκε μια χώρα που συνορεύει θαλάσσια με τη Λιβύη, που στο παρελθόν έχει πάρει διπλωματικές πρωτοβουλίες και η οποία αντιμετωπίζει μια ευθεία αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της από μια συμφωνία που υπέγραψαν η Τουρκία και η μία εκ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών στο λιβυκό εμφύλιο πόλεμο.

Ομολογουμένως, προκλητική γερμανική απόφαση, ιδίως από τη στιγμή που η ελληνική πλευρά έθεσε ανοιχτά και δημόσια το ζήτημα.

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί και άλλα τέτοια παραδείγματα, όπου ελληνικές θέσεις προσπεράστηκαν στην καλύτερη των περιπτώσεων με κατανόηση, στη χειρότερη με αδιαφορία.

Όμως, όλα αυτά αναδεικνύουν ένα ευρύτερο ερώτημα: και γιατί να μας λάβουν υπόψη τους;

Θέλω να πω ότι δυστυχώς το διεθνές πεδίο δεν είναι κάποιο βασίλειο του δικαίου.

Το ακριβώς αντίθετο: χαρακτηρίζεται από κυνισμό και διαρκή υπολογισμό και στηρίζεται στην πραγματική ισχύ.

Και εδώ έρχονται τα πραγματικά ερωτήματα:

Για ποιο λόγο να υπολογίσει η διεθνής κοινότητα μια χώρα που μέχρι πρόσφατα χρειαζόταν έγκριση των δανειστών για να ορίσει τον ΦΠΑ στα τρόφιμα;

Μια χώρα που μιλάει διαρκώς για ανάπτυξη, αλλά ακόμη πέραν διαφόρων πολυδιαφημισμένων «επενδύσεων», πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο δεν κάθεται να συζητήσει;

Μια χώρα που δεν μπορεί να βρει τρόπους να κρατήσει εντός της επικράτειάς της το ίδιο της το μέλλον και βλέπει τη διαρκή αιμορραγία του brain drain να συνεχίζεται;

Εδώ ακόμη και ένα θέμα όπως η μετανάστευση και το προσφυγικό δεν έχουμε κάτσει ούτε μια φορά να συζητήσουμε ότι εάν προσφέρουμε αξιοπρέπεια, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και ανθρώπινες συνθήκες στους κατατρεγμένους που φτάνουν στα σύνορά μας, αυτό είναι στοιχείο που σε κάνει πιο ισχυρό γιατί κερδίζεις το σεβασμό των ανθρώπων.

Αντίθετα, παίζουμε το παιχνίδι της ακροδεξιάς με τη λογική «να τους κάνουμε το βίο αβίωτο».

Και όμως γύρω από τέτοια ζητήματα κρίνεται η πραγματική ισχύς μιας χώρας και το πώς πραγματικά την αντιμετωπίζουν οι υπόλοιπες κοινωνίες.

Και την ίδια στιγμή κάποια στιγμή πρέπει να συζητήσουμε τι σημαίνει «έχω συμμαχίες».

Η χώρα μας φέρεται πολλές φορές λες και θεωρούμε αυτονόητο πως επειδή προσφέρουμε εξυπηρετήσεις, μετά θα ικανοποιηθούν τα δικά μας αιτήματα.

Δυστυχώς, εάν προσφέρεις μόνο εξυπηρέτηση, εάν δίνεις βάσεις, διευκολύνσεις, εάν αγοράζεις αεροπλάνα και φρεγάτες και εάν στηρίζεις κάθε θέση τους, απλώς θα σε θεωρήσουν πελάτη.

Για να μπορείς να κερδίζεις από συνεργασίες και συμμαχίες θα πρέπει να δείξεις ότι μπορείς να σταθείς στα πόδια σου και μόνος σου, ότι δεν είσαι απόλυτα εξαρτημένος από τις επιλογές του ενός ή του άλλου συμμάχου, ότι άμα χρειαστεί μπορείς να πεις και όχι.

Πάνω από όλα, όμως, χρειάζεται να μην ξεχνάμε ότι η ισχύς μιας χώρας είναι πάντα η εσωτερική συνοχή και συστράτευση.

Και αυτό δεν είναι υπόθεση «συμβουλίων των πολιτικών αρχηγών».

Πρωτίστως είναι υπόθεση του να αισθάνονται οι κάτοικοι αυτής της χώρας ότι έχουν μέλλον σε αυτή, ότι μπορούν να ελπίζουν σε καλύτερο αύριο, ότι το κράτος τους σέβεται και δεν τους αντιμετωπίζει μόνο ως φορολογητέα ύλη, ότι η ανάπτυξη και η δικαιοσύνη παύουν να είναι συνθήματα και γίνονται έργα, ότι η παιδεία, η υγεία και ο πολιτισμός δεν αντιμετωπίζονται ως λογιστικό κόστος.

Γιατί τότε έχουν λόγο και να πολεμήσουν γι’ αυτή τη χώρα.

Και τότε μια χώρα είναι πραγματικά ισχυρή.

Γράψτε το σχόλιο σας