Γίναμε μανιασμένα θηρία. Δεν πολεμάμε, διαφεντεύουμε τον εαυτό μας από την εκμηδένιση. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας σε ανθρώπους, τι μας ενδιαφέρουν οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή, που ο θάνατος με χέρια και κράνη μάς κυνηγάει και μας ξαπλώνει στη γη; Τώρα για πρώτη φορά μέσα σε τρεις μέρες μπορούμε ν’ αντικρύζουμε τα πρόσωπά τους, τώρα, που για πρώτη φορά, ύστερα από τρεις μέρες, μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, να τους αντισταθούμε, νιώθουμε μια αλόγιστη μανία. Δεν τους προσμένουμε πια απελπισμένοι, μπορούμε να αφανίζουμε, να σκοτώνουμε, ν’ αμυνθούμε, να σωθούμε και να πάρουμε εκδίκηση.

[…]

Χάσαμε πια κάθε αίσθημα αλληλεγγύης. Μόλις μπορούμε να διατηρήσουμε την αυτοκυριαρχία μας, όταν η ματιά μας —ματιά κυνηγημένου ζώου— φωτίζει τη μορφή κάποιου συνανθρώπου μας. Είμαστε αναίσθητοι, νεκροί, που κάποια τρομερή μαγεία δίνει τη δύναμη να τρέχουμε και να σκοτώνουμε.

[…]

Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20· από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα και λόγια για να γίνονται όλ’ αυτά μ’ έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Και όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρυνή παράταξη, σ’ ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούμε μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τι θ’ απογίνουμε εμείς;

[Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο», μτφ Στέλλα Βουρδουμπά, «Δωρικός», Αθήνα 1983, σ. 88, 90 & 195]

Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (Erich Maria Remarque), ψευδώνυμο του Έριχ Πολ Ρεμάρκ (Erich Paul Remark), γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου 1898 στην πόλη Όσναμπρυκ της Γερμανίας και μεγάλωσε μέσα στη νοσηρή ατμόσφαιρα που προηγήθηκε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Ρεμάρκ επιστρατεύτηκε σε πολύ νεαρή ηλικία, το 1916, γεγονός που τον στιγμάτισε για όλη του τη ζωή. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τραυματίστηκε επανειλημμένα, ενώ είδε τον καλύτερό του φίλο να πεθαίνει με φρικτό τρόπο.

Καταπιάστηκε με διάφορα επαγγέλματα, εργάστηκε ως οδηγός αγώνων, δάσκαλος, έμπορος και δημοσιογράφος.

Το 1929 δημοσιεύτηκε το περίφημο μυθιστόρημά του «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον» (Im Westen nichts Neues), όπου περιγράφει τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Το συγγραφικό αυτό έργο του Ρεμάρκ θεωρήθηκε η πιο ειλικρινής και σπαρακτική μαρτυρία για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γι’ αυτό και γνώρισε διεθνή επιτυχία.

Το μυθιστόρημα γυρίστηκε δύο φορές σε ταινία. Η πρώτη, το 1930, σε σκηνοθεσία του Λούις Μάιλστοουν, απέσπασε Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, ενώ η δεύτερη, το 1979, κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Τηλεταινίας, καθώς και βραβείο Έμμυ για το καλύτερο μοντάζ.

Όταν η ταινία προβλήθηκε πρώτη φορά στο Βερολίνο, ο συγγρα­φέας αντιμετωπίστηκε ως εχθρός της πατρίδας του. Ομάδες της χιτλερικής νεο­λαίας είχαν εισβάλει τότε στην αίθουσα όπου προβαλλόταν το έργο κραυγάζοντας «Γερμανία, ξύπνα!»

Η ταινία απαγορεύτηκε και ο Ρεμάρκ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του το 1931, δύο χρόνια προτού ο Χίτλερ αναρριχηθεί στην εξουσία.

Το 1933, με πρωτοβουλία του Γιόζεφ Γκέμπελς, οι ναζί απαγόρευσαν και έκαψαν τα βιβλία του Ρεμάρκ. Προσπάθησαν να σπιλώσουν το όνομά του διαδίδοντας ψευδώς ότι δε βρέθηκε ποτέ στο μέτωπο. Επιπλέον, του αφαίρεσαν τη γερμανική υπηκοότητα.

Το 1943 η αδελφή του, που είχε παραμείνει στη Γερμανία, συνελήφθη, καταδικάστηκε ως ηττοπαθής και εκτελέστηκε.

Ο Ρεμάρκ περιπλανήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική, διαμένοντας πότε στις ΗΠΑ (είχε πάρει την αμερικανική υπηκοότητα) και πότε στην Ελβετία, και γράφοντας μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο.

Απεβίωσε στο Λοκάρνο της Ελβετίας, στις 25 Σεπτεμβρίου 1970.

Άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα είναι: «Ο δρόμος της επιστροφής» (1931), μια σκιαγράφηση του αδιεξόδου όπου βρέθηκε η γενιά του πολέμου, «Τρεις σύντροφοι» (1936), μια αναφορά στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης από τον υπερπληθωρισμό του 1923 μέχρι το τέλος της δεκαετίας, «Η δύναμη της αγάπης» (1941), «Η αψίδα του θριάμβου» (1945), «Ο μαύρος οβελίσκος» (1956), «Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους» (1961).

Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ έγραψε επίσης σενάρια για το Χόλιγουντ, όπου πέρασε τα χρόνια της ωριμότητάς του.

Γράψτε το σχόλιό σας