Ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με τις απόψεις που και φέτος διατυπώθηκαν από πολιτικούς και δημοσιογράφους αριστερών καταβολών και πεποιθήσεων σε σχέση με τα διαβόητα Δεκεμβριανά.

Κατ’ αρχάς, μου προξενεί πραγματικά εντύπωση το γεγονός ότι, 75 ολόκληρα χρόνια μετά την ένοπλη σύγκρουση των δύο αντίπαλων πολιτικοϊδεολογικών στρατοπέδων στο κέντρο και τις συνοικίες της Αθήνας, οι προαναφερθείσες απόψεις παραμένουν, στη συντριπτική πλειονότητά τους, αμετακίνητες και δογματικές.

Σύμφωνα με το εν λόγω αφήγημα, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, στην προηγηθείσα των Δεκεμβριανών κατοχική περίοδο, ουδέποτε έσφαλαν, ουδέποτε αμάρτησαν, ουδέποτε αδίκησαν, ουδέποτε δολοφόνησαν. Όλα τα λάθη, όλα τα εγκλήματα και όλες οι προδοσίες διεπράχθησαν από τους ανθρώπους του αντίπαλου στρατοπέδου, που συνίστατο από εκπροσώπους των αμαρτωλών αστικών πολιτικών δυνάμεων, συνεργάτες των κατακτητών και δωσιλόγους. Περιττεύει, νομίζω, κάθε προσπάθεια ανασκευής των θεωριών αυτών, δεδομένου ότι τα ιστορικά ντοκουμέντα δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση.

Εξάλλου, υπό το πρίσμα των ιστοριογράφων και πολιτικών αναλυτών της Αριστεράς, οι δυνάμεις που αναμετρήθηκαν τον φοβερό και τρομερό Δεκέμβρη του ’44 στην Αθήνα ήταν από τη μια το μαζικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και από την άλλη οι φιλομοναρχικές δυνάμεις του σκότους και της αντίδρασης. «Λησμονείται», ασφαλώς, ότι των δυνάμεων αυτών προΐσταντο, από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 έως τις 12 Φεβρουαρίου 1945, όταν υπεγράφη η Συμφωνία της Βάρκιζας, όχι αντιδραστικοί και ακραίων αντιλήψεων πολιτικοί της Δεξιάς, αλλά προσωπικότητες ευρείας αποδοχής, οι κεντρώοι και κάθε άλλο παρά φιλομοναρχικοί Γεώργιος Παπανδρέου και Νικόλαος Πλαστήρας. «Λησμονείται», επίσης, ότι το «αστικό στρατόπεδο», πέραν των όποιων ακραίων και προδοτικών στοιχείων περιέκλειε αναμφίβολα στους κόλπους του, συσπείρωνε το σύνολο των υγιώς σκεπτομένων συντηρητικών και βενιζελογενών πολιτών, που δεν επιθυμούσαν τον αναπροσανατολισμό της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της χώρας και ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν υπέρ των αρχών, των αξιών και των ιδανικών τους.

Κατά τα άλλα, λαμβάνεται περίπου ως δεδομένο ότι ο ελληνικός λαός επιθυμούσε τότε στην πλειονότητά του το δομικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, την ένταξη της χώρας στο Ανατολικό μπλοκ. Βεβαίως, η αντίληψη αυτή, συνυφασμένη με το αίτημα περί λαοκρατίας, δεν εδράζεται σε γεγονότα, αριθμούς και εκλογικά αποτελέσματα. Η Αριστερά, παρά το διαχρονικό αυτοπροσδιορισμό της ως δύναμης προόδου, ουδέποτε διαδραμάτισε ηγεμονικό ρόλο στους κόλπους της ελληνικής πολιτικής ζωής. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν 60 χρόνια από τις εκλογές του 1958, όταν η ΕΔΑ του Πασαλίδη είχε αναδειχθεί αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,42%, για να μπορέσει, τον Ιανουάριο του 2015, ένα κόμμα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, υπό συνθήκες πρωτοφανούς κοινωνικοοικονομικής κρίσης και με τη σοσιαλδημοκρατική παράταξη μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, να αποσπάσει ένα μεγάλο ποσοστό (36,34%) και να λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Άξιο επισήμανσης είναι, επίσης, το γεγονός ότι, ενώ επιρρίπτονται ευθύνες από την αριστερή ιστοριογραφία στον Τσώρτσιλ για την ενεργό ανάμειξή του στην ένοπλη αντιπαράθεση του Δεκεμβρίου του 1944, η οποία έκρινε κατ’ ουσίαν την έκβαση της εμφύλιας αναμέτρησης, μένει στο απυρόβλητο ο Στάλιν, ο οποίος είχε καθορίσει από κοινού με τον βρετανό πρωθυπουργό –στη Μόσχα, τον Οκτώβριο του 1944– τις σφαίρες επιρροής στα Βαλκάνια και τις τύχες της χώρας μας, και μάλιστα κατά τρόπο εξόχως κυνικό και πρόχειρο.

Εν κατακλείδι, οι φορείς των εν λόγω αντιλήψεων οφείλουν επιτέλους να συνειδητοποιήσουν ότι, στο πλαίσιο μιας σκληρής ταξικής σύγκρουσης, η οποία σηματοδοτούσε όντως την ύπαρξη έντονων κοινωνικών διαιρέσεων, η «άλλη πλευρά» θα χρησιμοποιούσε εκ των πραγμάτων κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή της για να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από τον εχθρό. Από τη στιγμή που η Αριστερά ακολούθησε το Δεκέμβρη του ’44 την οδό της ρήξης και όχι την οδό της αποστράτευσης των αντιστασιακών οργανώσεων και της παραμονής της στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ήταν αναμενόμενο ότι το αντίπαλο στρατόπεδο θα επιχειρούσε παντί τρόπω και πάση δυνάμει να αντισταθεί και να επικρατήσει, όπως άλλωστε έπραξε και η ίδια η Αριστερά.

Γράψτε το σχόλιο σας